ΑΠΟΨΗ

Σχέδιο Δράσης για το «Πανεπιστήμιο του 2030»

schedio-drasis-gia-to-panepistimio-toy-2030-561601810

Τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια, πλην λίγων φωτεινών εξαιρέσεων, δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα διεθνώς: η δυναμική εξέλιξη των επιστημονικών κλάδων, η διεπιστημονικότητα και η στενή αλληλεπίδραση επιστημονικών αντικειμένων που μέχρι πρότινος έμοιαζαν αταίριαστα, οι συνέργειες μεταξύ της βιομηχανίας και της επιστημονικής έρευνας, η ψηφιακή επανάσταση που αλλάζει ριζικά τον τρόπο επικοινωνίας αλλά και εργασίας αποτελούν προκλήσεις που επηρεάζουν το μέλλον των πανεπιστημίων, καθιστώντας αναγκαίες και επείγουσες τις αλλαγές στο περιβάλλον του ελληνικού πανεπιστημίου. Οχι ότι δεν έχουν επιχειρηθεί αλλαγές ακόμη και στο πρόσφατο παρελθόν. Ωστόσο, παρά τη γενική αναγνώριση των προβλημάτων που υπάρχουν στον χώρο των πανεπιστημίων και την αδιάκοπη συζήτηση σχετικά με αυτά, οι μεταρρυθμίσεις που έχουν επιχειρηθεί δεν έχουν καρποφορήσει, είτε γιατί δεν έχουν αναπτυχθεί σε μεγάλη κλίμακα είτε επειδή έχουν υπονομευθεί και αναιρεθεί. Επειδή ακριβώς επιχειρήθηκαν αρκετές μεταρρυθμίσεις που δεν απέδωσαν, έχει δημιουργηθεί μια γενικευμένη αίσθηση πως η κατάσταση στα πανεπιστήμια στην Ελλάδα δεν μπορεί να αλλάξει· ότι το σύστημα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης έχει μια δική του κουλτούρα που ευνοεί τη συντήρηση. Δεν συμμεριζόμαστε την αίσθηση αυτή και πιστεύουμε πως πρέπει και μπορεί να αμφισβητηθεί αποφασιστικά. Η συνεχιζόμενη τελμάτωση της παιδείας έχει κόστος όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική ευημερία και τη βελτίωση της ζωής των πολιτών.

Στο πλαίσιο του Σχεδίου Δράσης για το «Πανεπιστήμιο του 2030», που προέκυψε από μια πρωτοβουλία του Ιδρύματος Μποδοσάκη για την αντιμετώπιση των μεγάλων προκλήσεων της εποχής μας, δομήσαμε τις προτάσεις μας σε τρεις άξονες που συνθέτουν μια αλυσίδα και συνδέονται μεταξύ τους ουσιαστικά: πρόκειται για τον άξονα της αποτελεσματικότητας, της αυτονομίας και της λογοδοσίας. Εστιάσαμε στα θέματα διοίκησης, διακρίνοντας μεταξύ των ακαδημαϊκών θεμάτων που παραμένουν στην αρμοδιότητα του πρύτανη και των στρατηγικών θεμάτων που ανατίθενται σε εκλεγμένα συμβούλια διοίκησης. Με άλλα λόγια, επαναφέρουμε στις προτάσεις μας τον θεσμό των συμβουλίων διοίκησης που είχαν δοκιμαστεί με το νόμο Διαμαντοπούλου (4009/2011), κάνουμε ωστόσο και ένα βήμα παραπέρα. Προκειμένου να υπάρξει αυτονομία του πρύτανη τόσο απέναντι στα μέλη ΔΕΠ του πανεπιστημίου όσο και απέναντι στο συμβούλιο διοίκησης του ιδρύματος προτείνουμε να ορίζεται ειδική επιτροπή (search committee) για την αναζήτηση των κατάλληλων υποψηφίων για να καταλάβουν τη θέση του πρύτανη, μεταξύ των οποίων να γίνεται η τελική επιλογή από το συμβούλιο. Μια ανάλογη διαδικασία που να ανταποκρίνεται στη λογική των αμοιβαίων ελέγχων και ισορροπιών (checks and balances) προτείνουμε και για τα μέλη του πρυτανικού συμβουλίου και των κοσμητόρων.

Η αποτελεσματικότητα του Πανεπιστημίου του Μέλλοντος συναρτάται με τη σύνδεση των προσφερόμενων προγραμμάτων σπουδών με το σύγχρονο περιβάλλον της γνώσης. Για τον λόγο αυτό προτείνουμε την αποσύνδεση των πτυχίων από λεπτομερή επαγγελματικά δικαιώματα και τη δημιουργία ευέλικτων προγραμμάτων σπουδών που να μπορούν να ανανεώνονται και να προσαρμόζονται στις αλλαγές, χωρίς γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και συντεχνιακή λογική. Παράλληλα, προτείνουμε το άνοιγμα των προγραμμάτων σπουδών σε διδάσκοντες από τον χώρο της έρευνας αλλά και σε στελέχη της αγοράς και της δημόσιας διοίκησης που θα δημιουργήσουν συνθήκες μεγαλύτερης ανταπόκρισης των πανεπιστημίων στις ανάγκες της κοινωνίας και αντιστοίχισης των σπουδών με τις απαιτήσεις της εποχής.

«Προτείνουμε την αποσύνδεση των πτυχίων από λεπτομερή επαγγελματικά δικαιώματα και τη δημιουργία ευέλικτων προγραμ- μάτων σπουδών».

Στα πανεπιστήμια λαμβάνει χώρα η παραγωγή της νέας γνώσης πάνω στην οποία στηρίζεται η διδασκαλία. Η έρευνα στα πανεπιστήμια γνωρίζει ωστόσο γραφειοκρατικούς περιορισμούς, με τη λειτουργία των Ειδικών Λογαριασμών που λειτουργούν ως τροχοπέδη για την έρευνα. Επιπλέον, δεν υπάρχει επαρκής και συστηματική δημόσια χρηματοδότηση της έρευνας, και δεν ευνοείται η χρηματοδοτική υποστήριξη της έρευνας στα πανεπιστήμια από την ιδιωτική αγορά, κάτι που πρέπει να αλλάξει επειγόντως. Στα ελληνικά πανεπιστήμια, ανάλογα με τη φυσιογνωμία τους, χρειάζεται να χαραχθούν ερευνητικές στρατηγικές, να ενισχυθούν τα ερευνητικά δίκτυα, να επιβραβευθούν τα εργαστήρια και οι ομάδες που διαπρέπουν, τα οποία θα λειτουργήσουν ως κίνητρα για τη βελτίωση συνολικά της ερευνητικής παραγωγής αλλά και την προσέλκυση ερευνητών της ελληνικής διασποράς και ευρύτερα που διαπρέπουν στο εξωτερικό.

Το Σχέδιο Δράσης οραματίζεται ένα σύγχρονο, αυτόνομο, παραγωγικό, ανοικτό και συμπεριληπτικό ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο, που θα εφαρμόζει ενεργητικούς τρόπους διδασκαλίας (active learning) και θα συνδυάζει μαθησιακούς, διδακτικούς και ερευνητικούς στόχους με την εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών. Με τις προτάσεις μας θέλουμε να αναδείξουμε εκείνα τα στοιχεία που θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ένα ελληνικό πανεπιστήμιο που θα πρωτοπορεί στην έρευνα και την παραγωγή γνώσης, προσελκύοντας –με τρόπο αξιοκρατικό– καταξιωμένους επιστήμονες και δίνοντας ευκαιρίες σε νεότερους με ταλέντο να εργαστούν σε αυτό.

* Η κ. Βασιλική Γεωργιάδου είναι καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.