ΑΠΟΨΗ

Πλούσιοι με χρωστούμενα;

Πλούσιοι με χρωστούμενα;

Μεγάλη αναταραχή έχει προκαλέσει πρόσφατη ρύθμιση του υπουργείου Παιδείας σχετικά με οφειλές καθηγητών προς τους Ειδικούς Λογαριασμούς Κονδυλίων Ερευνας (ΕΛΚΕ) των πανεπιστημίων. Για όσους δεν γνωρίζουν, το 1997 καθιερώθηκε η υποχρέωση των καθηγητών που ασκούσαν ελευθέριο επάγγελμα να αποδίδουν ένα ποσοστό επί των εσόδων τους προς τους ΕΛΚΕ. Είναι, τρόπον τινά, το αντίτιμο της φήμης που χρησιμοποιούν τον τίτλο του καθηγητή πανεπιστημίου. Το ποσοστό είχε καθιερωθεί αρχικώς στο 30% επί των ακαθαρίστων εσόδων. Εκτοτε αναπροσαρμόστηκε αρκετές φορές. Το 2017 καθορίστηκε αναδρομικά στο 7% επί των καθαρών εσόδων.

Στην πράξη, η εφαρμογή του αφέθηκε στον πατριωτισμό των καθηγητών. Ουδέποτε υπήρξαν τα εργαλεία για τον υπολογισμό και την είσπραξη των σχετικών οφειλών. Οσοι καθηγητές επιθυμούσαν, προσκόμιζαν αυτοβούλως τα φορολογικά τους στοιχεία, αποδίδοντας τις σχετικές κρατήσεις. Αλλοι απέφευγαν συστηματικά αυτή τη διαδικασία, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία των πανεπιστημίων να εξακριβώσουν ποιοι και τι ποσά χρωστούσαν. Ενδεικτικά, οι ΔΟΥ αρνούνταν τη χορήγηση στοιχείων στους ΕΛΚΕ λόγω του φορολογικού απορρήτου.

Με διάσπαρτες ρυθμίσεις από το 2016 έως τον Ιούνιο του 2019, προβλέφθηκε η δυνατότητα των ΕΛΚΕ να λάβουν τα σχετικά φορολογικά στοιχεία των καθηγητών απευθείας από την ΑΑΔΕ προκειμένου να υπολογιστούν και να εισπραχθούν οι σχετικές οφειλές. Οι εν λόγω ρυθμίσεις για ακόμη μία φορά απεδείχθησαν ανεπαρκείς, ενώ η διαδικασία απόδοσης των εν λόγω στοιχείων ανέδειξε μια σειρά νέων σοβαρών προβλημάτων. Ενδεικτικά, τα φορολογικά στοιχεία που αποδόθηκαν από την ΑΑΔΕ αφορούσαν ένα άθροισμα ετήσιων εισοδημάτων προερχόμενων από επιχειρηματική δραστηριότητα ή συμμετοχή σε εταιρείες ανεξαρτήτως αν αυτά υπάγονταν ή όχι στη σχετική κράτηση (π.χ. εισοδήματα από αγροτική δραστηριότητα, δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, συμμετοχή σε οικογενειακές ή άλλες επιχειρήσεις με μη σχετικό αντικείμενο). Οι ΕΛΚΕ για ακόμη μία φορά ήσαν σε αδιέξοδο.

Μεταξύ Ιουλίου 2019 και Δεκεμβρίου 2020, το υπουργείο Παιδείας, με σειρά ρυθμίσεων, δημιούργησε για τους ΕΛΚΕ τα εργαλεία για τον υπολογισμό και την είσπραξη των οφειλών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας αναγκαστικής είσπραξής τους μέσω των φορολογικών αρχών σε περίπτωση άρνησης των υπόχρεων να πληρώσουν. Οι νέες ρυθμίσεις εφαρμόσθηκαν στις αρχές του 2021. Η εφαρμογή ανέδειξε ορισμένα νέα προβλήματα όπως ενδεικτικά:

• Η αναδρομή των οφειλών σε τόσο παλαιούς χρόνους (από το 1999 έως το 2002 οι οφειλές υπολογίζονταν με δραχμές…) δημιουργούσε κρίσιμα κενά ως προς την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων. Επιπλέον, τα τελευταία 21 έτη ο τρόπος κατάρτισης των φορολογικών δηλώσεων έχει αλλάξει αρκετές φορές καθιστώντας δυσχερή τον έλεγχο των υπό κρίση στοιχείων.

• Οσοι αμφισβητούσαν τα εισοδήματα, επί των οποίων οι ΕΛΚΕ υπολόγιζαν το 7%, δεν ήσαν πολλές φορές σε θέση για τόσο μακρινούς χρόνους να αποδείξουν ότι δεν είναι υπόχρεοι καταβολής. Βάσει της νομοθεσίας, οι πολίτες έχουν υποχρέωση να τηρούν τα φορολογικά τους στοιχεία για τα εισοδήματά τους μόνο για πέντε έτη.

• Πολλοί από τους φερόμενους ως υπόχρεους είτε είχαν αφυπηρετήσει πριν από πολλά έτη με αποτέλεσμα οι ΕΛΚΕ να μην έχουν στοιχεία επικοινωνίας τους και να καθίσταται αδύνατη η επίδοση των σχετικών πράξεων, είτε είχαν αποβιώσει και οι κληρονόμοι τους δεν είχαν ιδέαν για τις οφειλές αυτές (οι οποίες άλλωστε έχουν προσωποπαγή χαρακτήρα). Προφανώς δεν είχαν και τα μέσα να αμφισβητήσουν τα ποσά.

• Το κόστος επίδοσης των πράξεων προσδιορισμού ορισμένες φορές υπερέβαινε κατά πολύ το ύψος των προς είσπραξη οφειλών, με αποτέλεσμα η διαδικασία να καθίσταται ασύμφορη ακόμη και για τους ίδιους τους ΕΛΚΕ.

Υπήρχαν δύο δυνατότητες για το υπουργείο Παιδείας. Ο εύκολος δρόμος θα ήταν η αδιαφορία. Οι ΕΛΚΕ θα εγκλωβίζονταν για τα επόμενα χρόνια σε μια διαδικασία ελέγχου χιλιάδων ενστάσεων που επηρεαζόταν από την έλλειψη των αντίστοιχων αποδεικτικών μέσων. Μέσα στην εσωστρέφεια που θα προκαλούσαν οι ενστάσεις, οι μπαταξήδες θα ήσαν σίγουροι ότι κανένας δεν θα τους ενοχλούσε. Ολα αυτά θα μεταφέρονταν μοιραίως στα διοικητικά δικαστήρια. Μετά θα αναρωτιόμασταν τι προκαλεί τέτοιο δικαστικό φόρτο και μοιραίες καθυστερήσεις. Το υπουργείο Παιδείας όμως θα εμφανιζόταν ως κέρβερος διεκδικήσεως των χρωστούμενων παρόλο που δεν καταλήγουν ποτέ στους ΕΛΚΕ. Αυτό άλλωστε δεν γινόταν επί τόσα χρόνια;

Ο δύσκολος δρόμος ήταν να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα με ορθολογικά κριτήρια. Βάσει της νομοθεσίας, όλοι οι φορείς του Δημοσίου υποχρεούνται να τηρούν αρχεία σχετικά με θέματα διαχείρισης για δέκα έτη. Παράλληλα, ο νόμος 4820/2021 για το Ελεγκτικό Συνέδριο ορίζει δεκαετή παραγραφή των εκκρεμών καταλογισμών. Επίσης, η αξίωση για την αναζήτηση τυχόν διαχειριστικού ελλείμματος παραγράφεται μετά την πάροδο δέκα (10) ετών. Μετά το 2009 οι ΕΛΚΕ έχουν τη δυνατότητα βάσει των στοιχείων της ΑΑΔΕ να προσδιορίζουν με ακρίβεια τα διεκδικούμενα ποσά και να ελέγχουν την ακρίβεια των στοιχείων που επικαλούνται οι υπόχρεοι. Με όλες αυτές τις παραδοχές αποφασίσθηκε η αναζήτηση των οφειλών προς τους ΕΛΚΕ να εντοπισθεί στη δεκαετία (παρεμπιπτόντως και τα κακουργήματα –πλην αυτών που τιμωρούνται με ισόβια κάθειρξη– παραγράφονται μετά πάροδο 15ετίας…). Παράλληλα, δεν διεκδικούνται ποσά μικρότερα των 60 ευρώ διότι το διοικητικό κόστος είναι μεγαλύτερο. Τέλος, δεν ανατρέχουν οι οφειλές και στους κληρονόμους.

Σε περιπτώσεις οφειλών που λιμνάζουν επί δεκαετίες δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Οι Ηρακλείς που έχουν ξεσπαθώσει κατά της δεκαετούς παραγραφής χρεών είναι βέβαιον ότι επιθυμούν ασφάλεια δικαίου παρά ες αεί ομηρία κάποιων ανθρώπων που δεν έχουν τα μέσα να αποδείξουν το δίκιο τους. Το κρίσιμο είναι ότι επιτέλους οι ΕΛΚΕ είναι σε θέση να εισπράξουν τα χρωστούμενα του παρελθόντος.

* Ο κ. Αγγελος Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, βουλευτής στην Α΄ Αθηνών, υφυπουργός Παιδείας.