ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Και για κυρίως πιάτο επιλέγουν… σαλάτα

kai-gia-kyrios-piato-epilegoyn-amp-8230-salata-2010844

Η Χριστίνα είχε εκδράμει με την οικογένειά της το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας. Ηταν μεγάλη παρέα. Το πρωί έκαναν πεζοπορία στα βουνά, εκδρομή στη φύση, μέχρι και ράφτινγκ, για να φτάσουν κατάκοποι αργά το μεσημέρι στην παραδοσιακή ταβέρνα του χωριού για φαγητό. Αρνί στη σούβλα, λουκάνικα, πανσέτες, χοιρινό φρικασέ, παϊδάκια – «και μία μανιταρόπιτα παρακαλώ!». Ηταν η πρώτη φορά από την αρχή του χρόνου οπότε ξεκίνησε τη χορτοφαγία που κάπως δυσκολεύτηκε. Στο σπίτι τα πράγματα βολεύονται, στα αθηναϊκά εστιατόρια συνήθως υπάρχουν πιάτα με λαχανικά, στην ψησταριά της εξοχής όμως οι επιλογές είναι περιορισμένες. «Ομως άντεξα»!

Η Χριστίνα Παπαγεωργοπούλου, 49 ετών, σύζυγος, μητέρα ενός κοριτσιού και εργαζόμενη στον ιδιωτικό τομέα, αποφάσισε να σταματήσει την κατανάλωση κρέατος αφότου παρακολούθησε ένα ντοκιμαντέρ σε σχέση με τη βιομηχανική κτηνοτροφία. «Το σκέφτηκα και αποφάσισα ότι δεν θέλω να συμμετέχω άλλο σε αυτό. Αρκετό κρέας έχω φάει στη ζωή μου», λέει στην «Κ». Ο σπόρος φαίνεται ότι είχε πέσει εδώ και πολλά χρόνια. Μεγαλωμένη σε χωριό, ζούσε από κοντά την εκτροφή ζώων, άκουγε τους ήχους από το σφαγείο. «Θυμάμαι που έσφαζαν τα ζώα στο χωριό μπροστά μου όταν ήμουν μικρή. Γι’ αυτό ποτέ δεν αγάπησα το αρνί, ίσως έχει να κάνει με αυτές τις μνήμες. Τώρα που ξεκίνησα τη χορτοφαγία, επανέρχονται στο μυαλό μου αυτές οι εικόνες. Ακόμα και η μυρωδιά των ανθρώπων που δούλευαν στο σφαγείο. Προφανώς έβραζε μέσα μου και όταν είδα το ντοκιμαντέρ ήρθε και έδεσε».

Δεν είναι η μόνη. Η μόδα της χορτοφαγίας που είχε κατακτήσει τον κόσμο στα τέλη της δεκαετίας του ’90, φαίνεται ότι αναζωπυρώνεται. Η μεγαλύτερη γνώση γύρω από την κτηνοτροφική παραγωγή, αλλά και γύρω από τις εναλλακτικές πηγές πρωτεϊνών, οδηγεί όλο και περισσότερους σε δίαιτες απαλλαγμένες από κρέας. Οι απόψεις φυσικά για το εάν είναι πιο υγιεινή αυτού του είδους η διατροφή, συνεχίζουν να διίστανται. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, κάθε μέρα περίπου 2.000 άνθρωποι παγκοσμίως γίνονται χορτοφάγοι, με τον συνολικό αριθμό να αγγίζει το ένα δισεκατομμύριο. Χορτοφαγικά ή και vegan (αυστηρή ή ολική χορτοφαγία) εστιατόρια ξεπηδούν σε κάθε πόλη – στην Αθήνα ήδη λειτουργούν τρία.

«Ζητάω σαλάτες»

Η Χριστίνα συνεχίζει να τρώει αυγά και γαλακτοκομικά προϊόντα (αν και τα τελευταία θέλει να τα βγάλει από τη διατροφή της σταδιακά), αλλά και πολύ ψάρι. Ο κ. Γιώργος Μούσμουλας, από την άλλη, είναι ακόμα πιο αυστηρός. «Ψάρι θα φάω πάρα πολύ σπάνια και μόνον όταν ξέρω ότι προέρχεται από την ανοιχτή θάλασσα και όχι από ιχθυοτροφείο», λέει στην «Κ». Ο Γιώργος, 43 ετών, έγινε χορτοφάγος πριν από τρία χρόνια. «Το σκεφτόμουν περίπου μια δεκαετία. Ποτέ δεν μου άρεσε πάρα πολύ η ιδέα, δεν αισθανόμουν πολύ καλά όταν σκεφτόμουν ότι καταναλώνω ζώα και δη βιομηχανικά παραγόμενα ζώα. Η γεύση φυσικά μου άρεσε, ακόμη μου αρέσει. Είναι όμως μια απόφαση που όπως όλες δεν μπορείς να την πάρεις σταδιακά, αλλά απότομα».

Ο ίδιος δεν αγαπά ιδιαίτερα τη μαγειρική, οπότε το συνηθισμένο του γεύμα είναι μια μεγάλη σαλάτα. «Στα εστιατόρια πάντως πάντα βρίσκω κάτι να φάω. Εάν δεν υπάρχει επιλογή στα κυρίως πιάτα, θα διαλέξω σαλάτες».

Αντίθετα, η Χριστίνα, ως μαμά, μαγειρεύει πολύ. «Δεν έχω επιβάλει στην οικογένειά μου την επιλογή μου. Ο άντρας μου και η κόρη μου συνεχίζουν να τρώνε κρέας, οπότε το μαγειρεύω. Από τότε ωστόσο που ξεκίνησα τη χορτοφαγία, βλέπω ότι κάπως με ακολουθούν. Ζητούν περισσότερα λαχανικά, περισσότερο ψάρι από πριν», αναφέρει. «Στην εκδρομή το προηγούμενο τριήμερο, όταν στην ταβέρνα κατάλαβαν οι φίλες μου ότι είμαι χορτοφάγος, την επόμενη μέρα παρήγγειλαν κι εκείνες μια σαλατίτσα αντί για κάποιο κρεατικό».

Πάντως, κανείς από τους δύο δεν έχει δει ιδιαίτερη μεταβολή στα οικονομικά του. Το ψάρι εξακολουθεί να είναι ακριβό, όπως και τα βιολογικά λαχανικά που επιλέγουν για τη διατροφή τους. «Αυτό είναι άλλωστε το θέμα», εξηγεί ο κ. Μούσμουλας. «Το κρέας έχει βιομηχανοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που έχει φτάσει να είναι πιο φθηνό από τα καλά λαχανικά. Αυτός είναι ο λόγος που στην κρίση οι άνθρωποι παχαίνουν. Το κακό φαγητό είναι πιο φθηνό, πιο προσιτό από το υγιεινό».