Ποιο μοντέλο τουρισμού θέλουμε;

Ποιο μοντέλο τουρισμού θέλουμε;

Διάλογος για τον φάκελο που άνοιξε την προηγούμενη Κυριακή η «Κ»

11' 11" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Την προηγούμενη Κυριακή (21/8) η «Κ» άνοιξε τον φάκελο του ελληνικού τουρισμού καταγράφοντας ανησυχίες για το μέλλον, οι οποίες εύλογα προκύπτουν εν μέσω μιας σεζόν με ρεκόρ αφίξεων, αυξημένα έσοδα, αλλά και αρρυθμίες.

Σήμερα η εφημερίδα δίνει συνέχεια, φιλοξενώντας απόψεις που ανοίγουν γόνιμο δημόσιο διάλογο για το μοντέλο ανάπτυξης του τουρισμού και όσα πρέπει να γίνουν άμεσα ώστε οι οικονομικές προσδοκίες να μην αλλοιώσουν τον μοναδικό χαρακτήρα του ελληνικού καλοκαιριού.

Μια απάντηση δέκα σημείων στις ανησυχίες

Των Πάρι Τσάρτα, Ευθυμία Σαραντάκου

Στο αφιέρωμα της 21ης Αυγούστου στην κυριακάτικη έκδοση της έγκριτης εφημερίδα σας με τίτλος «Φάκελος Τουρισμός – Τα ρεκόρ και οι φόβοι της επόμενης ημέρας», διατυπώνονται θέσεις οι οποίες, κατά την άποψή μας, οδηγούν σε λανθασμένες εκτιμήσεις αναφορικά με τη σημασία και το μέλλον του ελληνικού τουρισμού. Ειδικότερα, ο αντίλογός μας επικεντρώνεται στα παρακάτω 10 σημεία:
 
1. Η προσέγγιση που αναφέρεται στη μονοσήμαντη αύξηση της ζήτησης ενός VIP τουρισμού παγκόσμια και στην Ελλάδα δεν συνδέεται με κανένα στοιχείο πρόσφατης ή παλαιότερης έρευνας, αντίθετα όλα τα δεδομένα δείχνουν ότι ο τουρισμός και το τουριστικό ταξίδι έχει –παγκοσμίως– ως βασικό χαρακτηριστικό τη δυνατότητα διαφορετικών καταναλωτικών ομάδων να το αποκτήσουν.
 
2. Ο τουρισμός «όλο τον χρόνο», για τη χώρα μας όπως και για πολλές άλλες χώρες με παρόμοιους εξαιρετικούς πόρους, ήταν και παραμένει για χρόνια βασικός στόχος του στρατηγικού σχεδιασμού όλων των αρμόδιων φορέων και των τουριστικών προορισμών και η επίτευξή του θα συμβάλει καθοριστικά στην επίλυση πολλών από τα ζητήματα και προβλήματα που θέτει το αφιέρωμα λόγω της διάχυσης του τουριστικού πλήθους χωροχρονικά. 

3. Στο αφιέρωμά σας, οι εκτιμήσεις για τη συμβολή του τουρισμού στην τουριστική οικονομία είναι υποεκτιμημένες. Υπολογίζεται ότι συνολικά η τουριστική κατανάλωση επηρεάζει θετικά άμεσα ή έμμεσα το 60% των κλάδων της ελληνικής οικονομίας. Οι πρόσφατες εκτιμήσεις (ΙΟΒΕ, ΚΕΠΕ, ΣΕΤΕ) υπολογίζουν τον τουριστικό πολλαπλασιαστή από 2,2 έως 2,65 και ανεβάζουν την επίπτωση του τουρισμού στο ΑΕΠ της Ελλάδας στο εντυπωσιακό 27,5% έως 33,1% και στην απασχόληση από 35% έως 42% (για το έτος 2019). 

 

4. Οι απόψεις των συντακτών του αφιερώματος που προβάλλουν την αύξηση του διεθνούς τουρισμού ως «απειλή» για τη δυνατότητα των Ελλήνων να απολαύσουν τις διακοπές τους, αναπαράγουν αρνητικές και λανθασμένες εντυπώσεις. Το μέγεθος του εσωτερικού τουρισμού σχετίζεται κατά κύριο λόγο με την αγοραστική δύναμη του Ελληνα. Η συμβολή του τουρισμού, όπως αναλύθηκε παραπάνω, οδηγεί σε αύξηση του ΑΕΠ της χώρας και της δυνατότητας του μέσου πολίτη να ταξιδεύει περισσότερο και όχι το αντίθετο. 

5. Ο προβληματισμός που διέπει σε πολλά σημεία το συγκεκριμένο αφιέρωμα αναφορικά με το υιοθετημένο σημερινό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας (υπονοείται προφανώς αυτό του μαζικού τουρισμού, ήλιου και θάλασσας), έχει δύο βασικά προβλήματα. Το πρώτο είναι ότι δεν υπάρχει ένα υιοθετημένο ενιαίο μοντέλο, αλλά αντίθετα η τουριστική ζήτηση και προσφορά είναι πλέον πολυσύνθετες. Το δεύτερο είναι ότι η χώρα μας, τα τελευταία 30 χρόνια, προσφέρει μια μεγάλη ποικιλία ειδικών προϊόντων και υποδομών. Τα δύο αυτά δεδομένα εξηγούν τόσο τη βιωσιμότητα όσο και την ανθεκτικότητα του τουριστικού μας προϊόντος.
 
6. Η χρήση των όρων του «υπερτουρισμού» και της «φέρουσας ικανότητας» θα πρέπει να γίνεται με βάση τα διεθνή πρότυπα και τα πραγματικά στοιχεία. Πρόσφατες μελέτες (όπως η μελέτη για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο του τουρισμού) καταδεικνύουν ότι η μεγάλη πλειονότητα των ελληνικών προορισμών έχει χαμηλές τιμές σε δύο βασικούς δείκτες τουριστικής πυκνότητας (κλίνες/τ.χλμ. και κλίνες/κάτοικο). Υψηλές τιμές (από 250 μέχρι και 500 κλίνες/τ.χλμ.) υπάρχουν σε μικρό αριθμό εξαιρετικά εξειδικευμένων και δυναμικών στον τουρισμό προορισμών όπως η Θήρα, η Σκιάθος και η Μύκονος, είτε σε πολύ μικρούς νησιωτικούς προορισμούς όπως το Κουφονήσι. Εδώ θα πρέπει να κάνουμε μια επισήμανση που προκύπτει μέσα από τη σύγκριση με παραδείγματα του εξωτερικού: οι τουριστικές πυκνότητες δεν αποτελούν μονοσήμαντο παράγοντα αλλά η πραγματική τους επίδραση –αναπτυξιακή, περιβαλλοντική ή κοινωνική– είναι συνάρτηση και άλλων παραγόντων. Μεταξύ αυτών καθοριστική σημασία έχουν το επίπεδο των υποδομών και η αποτελεσματικότητα της διαχείρισης του προορισμού.  

7. Το ελληνικό τοπίο είναι βασικός φυσικός, πολιτιστικός, τουριστικός πόρος ο οποίος θα πρέπει να προστατευθεί από τη διάσπαρτη δόμηση στις εκτός σχεδίου περιοχές. Οι λίγες προσπάθειες περιορισμού της «εκτός σχεδίου δόμησης» (όπως έγινε την περίοδο 2000-2003 στα νησιά του Αιγαίου, αλλά και πρόσφατα) παρέμειναν ημιτελείς γιατί αποδείχθηκαν υψηλού πολιτικού κόστους από όλες τις κυβερνήσεις. Αυτό όμως είναι ένα ευρύτερο ζήτημα που σχετίζεται με τη διαχρονική εφαρμογή πολιτικών στην Ελλάδα που ευνοούν την κερδοσκοπία επάνω στη μικρή και μεγάλη ιδιοκτησία.
 
8. Ο τουρισμός έχει αποδείξει επανειλημμένα και περίτρανα στην τελευταία ακραία κρίση της COVID-19 ότι δεν είναι μία ευπαθής ή μη ασφαλής δραστηριότητα. Το φαινόμενο του revenge tourism δεν συνδέεται μόνο με τα όσα στερηθήκαμε στην πανδημία αλλά και με το μήνυμα που στέλνουν παγκοσμίως οι καταναλωτές ότι το τουριστικό ταξίδι είναι δικαίωμα το οποίο δεν σκοπεύουν να απεμπολήσουν. 

9. Ο τουρισμός ως πολυσύνθετη δραστηριότητα αφορά πολλές ομάδες συμφερόντων και όχι μόνο όσους προσδοκούν σε διακοπές σε χαμένους παραδείσους, χωρίς άλλους τουρίστες ή παραθεριστές (εκτός από τους ίδιους…). Εκτιμούμε ότι θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι σε μία χώρα που διαθέτει έναν εξαιρετικό πλούτο πόρων, ένα τεράστιο αριθμό ποιοτικών τουριστικών προορισμών και ένα πολυσχιδές προϊόν, αυτό που έχει σημασία είναι να παραμείνει ανταγωνιστική στο διεθνές προσκήνιο κάτι το οποίο μόνο θετικά αναπτυξιακά αποτελέσματα θα έχει για όλους.

 

10. Το αφιέρωμα αναπαράγει παλαιότερα στερεότυπα που στηρίζονται στην αμφισβήτηση της συμβολής του τουρισμού στην οικονομία ή/και υπερτονισμό των αρνητικών του επιπτώσεων στο κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον θέτοντας ουσιαστικά ψευδοδιλήμματα του τύπου «τουρίστες ή οι Ελληνες», «τουρισμός ή περιβάλλον». Η σημαντική ανάκαμψη του τουρισμού και η αργοπορημένη αναγνώριση της αναπτυξιακής του δυναμικής στην πολιτική ατζέντα τα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης, θα έπρεπε αντίθετα να προκαλούσε συζήτηση για το πώς θα κεφαλαιοποιήσουμε τη θετική συγκυρία βελτιώνοντας μία σειρά από πραγματικά ζητήματα (στο τουριστικό προϊόν, στους όρους απασχόλησης των εργαζόμενων, στη διάχυση των ωφελειών του τουρισμού στην τοπική κοινωνία, στην προστασία του περιβάλλοντος, στη σχέση τουρισμού και κλιματικής αλλαγής). 

Ποιο μοντέλο τουρισμού θέλουμε;-1
 
Συμπερασματικά, η συζήτηση για τις προοπτικές του τουρισμού θα πρέπει κατά την άποψή μας να γίνεται όχι με όρους αντιθετικούς, αλλά με όρους συνθετικούς, όπως γνωρίζουν να κάνουν οι πολλοί εμπειρογνώμονες σε θέματα βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης, σχεδιασμού και διαχείρισης προορισμών και τουριστικής επιχειρηματικότητας. Σε ένα αφιέρωμα με τον συγκεκριμένο τίτλο θα περιμέναμε τη συμμετοχή τους, άλλωστε τα χρόνια προβλήματα του ελληνικού τουρισμού συνδέονται με τη μη εμπλοκή των ειδικών στα σύνθετα ζητήματα του τουριστικού τομέα. Ο δικός μας φόβος είναι να αναπαράγεται αυτή η πρακτική. 

 
* O κ. Πάρις Τσάρτας είναι καθηγητής Τουριστικής Ανάπτυξης στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο. 
** Η κ. Ευθυμία Σαραντάκου είναι επίκουρη καθηγήτρια Χωρικών Πολιτικών για Τουριστικούς Προορισμούς και Τουριστικές Επιχειρήσεις στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής.

Εξαντλώντας το «γαλάζιο πετρέλαιο»

Του Τάσου Χωμενίδη*

Πέρυσι το καλοκαίρι με αφορμή την κατάρρευση του δικτύου ύδρευσης της Μυκόνου, είχα δημοσιεύσει ένα σχόλιο με τίτλο «Τα μαύρα νερά» και θέμα την έλλειψη υποδομών και την προϊούσα υπέρβαση της φέρουσας τουριστικής ικανότητας των νησιών, επισημαίνοντας τους επερχόμενους κινδύνους υποβάθμισης του τουριστικού προϊόντος. Σήμερα η χώρα ζει στη μέθη του «success story», αντικείμενο καθημερινής προβολής σε όλα τα ΜΜΕ και ανάλογης διαμόρφωσης της κοινής γνώμης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Και πριν «αλέκτορα φωνήσαι τρις» υψώθηκε τσουνάμι. 
 
Το φαινόμενο του γυμνού τουριστικού βασιλιά αναπτύσσεται σε όλες τις περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις στο σχετικό αφιέρωμα της «Κ» την Κυριακή 21/8, με οδηγό το «to the point» άρθρο του καθηγητή Στάθη Καλύβα. Ο καθηγητής απλώνεται, χωρίς την ξύλινη γλώσσα των ανθρώπων του τουρισμού, στο σύνολο του φαινομένου της αλλοίωσης της τουριστικής φυσιογνωμίας της χώρας και τη μετατροπή της σε τριτοκοσμική τουριστική αποικία που αποξενώνεται από την κρίσιμη μάζα του εγχώριου τουρισμού. Αυτή που δίνει το χρώμα και την ιδιαιτερότητα του ελληνικού προορισμού. Τα «γκαρσόνια» της Ευρώπης» για να θυμηθούμε το ΠΑΣΟΚ της πρώτης περιόδου. 

 

Το φαινόμενο του υπερτουρισμού διαπερνά οριζόντια το σύνολο των μεσογειακών προορισμών με μια όμως ουσιώδη διαφορά: Η Ελλάδα, εκτός από τη μαζική ζήτηση, παρουσιάζει σοβαρό έλλειμμα πολεοδομικών και περιβαλλοντικών κανόνων, έλλειμμα υποδομών και σημαντικές αστοχίες στη διαχείριση των ιδιομορφιών που της προσθέτει η νησιωτικότητα και η γεωγραφία της. 
 
Τι μπορούμε, λοιπόν, να κάνουμε; Πέντε προτάσεις: 

1. Επάνοδος της χωροταξίας/πολεοδομίας στο προσκήνιο. Ο πολεοδομικός και χωροταξικός σχεδιασμός αντιμετωπίζει συνολικά την οργάνωση και τις υποδομές της χώρας, σε αντίθεση με τον τουριστικό που εκφράζει μια ουσιώδη αλλά μεμονωμένη προσέγγιση της οργάνωσης του χώρου. Αγνοεί την οικιστική δόμηση, σχέδια οργάνωσης πόλεων και οικισμών και, κυρίως, τις λοιπές δραστηριότητες που ενεργούν παράλληλα με τον τουρισμό όπως αλιεία, γεωργία, υποδομές, φέρουσα ικανότητα, στρατηγικές περιβαλλοντικές και κυκλοφοριακές επιπτώσεις εκεί που αναπτύσσεται η τουριστική δραστηριότητα. 

2. Χρήσεις γης. Ενα αγνοημένο και όμως σοβαρό μέρος του πολεοδομικού σχεδιασμού που η έλλειψή του δηλητηριάζει και αλλοιώνει τον χαρακτήρα του δομημένου περιβάλλοντος. Ενας οικιστικός ιστός, πόλης ή χωριού, που έχει σχεδιαστεί ή ιστορικά αναπτυχθεί με κύρια λειτουργία αυτή της κατοικίας, μετατρέπεται σε ένα απέραντο ξενοδοχείο, απομακρύνοντας τον τόπο από τους κατοίκους του. Παραπέμπω σε πρόσφατο σχόλιο για την αλλοίωση του κέντρου και των κεντρικών συνοικιών της Αθήνας, airbnb theme park τουριστών χωρίς τους κατοίκους. Δυστυχώς, αυτό ισχύει και για τους τουριστικούς προορισμούς και οδηγεί με βεβαιότητα στην ερήμωση της νησιωτικής επικράτειας και στην εγκατάλειψη των παραδοσιακών δραστηριοτήτων. Κυρίως όμως, εξαντλεί την τουριστική πλουτοπαραγωγική πηγή, το «γαλάζιο πετρέλαιο», εις βάρος του περιβάλλοντος αλλά και των μελλοντικών γενεών, συρρικνώνοντας επικίνδυνα το οικονομικό μοντέλο της χώρας στο μέλλον σε αυτό της τουριστικής αποικίας.

3. Υποδομές. Οι υποδομές δεν ακολουθούν την ανάπτυξη του δομημένου περιβάλλοντος. Ο κρατικός προϋπολογισμός, δηλαδή ο φορολογούμενος Ελληνας, δεν αντέχει την ανάπτυξη υποδομών (λιμάνια, δρόμοι, αποχέτευση, απόβλητα, απορρίμματα). Πρέπει να αλλάξει το μοντέλο χρηματοδότησης. Οι υποδομές δεν μπορεί να κοστίζουν το ίδιο για τον κάτοικο μιας λαϊκής συνοικίας και τον ιδιοκτήτη βίλας 1.000 τ.μ. στη Μύκονο ή το ξενοδοχείο των 1.000 ευρώ/δωμάτιο. Συνεπώς, η εισφορά σε χρήμα και τα τέλη υποδομών πρέπει να είναι ανάλογα με την αξία της ενδιαφερομένης ιδιοκτησίας. 

 

4. Περιοριστικές πολιτικές του υπερτουρισμού. Εκτιμώ ότι ο έλεγχος των αφίξεων δεν αποτελεί βιώσιμο και αποτελεσματικό μέτρο. Αντίθετα, μέτρα όπως:
• Μείωση του συντελεστή δόμησης στους τουριστικούς προορισμούς ανάλογα με τη φέρουσα ικανότητά τους.
• Αυστηροί περιορισμοί στις αλλαγές χρήσης με καθορισμό ποσοστώσεων και υποχρέωση έκδοσης άδειας για τη βραχυχρόνια μίσθωση.
• Απαγόρευση της δόμησης εκτός σχεδίου όταν δεν έχουν εξασφαλιστεί οι ανάλογες υποδομές, θωρακίζουν μακροπρόθεσμα το τουριστικό προϊόν.

5. Ελεγχος της φοροδιαφυγής και της πολεοδομικής αυθαιρεσίας με αυστηρά πρόστιμα ώστε να εκλείψει η κρυφή παράλληλη ανάπτυξη.
 
Aφησα τελευταίο αλλά όχι έλασσον το ουσιώδες θέμα που θέτει ο καθηγητής στο άρθρο του. Η επάνοδος των Ελλήνων στην Ελλάδα, στο καλοκαιρινό σπίτι τους, πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα κάθε εθνικής 
πολιτικής. 

Η τουριστική βιομηχανία αποτελεί μια ουσιαστική και σοβαρή δραστηριότητα για να αφήνεται στον σπασμωδικό σχεδιασμό του σήμερα εις βάρος του αύριο αλλά και του μέλλοντος.
 
* Ο κ. Τάσος Χωμενίδης είναι διδάκτωρ πολιτικός μηχανικός.

Δεν υπάρχουν «συνταγές» κατά του υπερτουρισμού

Του Γιώργου Παπαγαπητού*

Με τον αδελφό μου Βάσο, φύγαμε  από την Ρόδο για σπουδές στις ΗΠΑ και ανοίξαμε το δικό μας γραφείο πολιτιστικού τουρισμού στην Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας 1960. Στόχος μας ήταν τότε να συστήσουμε την πατρίδα μας ως ιδανικό προορισμό σε Αμερικανούς υψηλού μορφωτικού επιπέδου, κυρίως αποφοίτους των καλύτερων πανεπιστημίων όπως το Γέιλ και το Χάρβαρντ, που ήθελαν να γνωρίσουν από κοντά τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό αλλά και τους σύγχρονους Ελληνες. Ετσι βρεθήκαμε να κάνουμε πολιτιστικές και φυσιολατρικές κρουαζιέρες σε όλη τη Μεσόγειο με ομιλητές  τους κορυφαίους πανεπιστημιακούς που ειδικεύονταν στην ιστορία, την αρχαιολογία και την πολιτική, ενσωματώνοντας και ξεναγήσεις για τον σημερινό τρόπο ζωής των Ελλήνων. Πιστεύαμε εξαρχής πως τέτοιου τύπου ταξίδια μπορούν να μετατρέψουν τους ξένους σε «πρέσβεις» της ελληνικής ομορφιάς και ιστορίας, να ερωτευτούν τον τόπο μας αλλά πάνω από όλα να τον σεβαστούν, απαραίτητη προϋπόθεση για την βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη. Αλλοίμονο στις χώρες εκείνες που δεν έχουν έγνοια για την ποιότητα των επισκεπτών που προσελκύουν παρά μόνο για τους αριθμούς.

Μέσα σε αυτές τις έξι σχεδόν δεκαετίες οι προτεραιότητες της ελληνικής πολιτείας σε σχέση με τον τουρισμό άλλαξαν πολλές φορές, δημιουργώντας ανάλογα ζητήματα. Ανοιχτές «πληγές» όπως η Χερσόνησος στη Κρήτη, το Φαληράκι ή η Ζάκυνθος υπάρχουν άλλωστε ακόμα. Η παρούσα κατάσταση – όπως πολύ εύστοχα την περιέγραψε ο καθηγητής Στάθης Καλύβας την περασμένη Κυριακή στην «Κ» – αποτελεί όντως μια μοναδική πρόκληση. Καμιά χώρα ως σήμερα δεν έχει βρει αποτελεσματική λύση για να περιορίσει το πρόβλημα του υπερτουρισμού, ακόμα και αν αυτός αφορά τους επισκέπτες με ανώτατα εισοδήματα. Τα ποθούμενα ρεκόρ είναι πάντα δίκοπο μαχαίρι. Από την μια ενισχύεται το ΑΕΠ, από την άλλη πυκνώνει η ανοικοδόμηση, παρατηρούνται φαινόμενα αισχροκέρδειας, έλλειψης υποδομών, αλλοτρίωσης παρθένων τόπων, μια διάβρωση που απειλεί την ίδια την χώρα. Είναι βέβαιον ότι αν δεν παρέμβουμε τώρα, η πορεία θα είναι χωρίς επιστροφή. Και αυτά που θα χάσουμε, δεν μπορούν να αναπληρωθούν.

Τώρα, είναι μια μοναδική ευκαιρία να γίνει ουσιαστική συνολική συζήτηση για το μέλλον του ελληνικού τουρισμού με πρωτότυπο, μακρόπνοο σχεδιασμό και σωστή εφαρμογή των κανόνων που θα τεθούν. Σε αυτόν τον διάλογο θα μπορούσαν να εισφέρουν τη γνώμη τους Έλληνες και ξένοι ειδικοί, να γίνει στην χώρα μας στο προσεχές μέλλον μια συνάντηση παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Έτσι και αλλιώς επιτυχημένα υποδείγματα αντιμετώπισης από το εξωτερικό δεν υπάρχουν για να τα αντιγράψουμε. Για πρώτη φορά πρέπει να τα εφεύρουμε μόνοι μας. Ακόμα και η Ιταλία που προσπαθεί να εφαρμόσει περιορισμούς στην πρόσβαση σε προορισμούς όπως λ.χ. στη Βενετία, δεν έχει καταφέρει κάτι.

Ομως ο τουρισμός είναι ένας τομέας που δεν χρειάζεται μονάχα πολιτική βούληση αλλά και συνεργασία των επιχειρηματιών, των τοπικών αρχών και των κατοίκων. Αν δεν ομονοήσουμε, και ο καθένας τραβά το σχοινί από τη δική του μεριά, δεν θα βρούμε λύσεις και θα την πληρώσουν οι επόμενες γενιές Ελλήνων.

* Ο κ. Γιώργος Παπαγαπητός είναι ιδρυτής της εταιρείας Travel Dynamics International στη Νέα Υόρκη, η οποία ειδικεύεται στον πολιτιστικό τουρισμό.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή