ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Για μια αειφόρο τουριστική ανάπτυξη

Στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος της «Κ», τρεις ειδικοί προτείνουν λύσεις για το μέλλον των πόλεων και των νησιών

gia-mia-aeiforo-toyristiki-anaptyxi-561381481

Να εγκαταλείψουμε τη λογική σούπερ μάρκετ και να υιοθετήσουμε αυτήν του ντελικατέσεν, τονίζει στο κείμενό του ο Γιάννης Σπιλάνης, καθηγητής στο Τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου και διευθυντής του Παρατηρητηρίου Βιώσιμου Τουρισμού Αιγαίου του ΠΟΤ. 

Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος στην «Κ» της περασμένης Κυριακής (23/5 «Τουρισμός, σε αναζήτηση του μέτρου»), έξι προσωπικότητες με κατάθεση έργου και προβληματισμών στα βέλτιστα μοντέλα ανάπτυξης νησιών και πόλεων μοιράστηκαν τις σκέψεις τους και τις προτάσεις τους για την Ελλάδα του μέλλοντος, η οποία θα ωφελείται από τον τουρισμό χωρίς όμως να επιβαρύνει το φυσικό περιβάλλον και να υποβαθμίζει την ποιότητα ζωής των κατοίκων της.

Η συζήτηση συνεχίζεται σήμερα, με άλλες τρεις ενδιαφέρουσες απόψεις. «Η Ελλάδα, με τα νησιά της που καλύπτουν τα δύο τρίτα του ελληνικού τουρισμού, πρέπει να κάνει επιλογές σε ό,τι αφορά το μοντέλο της τουριστικής ανάπτυξης που μέχρι σήμερα αποφεύγει: αυτές της ποιότητας», γράφει ο Γ. Σπιλάνης. Για την ανάγκη τήρησης της πολεοδομικής και χωροταξικής νομοθεσίας και αυτήν της ύπαρξης ορίων στην οικοδόμηση, ανάλογα με την ιδιαιτερότητα και τα χαρακτηριστικά κάθε προορισμού, κάνει λόγο η Μαρία Γάτσου, γενική διευθύντρια του ΣΕΤΕ.

Τέλος, ο Σωτήρης Μπατζιάς από το τμήμα στρατηγικής και επιχειρηματικού σχεδιασμού της Deloitte αναφέρεται στην επένδυση στο Ελληνικό σημειώνοντας ότι «αναμένεται να δημιουργήσει την πρώτη νέα –ολοκληρωμένη από άποψη αστικού σχεδιασμού– πόλη η οποία θα αναπτυχθεί με γνώμονα την αειφορία».

Γιάννης Σπιλάνης*

Να γίνουμε ντελικατέσεν, όχι σούπερ μάρκετ

Ενα βασικό συμπέρασμα της διδακτορικής μου διατριβής με θέμα «Τουρισμός και περιφερειακή ανάπτυξη: η περίπτωση των ελληνικών νησιών», ήταν ότι ο τουρισμός βοηθάει στη δημιουργία συνθηκών αύξησης των εισοδημάτων, της απασχόλησης, του πληθυσμού (αυτό που ονομάζουμε μεγέθυνση) σε μια περιοχή, αλλά δεν συμβάλλει αυτόματα στη σταθερή και βιώσιμη ανάπτυξη των περιοχών αυτών. Ηταν ξεκάθαρο ήδη από τη δεκαετία του ’80 ότι νησιά όπως η Ρόδος, η Μύκονος, η Σαντορίνη, η Κως είχαν καταφέρει να αντιστρέψουν τη φθίνουσα οικονομική και δημογραφική τους πορεία εξαιτίας του τουρισμού.

Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνει μετά τόσα χρόνια τουριστικής ανάπτυξης ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού (ΠΟΤ) σε πρόσφατη έκθεσή του με τίτλο «Τουρισμός για βιώσιμη ανάπτυξη». Συμπληρώνει μάλιστα ότι έπειτα από μακροχρόνιες συζητήσεις γύρω από την αναγκαιότητα υιοθέτησης πολιτικών για έναν βιώσιμο τουρισμό, που θα συμβάλει στη βελτίωση της παγκόσμιας κατάστασης, τα κράτη και οι επιχειρήσεις λένε και υπόσχονται πολλά, αλλά πράττουν λίγα.

Τα νησιά του κόσμου όλου, και ειδικά τα ελληνικά, είναι τόποι ελκυστικοί για το κυρίαρχο τουριστικό προϊόν του πλανήτη τη μεταπολεμική περίοδο, τον τουρισμό του ήλιου και της θάλασσας. Αυτό το γεγονός συσσωρεύει πιέσεις περιβαλλοντικές και κοινωνικές στα εύθραυστα νησιωτικά οικοσυστήματα, ενώ, παρά τα εμφανή θετικά συνολικά οικονομικά αποτελέσματα, εκφράζονται πολλές αμφιβολίες για τον τρόπο διάχυσής τους στις τοπικές κοινωνίες.

Προφανώς τα προβλήματα δεν έχουν την ίδια ισχύ και ένταση παντού, αλλά είναι ανάλογα των τουριστικών ροών και του μοντέλου τουριστικής ανάπτυξης ακόμη και μεταξύ των ελληνικών νησιών. Υπάρχουν νησιά όπου η αναλογία διανυκτερεύσεων ανά κάτοικο και ανά έκταση είναι ιδιαίτερα υψηλή, γεγονός που αποτυπώνει την ύπαρξη κινδύνων βιωσιμότητας της όλης πορείας.

Με βάση τα δεδομένα του Παρατηρητηρίου Βιώσιμου Τουρισμού Αιγαίου μπορούμε να κατατάξουμε τα νησιά μας σε παραθεριστικά (δηλαδή αυτά με περισσότερες ιδιωτικές κλίνες παρά επαγγελματικές), σε νησιά με υψηλή εξάρτηση από tour operators και σε νησιά που βασίζονται σε μη οργανωμένους τουρίστες. Καθεμιά από τις κατηγορίες αυτές καταγράφουν διαφορετικές οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιδόσεις που θα πρέπει να αξιοποιηθούν σε ό,τι αφορά τον μελλοντικό σχεδιασμό. Παρά τον κίνδυνο υπερβολικής γενίκευσης, θα υποστήριζα ότι τα πρώτα υστερούν σε επιδόσεις και τα τελευταία υπερτερούν.

Πώς μπορούμε να μεγιστοποιήσουμε τις αποδόσεις του τουρισμού, όπως ζητεί ο ΠΟΤ, δηλαδή το αποτύπωμά του, χωρίς να βάλουμε σε κίνδυνο τη φέρουσα ικανότητα του κάθε νησιού ξεχωριστά; Δύο βασικές προϋποθέσεις:

• Η ύπαρξη σχεδίου ανάπτυξης και διαχείρισης τουρισμού ενταγμένο στον συνολικό αναπτυξιακό σχεδιασμό ώστε να λαμβάνονται υπόψη τα όρια που υπάρχουν στα μικρά οικοσυστήματα, αλλά και η ανάγκη για βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων. Η λειτουργία παρατηρητηρίων και φορέων διαχείρισης, σε επίπεδο περιφέρειας αλλά και σημαντικών προορισμών, αποτελούν τα κατάλληλα εργαλεία.

• Ο τουριστικός σχεδιασμός στα νησιά οφείλει να εστιάσει όχι στον «φτηνό» και στον «μεγάλης κλίμακας» τουρισμό, αφού έχει περιορισμένους πόρους και χώρο αλλά και μεγάλα κόστη λειτουργίας. Οφείλει να αναδείξει τις πολιτιστικές, περιβαλλοντικές και παραγωγικές ιδιαιτερότητες του κάθε νησιού με προϊόντα και υπηρεσίες ποιοτικές, με ταυτότητα και υψηλή προστιθέμενη αξία που να ενσωματώνουν τεχνογνωσία και εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Η πανδημία προκαλεί μια νέα επανεκκίνηση του τουρισμού με πολλές άγνωστες παραμέτρους. Η Ελλάδα, με τα νησιά της που καλύπτουν τα δύο τρίτα του ελληνικού τουρισμού, πρέπει να κάνει επιλογές σε ό,τι αφορά το μοντέλο της τουριστικής ανάπτυξης που μέχρι σήμερα αποφεύγει: αυτές της ποιότητας. Η Ελλάδα λόγω του μεγέθους της αλλά και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της θα πρέπει να απορρίψει την επιλογή του σούπερ μάρκετ και να υιοθετήσει αυτή του καταστήματος ντελικατέσεν, με ό,τι αυτό προϋποθέτει σε ό,τι αφορά την παραγωγή και τη διακίνηση του τουριστικού προϊόντος.
 
* Ο κ. Γιάννης Σπιλάνης είναι καθηγητής στο Τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου και διευθυντής του Παρατηρητηρίου Βιώσιμου Τουρισμού Αιγαίου του ΠΟΤ.

Μαρία Γάτσου*

Αρρηκτη σχέση τουρισμού και βιώσιμης ανάπτυξης

Μπορεί τα μάτια όλου του πλανήτη να είναι στραμμένα στην αντιμετώπιση της πανδημίας και των επιπτώσεων αυτής, όμως ζητήματα όπως η βιώσιμη ανάπτυξη παραμένουν κυρίαρχα και έχουν ενισχυθεί και ως ανάγκη στο πεδίο των συζητήσεων και της έρευνας τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο, όσο και εντός της χώρας.

Η τουριστική δραστηριότητα αποτελεί σημαντικό μέρος αυτών των συζητήσεων. Ολοι οι ανεπτυγμένοι προορισμοί αναζητούν διαρκώς τρόπους για να εξασφαλίσουν όρους βιώσιμης ανάπτυξης. Στην Ελλάδα, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), ήδη από το 2016, είχε ξεκινήσει έναν κύκλο διαβουλεύσεων και παρεμβάσεων σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο, επισημαίνοντας σε κάθε ευκαιρία ότι το μέλλον του τουρισμού είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη βιώσιμη ανάπτυξη, τον σεβασμό στο περιβάλλον, στην κοινωνία, στον άνθρωπο. Ο τουρισμός δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά αναδεικνύεται σε κύριο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας μας, που συμβάλλει σε σημαντικό βαθμό στην οικονομία, στην απασχόληση και κατ’ επέκταση στην κοινωνική ευημερία. Αλλωστε, για να έχουμε ευχαριστημένους τουρίστες, πρέπει να έχουμε αρχικά ευχαριστημένους κατοίκους. 
Η ιστορία της πανδημίας μετέβαλε βραχυπρόθεσμα τις προτεραιότητες, όμως δεν άλλαξε τον σταθερό μας στόχο για τη σωστή διαχείριση και ανάπτυξη των προορισμών.

Η πανδημία, πέραν των αρνητικών της επιπτώσεων, δημιουργεί και μία ευκαιρία για την αντιμετώπιση σειράς ζητημάτων προς αυτή την κατεύθυνση. 

Ενα τέτοιο ζήτημα είναι και η αντιμετώπιση της άναρχης και ανεξέλεγκτης δόμησης λόγω έλλειψης χωρικού σχεδιασμού. Ενα βασικό εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό, το οποίο βρίσκεται στην τελική φάση θεσμοθέτησής του. Πιστεύουμε ότι πρέπει να στοχεύει στη δημιουργία και διατήρηση ευημερούντων κοινωνικών, οικονομικών και οικολογικών συστημάτων και να λειτουργεί ως καταλύτης για τη σύνθεση πολλές φορές αντίρροπων παραμέτρων, λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς καλές πρακτικές, αλλά και την ελληνική ιδιαιτερότητα. Από την άλλη, τίθεται κατά καιρούς το ζήτημα της αυξανόμενης οικοδόμησης των νησιών και των παράκτιων περιοχών, ένα θέμα που δεν αφορά μόνο τον τουρισμό. Στο πλαίσιο αυτό, θα είχε ενδιαφέρον να δούμε το ισοζύγιο, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, μεταξύ αδειοδοτημένων και μη αδειοδοτημένων καταλυμάτων που προσφέρονται για βραχυχρόνιες μισθώσεις. Σε κάθε περίπτωση, είναι απαραίτητο να τηρείται η πολεοδομική και χωροταξική νομοθεσία και να υπάρχουν όρια στην οικοδόμηση, ανάλογα με την ιδιαιτερότητα και τα χαρακτηριστικά κάθε προορισμού. 

Στο ίδιο πλαίσιο, βαρύτητα πρέπει να δοθεί και στη διαχείριση προσέγγισης κρουαζιερόπλοιων. Η αξιοποίηση της τεχνολογίας μπορεί να βοηθήσει σε αυτή την κατεύθυνση, με οργανωμένο τρόπο, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο συνωστισμός που δημιουργεί αρνητικές εντυπώσεις στους τουρίστες και μεγάλα προβλήματα στους κατοίκους και στις υποδομές.   

Αντίστοιχα, η τεχνολογία μπορεί να συμβάλει σημαντικά και στη διαχείριση των ροών στους αρχαιολογικούς χώρους, με την παράλληλη επιδίωξη η εμπειρία για τους επισκέπτες να γίνει βιωματική. Σε ό,τι αφορά την τιμή των εισιτηρίων, αυτό είναι ένα θέμα που συνδέεται με το επίπεδο των υπηρεσιών σε κάθε χώρο και την εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας σε σχέση με αντίστοιχους χώρους στο εξωτερικό.    

Η πραγματικότητα είναι ότι οι τουριστικές επιχειρήσεις είναι έτοιμες να συμβάλουν σε κάθε προσπάθεια που θα οδηγήσει τη χώρα σε διαδρομές βιώσιμης ανάπτυξης. Το κράτος από την πλευρά του οφείλει να δημιουργεί το ρυθμιστικό πλαίσιο και να δίνει κίνητρα για την ταχύτερη ικανοποίηση αυτών των στόχων. Ο συνδυασμός της προθυμίας και της ετοιμότητας των τουριστικών επιχειρήσεων με το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο μπορεί, αναμφίβολα, να μας οδηγήσει στην επόμενη μέρα του τουρισμού, με τη βιωσιμότητα να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο όχι μόνο στην τουριστική ανάπτυξη της χώρας μας, αλλά και στον τρόπο που την προβάλλουμε διεθνώς.
 
* Η κ. Μαρία Γάτσου είναι γενική διευθύντρια του ΣΕΤΕ.

Σωτήρης Μπατζιάς*

Βασική προτεραιότητα οι «έξυπνες» πόλεις

Ο μετασχηματισμός των πόλεων σε «έξυπνες» αποτελεί πλέον βασική προτεραιότητα για την αντιμετώπιση προκλήσεων που συνδέονται τόσο με τη διαχείριση κρίσεων, όσο και με την αντιμετώπιση χρόνιων ζητημάτων που περιορίζουν τις προοπτικές ευημερίας.

Η ανάπτυξη των σύγχρονων πόλεων στηρίζεται στην ενσωμάτωση ψηφιακών λύσεων για τη βελτίωση της απόδοσης των αστικών υπηρεσιών, της εμπειρίας των επισκεπτών και της ποιότητας ζωής των πολιτών. Για την αντιμετώπιση των προκλήσεων μιας βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης απαιτείται από τις διοικήσεις των πόλεων να αναγνωρίσουν – αναζητήσουν την τοποθέτησή τους σε ένα περιβάλλον ισχυρών παγκόσμιων τάσεων (π.χ. αστικοποίηση, στόχοι βιωσιμότητας, υγειονομικά πρωτόκολλα, υψηλές απαιτήσεις πολιτών, τεχνολογικές εξελίξεις). Οι προκλήσεις μετασχηματισμού αφορούν τόσο τα μεγάλα αστικά κέντρα όσο και την περιφέρεια και τα ελληνικά νησιά, η επιχειρησιακή λειτουργία των οποίων επιβαρύνεται ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες λόγω της τουριστικής κίνησης. Περιπτώσεις όπως η Αστυπάλαια αποτελούν παραδείγματα της μετάβασης σε ένα νέο μοντέλο.

Αστικά κέντρα. Εως το 2050 πάνω από το 65% του πληθυσμού αναμένεται να ζει σε πόλεις. Ειδικά για τα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Αθήνα, οι παραπάνω σύγχρονες τάσεις δημιουργούν σημαντικές πιέσεις στο υφιστάμενο μοντέλο λειτουργίας και εξυπηρέτησης πολιτών και επισκεπτών. Ο μετασχηματισμός προς τη βιώσιμη ανάπτυξη θα πρέπει να στηριχθεί στην αποτελεσματική συνεργασία ενός οικοσυστήματος ενδιαφερομένων και στην αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων για τη βελτίωση της απόδοσης σε τομείς που αφορούν την καθημερινότητα των πολιτών, την κινητικότητα, την ασφάλεια, την εκπαίδευση, την υγεία και το περιβάλλον.

Η αντιμετώπιση της πρόσφατης πανδημίας ανέδειξε ευκαιρίες και δυνατότητες για την προσαρμογή σε νέα δεδομένα. Η συντονισμένη προώθηση δέσμης παρεμβάσεων που αφορούν τις παραπάνω περιοχές απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό και συνεργασίες που θα διασφαλίσουν την απαραίτητη συνέπεια κατά την περίοδο υλοποίησης. Κύριο συστατικό επιτυχίας αποτελεί η δημιουργία ενός περιβάλλοντος ανάδειξης καινοτόμων λύσεων, η διασύνδεση βασικών υποδομών και η αξιοποίηση δεδομένων για τη λήψη αποφάσεων, αλλά και η προώθηση αναγκαίων ρυθμιστικών πρωτοβουλιών που θα επιτρέψουν τη βέλτιστη αξιοποίηση νέων επιχειρησιακών μοντέλων διαχείρισης.

Η πρώτη smart city. Η επένδυση στο Ελληνικό από τη Lamda Development αναμένεται να δημιουργήσει την πρώτη νέα –ολοκληρωμένη από άποψη αστικού σχεδιασμού– πόλη, η οποία θα αναπτυχθεί με γνώμονα την αειφορία. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη και το πιο φιλόδοξο αναπτυξιακό έργο ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην Ελλάδα με ιδιαίτερα θετικό αντίκτυπο στην ελληνική οικονομία.

Η μεγάλης κλίμακας αστική ανάπλαση αναμένεται να στηριχθεί εξαρχής σε προδιαγραφές βιώσιμης ανάπτυξης, αξιοποιώντας το πλεονέκτημα του αρχικού σχεδιασμού (greenfield). Συνολικά, το Ελληνικό εκτιμάται ότι θα προσελκύσει περισσότερους από ένα εκατ. νέους τουρίστες στην περιοχή και έχει ήδη ξεκινήσει να προσελκύει έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον. Προωθεί ένα νέο – διαφοροποιημένο προϊόν, το οποίο συνδυάζει τις επιμέρους αναπτύξεις, αναδεικνύοντας παράλληλα την υπεραξία που μπορεί να προκύψει από την υιοθέτηση «έξυπνων» πρακτικών που μπορούν να ενισχύσουν την απόδοση των επενδυτικών κεφαλαίων. Η τεχνολογία και η καινοτομία αναμένεται να αποτελέσουν ουσιαστικούς αρωγούς για τη δημιουργία μιας σύγχρονης πόλης – παράδειγμα αστικής ανάπλασης.

Η βιώσιμη ανάπτυξη αποτελεί κεντρικό άξονα σχεδιασμού για τις πόλεις του αύριο. Εχει αποκτήσει ισχυρή δυναμική, στηρίζοντας την προώθηση «έξυπνων» λύσεων. Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να συνδυάζεται με μια συνεκτική στρατηγική, η οποία αναγνωρίζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των περιοχών, αξιοποιεί συνεργασίες και προωθεί την κατάλληλη δέσμη παρεμβάσεων που μεγιστοποιεί το αναπτυξιακό αποτύπωμα.
 
* Ο κ. Σωτήρης Μπατζιάς είναι Principal | Strategy & Business Design, Smart city strategy leader, Deloitte Ελλάδος.