ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Έρευνα: Οι Πανεπιστημιακοί διδάσκουν βάσει της εμπειρίας τους

Έρευνα: Οι Πανεπιστημιακοί διδάσκουν βάσει της εμπειρίας τους

Πόσες διδακτικές ώρες σε ένα αμφιθέατρο έχουν αποδειχθεί άγονες, επειδή ο καθηγητής δεν έχει μεταδοτικότητα και το μάθημα ήταν βαρετό; Ενας κορυφαίος στο αντικείμενό του είναι το ίδιο καλός και στη μετάδοση των γνώσεών του; Ενας πανεπιστημιακός κατά την εκλογή του στη θέση στο ΑΕΙ πρέπει να γνωρίζει από μεθόδους διδακτικής; Οι πανεπιστημιακοί δηλώνουν διατεθειμένοι να καθίσουν στα φοιτητικά έδρανα για να μάθουν πώς θα αναπτύξουν την κριτική σκέψη στους φοιτητές τους και πώς θα αξιοποιούν τις νέες τεχνολογίες στο μάθημά τους. 

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πρώτη έρευνα στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση με αντικείμενο τις αντιλήψεις των πανεπιστημιακών για το διδακτικό τους έργο, την οποία παρουσιάζει η «Κ», τα μέλη ΔΕΠ αφιερώνουν το μισό του χρόνου τους στο διδακτικό τους έργο (περίπου 25% σε διδασκαλία και 20% σε συνεργασία με τους φοιτητές και επίβλεψη εργασιών), ενώ το υπόλοιπο κατανέμεται στην έρευνα και στο διοικητικό τους έργο. Ωστόσο ο τρόπος που διδάσκουν είναι κατά ένα μεγάλο ποσοστό επηρεασμένος από τις δικές τους εμπειρίες ως φοιτητών (το 69,4% απάντησε θετικά) και οι δύο στους τρεις (65%) χρησιμοποιούν ως βασική εκπαιδευτική τεχνική τη διάλεξη. 

Βεβαίως από τις απαντήσεις των πανεπιστημιακών παρατηρείται το εξής: Ενώ αναγνωρίζουν τη σημασία της χρήσης τεχνολογικών μέσων και εφαρμογών, δεν τα θεωρούν πανάκεια και βασικό παράγοντα μιας καλής διδασκαλίας. Την ίδια στιγμή πάντως, οι περισσότεροι ανέφεραν ότι θα ήθελαν να επιμορφωθούν σε τρόπους για να αναπτύξουν την καινοτόμο και την κριτική σκέψη των φοιτητών τους. Επίσης, πολλοί θεωρούν ύψιστη ανάγκη τους την επιμόρφωση στην αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών. Πέραν τούτων, οι πανεπιστημιακοί ζητούν να επιμορφωθούν σε λογισμικά σύγχρονης τηλεκπαίδευσης και σε θέματα παιδαγωγικής στην τηλεκπαίδευση. Προκύπτει δηλαδή από τις απαντήσεις των πανεπιστημιακών ότι υστερούν σε κρίσιμα θέματα παιδαγωγικής, στα οποία όλο το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα –και όχι μόνο η τριτοβάθμια εκπαίδευση– υστερεί. Μάλιστα, σε ποσοστό 89,8% οι πανεπιστημιακοί δηλώνουν ότι είναι διατεθειμένοι (αρκετά ή πολύ) να τροποποιήσουν τον τρόπο που διδάσκουν, ώστε να είναι πιο αποτελεσματικοί στη διδασκαλία τους. 

Οι ίδιοι όμως δηλώνουν ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν κατά τη διδασκαλία συνδέονται κυρίως με τους φοιτητές (ελλιπείς γνώσεις, μη συστηματική προσέλευση στα μαθήματα, έλλειψη ενδιαφέροντος) και δευτερευόντως με τις συνθήκες διδασκαλίας (υλικοτεχνική υποδομή, χώροι διδασκαλίας και πρόγραμμα σπουδών). Από την άλλη, η πλειοψηφία –το 61,2%– θεωρεί ότι η εκπαίδευση των μελών ΔΕΠ σε θέματα διδασκαλίας και μάθησης θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη κατά τις κρίσεις εξέλιξής τους σε επόμενη βαθμίδα. 

Έρευνα: Οι Πανεπιστημιακοί διδάσκουν βάσει της εμπειρίας τους-1

Οπως ανέφερε στην «Κ» η κ. Κατερίνα Κεδράκα, επιστημονική υπεύθυνη της έρευνας, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και συντονίστρια του Γραφείου Υποστήριξης της Διδασκαλίας και της Μάθησης του ιδρύματος, «ο τομέας της πανεπιστημιακής παιδαγωγικής αναπτύσσεται τις τελευταίες δεκαετίες διαρκώς και περισσότερο και η λειτουργία κέντρων υποστήριξης του διδακτικού έργου αποτελεί μια σχεδόν πάγια πρακτική πολλών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης διεθνώς, όπως ενδεικτικά το Center of Teaching and Learning του ΜIT». Στο πλαίσιο της παραπάνω προβληματικής, στο Δημοκρίτειο και στο Πανεπιστήμιο Πατρών λειτουργούν Γραφεία Υποστήριξης της Διδασκαλίας και της Μάθησης, που παρέχουν στήριξη για την αναβάθμιση του διδακτικού έργου και την ανάπτυξη δεξιοτήτων διδασκαλίας των διδασκόντων, ενώ ένα τρίτο έχει ιδρυθεί στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. 

Πάντως, κατά πολλούς το «κλειδί» για να σταματήσει η μετωπική διδασκαλία είναι οι πανεπιστημιακοί να δεχθούν τα αποτελέσματα της αξιολόγησης των μαθημάτων από τους φοιτητές τους. Βεβαίως σε ελάχιστα ιδρύματα γίνεται κάτι τέτοιο…

Η χρηματοδότηση των ΑΕΙ στο τραπέζι

Σε τρέχοντα θέματα αλλά και χρηματοδοτήσεων των ΑΕΙ θα εστιασθεί το ενδιαφέρον της Συνόδου Πρυτάνεων που θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά την Παρασκευή. Η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας θα παρουσιάσει στους πρυτάνεις τα προγράμματα στα οποία θα συμμετάσχουν τα πανεπιστήμια στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τον προγραμματισμό του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, κονδύλι περίπου ενός δισ. ευρώ θα διατεθεί από το Ταμείο Ανάκαμψης για την ανάπτυξη των δεξιοτήτων. Το βάρος θα δοθεί στην ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων, ενώ καίριο μέλημα είναι τα προγράμματα να έχουν σχέση με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Επίσης, ο σχεδιασμός θα επικεντρωθεί και στην επανακατάρτιση εργαζομένων σε τομείς (π.χ. τουρισμός, λιανεμπόριο) που έχουν πληγεί σημαντικά κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Eτσι, η ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου απηύθυνε πρόσκληση στα ΑΕΙ να συμμετάσχουν μέσω των Κέντρων Επιμόρφωσης και Διά Βίου Μάθησης που διαθέτουν. 

Παράλληλα, στη Σύνοδο Πρυτάνεων θα συζητηθεί η δημιουργία νέων αγγλόφωνων προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών μετά από εκείνα της Φιλοσοφικής ΕΚΠΑ και της Ιατρικής ΑΠΘ. Πάντως, για το θέμα, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», υπάρχουν διαμαρτυρίες για καθυστερήσεις εκ μέρους της ΕΘΑΑΕ ως προς την ολοκλήρωση των διαδικασιών για προτάσεις από ΑΕΙ για ίδρυση ξενόγλωσσου. Από την άλλη, η αξιολόγηση των τμημάτων που ετέθησαν σε αναστολή από τη νυν ηγεσία του υπ. Παιδείας έχει ολοκληρωθεί. Πρόκειται για 37 τμήματα που ιδρύθηκαν από την προηγούμενη κυβέρνηση. «Σήμερα 12 τμήματα λειτουργούν με μηδενικό αριθμό μονίμων διδασκόντων και άλλα 25 τμήματα με μόλις δύο τρεις διδάσκοντες για να υλοποιήσουν το πρόγραμμα σπουδών. Αυτή η κατάσταση δεν μας επιτρέπει σκέψεις για λειτουργία επιπλέον τμημάτων, θα δώσουμε βάρος στις ελλείψεις των υπαρχόντων», δήλωσε χθες στην «Κ» υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Παιδείας. 

Τέλος, στη Σύνοδο θα συζητηθούν τρέχοντα ζητήματα, όπως η πραγματοποίηση των κλινικών και εργαστηριακών μαθημάτων και των πρακτικών ασκήσεων και το αίτημα των ΑΕΙ για εμβολιασμό κατά προτεραιότητα των φοιτητών που μετέχουν σε αυτά, ώστε να επιστρέψουν στα διά ζώσης μαθήματα.

Συμμετείχαν 260 πανεπιστημιακοί

Το ερευνητικό πρόγραμμα αφορούσε τις αντιλήψεις των μελών ΔΕΠ για το διδακτικό τους έργο. Χρηματοδοτήθηκε από το ΕΣΠΑ 2014-2020 και υλοποιήθηκε από ομάδα με επιστημονικώς υπεύθυνη την αναπληρώτρια καθηγήτρια και συντονίστρια του Γραφείου Υποστήριξης της Διδασκαλίας και της Μάθησης (ΓΡΑΔΙΜ) του Δημοκρίτειου Παν. Θράκης Κατερίνα Κεδράκα, αναπληρωτή επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή του Παν. Πατρών και συντονιστή του ΓΡΑΔΙΜ του ιδρύματος Θανάση Καραλή και τους υποψήφιους διδάκτορες στο Δημοκρίτειο Χρήστο Καλτσίδη και Χαρά Ορφανίδου. Στην έρευνα απάντησαν 260 πανεπιστημιακοί από τα δύο ΑΕΙ.