ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Κλιματική κρίση: Οι ελληνικές προκλήσεις

Οι στόχοι του 2030 είναι φιλόδοξοι, υπάρχουν όμως ερωτήματα για τον συνδυασμό με τους πιο απαιτητικούς στόχους του 2050

klimatiki-krisi-oi-ellinikes-prokliseis-561564418

Οι φετινοί παρατεταμένοι καύσωνες, οι καταστροφικές πυρκαγιές, οι ισχυρές βροχοπτώσεις και η πιο συχνή εμφάνιση έντονων καιρικών φαινομένων έδειξαν πως η κλιματική αλλαγή δεν είναι ένα σενάριο του μέλλοντος, αλλά μια πραγματικότητα που υποχρεώνει σε επιλογές εδώ και τώρα. Παρ’ όλα αυτά, η διεθνής σύνοδος του ΟΗΕ για το κλίμα αύριο στη Γλασκώβη, COP26, δεν ξεκινάει με τις πιο ευοίωνες προοπτικές. Εξι χρόνια μετά τη Συμφωνία του Παρισιού οι δεσμεύσεις σχεδόν όλων των κρατών αποδεικνύονται ανεπαρκείς.

Η Ελλάδα πέρασε δύο φάσεις όσον αφορά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ). Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέχρι το 2007 παρουσιάστηκε μια σημαντική αύξηση των ΑτΘ, ενώ από τότε καταγράφεται σταθερή μείωση. Από τους 101.181,55 εκατ. τόνους ισοδύναμου CO2 το 1990, οι εκπομπές κορυφώνονται το 2007 στους 133.685,61 εκατ. τόνους, για να ξεκινήσει μετά μια έντονα καθοδική πορεία.

Το 2019 η Ελλάδα είχε περιορίσει τις εκπομπές της σε σχέση με το 1990 κατά 18,8%, έναντι 24% σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η μείωση των εκπομπών για πολλά χρόνια ακολούθησε τον ρυθμό μείωσης του ΑΕΠ λόγω οικονομικής κρίσης, δηλαδή τη συρρίκνωση της παραγωγής αλλά και την οδυνηρή περικοπή κοινωνικών δραστηριοτήτων, όπως για παράδειγμα τον περιορισμό της θέρμανσης (ενεργειακή φτώχεια), των μετακινήσεων κ.λπ. Οπως σημειώνει έκθεση του ΣΕΒ, την περίοδο 2008-2018 οι εκπομπές ΑτΘ μειώθηκαν στην Ελλάδα κατά 25,4%, με τη μείωση του ΑΕΠ την ίδια περίοδο να είναι 24,6%.

klimatiki-krisi-oi-ellinikes-prokliseis0Αυτό αποτυπώνεται εξάλλου και σε έναν άλλο δείκτη, που αφορά την εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα ανά ευρώ Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας. Σύμφωνα με στοιχεία της Εurostat για το 2019, η Ελλάδα είναι στην 6η χειρότερη θέση της Ε.Ε., πίσω από Βουλγαρία, Πολωνία, Εσθονία, Τσεχία, Σλοβακία, καθώς για κάθε ευρώ στην Ελλάδα εκπέμπονται περίπου 340 γραμμάρια CO2, έναντι 270 που είναι ο μέσος όρος στην Ε.Ε. Η βασική αιτία γι’ αυτό βρίσκεται στην παραγωγή ενέργειας στην Ελλάδα, η οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ορυκτά καύσιμα (κυρίως φυσικό αέριο και λιγότερο λιγνίτη).

Το 2019 η Ελλάδα είχε περιορίσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σχέση με το 1990 κατά 18,8%, έναντι 24% σε επίπεδο Ε.Ε.

«Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα φάση, καθώς η Ευρωπαϊκή Ενωση έθεσε ακόμα πιο φιλόδοξο στόχο για το 2030, δηλαδή να μειώσει τις εκπομπές κατά 55% σε σχέση με το 1990, έναντι 40% προηγουμένως. Αυτό θα φέρει ένα κύμα αναθεώρησης όλων των εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα (ΕΣΕΚ), μαζί και του ελληνικού. Ταυτόχρονα παραμένει ο στόχος για μηδενικές εκπομπές μέχρι το 2050», λέει στην «Κ» ο Σεβαστιανός Μοιρασγεντής, ερευνητής στο Εθνικό Αστεροσκοπείο και στην εμβληματική δράση για το κλίμα Climpact.

«Το ζητούμενο είναι να υπάρχει ένα σχέδιο που να “πιάνει” τους στόχους του 2030, διαμορφώνοντας τους όρους επίτευξης των ακόμα πιο δύσκολων του 2050», σχολιάζει ο κ. Μοιρασγεντής. Σύμφωνα με τον ερευνητή του Αστεροσκοπείου, οι στόχοι που ήδη θέτει το ελληνικό ΕΣΕΚ για το 2030 είναι φιλόδοξοι, υπάρχουν όμως ερωτήματα για τον συνδυασμό με τους πολύ πιο απαιτητικούς στόχους του 2050. «Υπάρχουν πολύ υψηλοί στόχοι για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κάτι που είναι προφανώς αναγκαίο, παραμένουν όμως ανοικτά ζητήματα για τις δυνατότητες του δικτύου, ελλείψεις όσον αφορά την αποθήκευση της ενέργειας κ.λπ. Μια πιο ομαλή πορεία απολιγνιτοποίησης θα έδινε πιο σταθερό βηματισμό. Σήμερα δημιουργούνται κενά που καλύπτονται από ιδιωτικές επενδύσεις για νέες μονάδες φυσικού αερίου. Θα κλείσουν αυτές όταν πρέπει να περάσουμε στην πλήρη απανθρακοποίηση;», σημειώνει ο κ. Μοιρασγεντής.  Οσον αφορά τις ΑΠΕ, ο ερευνητής του Αστεροσκοπείου υπογραμμίζει την ανάγκη να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών μέσω δημοτικών επιχειρήσεων, ενεργειακών κοινοτήτων και την ανάπτυξη ουσιαστικού διαλόγου.

Οι κατοικίες

Κρίσιμος τομέας είναι αυτός της κατοικίας. «Οταν το 2050 πρέπει να πάμε σε μηδενικές εκπομπές, αυτό σημαίνει πως οι κατοικίες πρέπει να έχουν σχεδόν μηδενική ενεργειακή κατανάλωση, δηλαδή με βάση τις κατηγορίες των ενεργειακών πιστοποιητικών να είναι από την κατηγορία Β+ και πάνω», εξηγεί ο κ. Μοιρασγεντής. Σήμερα όμως για να μπει ένα ακίνητο στο Εξοικονομώ πρέπει να ανέβει τρεις κατηγορίες στην ενεργειακή κλίμακα. Εάν είναι όμως στις χαμηλές κατηγορίες Ζ+Η, που είναι το 45% των κατοικιών, θα φτάσει στο επίπεδο Γ+Δ αντίστοιχα, κάτι που δεν είναι αρκετό για το 2050.

Οπως δηλώνει ο ίδιος, «σήμερα είναι αναγκαίο να ξεκινήσουν ριζικές ενεργειακές ανακαινίσεις. Αυτό απαιτεί την εκπόνηση ενός δημόσιου προγράμματος μαζικής παρέμβασης, βιομηχανικού τύπου, σε ολόκληρα τετράγωνα, που με τα ίδια χρήματα μπορούμε να έχουμε πολύ καλύτερα αποτελέσματα. Υπάρχουν στη Γαλλία αντίστοιχες επιτυχημένες πρακτικές. Επίσης πρέπει να αυξηθεί ο αριθμός των κατοικιών που αναβαθμίζονται κάθε έτος. Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να υπάρχει για τα φτωχά νοικοκυριά, που δεν μπορούν να δώσουν τη συνεισφορά τους, παρότι είναι αυτά που διαμένουν σε σπίτια με επιτακτική ανάγκη ενεργειακής θωράκισης».