ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αμφίπολη: Διαφωνίες και νέα ευρήματα

amfipoli-diafonies-kai-nea-eyrimata-2125036

Η έκπληξη από τον  Μακεδονικό  τάφο  της  Αμφίπολης  δεν ήταν τόσο τα νέα ευρήματα με επίκεντρο την ανάγλυφη μορφή ενός στρατιώτη που αποδίδεται στον Μέγα Αλέξανδρο να φέρει τα  όπλα του αγαπημένου του συντρόφου Ηφαιστίωνα. Ούτε ο ξυλάνθρακας σε επίχωση που χρονολογεί την κατασκευή στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα. Ηταν ο ουσιαστικός διάλογος με επιστημονικά επιχειρήματα, αντιπαραθέσεις και αμφισβητήσεις που  πυροδότησαν οι νέες ερμηνείες στις εννέα ανακοινώσεις της ανασκαφικής ομάδας για το ταφικό μνημείο, πρώτη φορά από τη σπουδαία ανακάλυψη σε αρχαιολογική συνάντηση για τη Μακεδονία και τη Θράκη. 

Τις συζητήσεις προκάλεσαν τόσο η χρονολογική ασάφεια στις οικοδομικές φάσεις του ταφικού συγκροτήματος όσο και οι συσχετισμοί περί Μεγάλου Αλέξανδρου και Ηφαιστίωνα στις υποθέσεις εργασίας από τη μελέτη των ευρημάτων των τριών και πλέον ετών της ανασκαφής που  παρουσίασαν χθες στο 29 αρχαιολογικό συνέδριο του ΑΠΘ η επικεφαλής της ομάδος Κατερίνα Περιστέρη, ο αρχιτέκτονας Μιχάλης Λεφαντζής και ο Ιταλός αρχαιολόγος με ειδικότητα στη γλυπτική Αντόνιο Κόρσο.

Το νέο εύρημα, ένα μαρμάρινο ανάγλυφο τμήμα , πιθανότατα ζωφόρου, όπως ανέφεραν, εντοπίστηκε 150 μέτρα μακριά από το μνημειακό περίβολο. Απεικονίζει τη μορφή ενός στρατιώτη. Κρατάει ασπίδα που φέρει πάνω την αιχμή του δόρατος-πιθανότατα μακεδονική σάρισα- και κράνος. Διακρίνεται το κεφάλι ενός αλόγου και στην απόληξη του κράνους, ένα φίδι(Δίας με τη μορφή φιδιού) ενώ η στήλη με φίδι που σκαρφαλώνει σε δένδρο πιθανολογείται ότι προέρχεται από την κιβωτιόσχημη θήκη.

Το σωζόμενο μέλος ύψους 1,60 μ , σύμφωνα με εκτιμήσεις αποτελούσε τμήμα ζωφόρου –υπολογίζεται ότι έφτανε τα 2,70 μ –  που  στόλιζε τις μετωπικές πλευρές του βάθρου του  Λέοντος στην κορυφή του τύμβου.  Η μορφή, σύμφωνα με τον κ. Κόρσο, ταυτίζεται με αυτή του Μ. Αλεξάνδρου ο οποίος φέρει τον υπερμεγέθη οπλισμό του εφηρωισμένου φίλου και συμπολεμιστή του Ηφαιστίωνα «μια αρχετυπική ιδέα ενός ήρωα φέροντος τον οπλισμό ενός άλλου, όπως ο Πάτροκλος του Αχιλλέα».  Συσχετίζει μάλιστα τη  μορφή με κεφαλές που βρίσκονται σε μουσεία του εξωτερικού και την παράσταση της νεκρικής πομπής με αντίγραφό του- ένα «αναθηματικό ανάγλυφο χλαμυδοφόρου νέου  της Πέλλας (βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης) αφιερωμένο, σύμφωνα με την επιγραφή του,  από τον Διογένη στον ήρωα Ηφαιστίωνα.

Ουδέν νεότερο προσκόμισε η Κατερίνα Περιστέρη. Στην αναλυτική παρουσίαση της ανασκαφής επανέλαβε τα συμπεράσματα που είχε ανακοινώσει τον περασμένο Σεπτέμβριο σε εκδήλωση του συλλόγου αποφοίτων του ΑΠΘ. Συσχέτισε τα μορφολογικά και στιλιστικά χαρακτηριστικά των γλυπτών (σφίγγες,  καρυάτιδες) και της ψηφιδωτής παράστασης με ανάλογα ευρήματα της ίδιας περιόδου από διάφορες άλλες αρχαιολογικές ελληνικές θέσεις. Παρουσίασε την αναπαράσταση ζωφόρου από το εσωτερικό του μνημείου(σχεδιασμένη από τον Μ.Λεφαντζή) με σκηνές μυθολογίας γύρω από τον εφηρωισμένο νεκρό. Τα  κεραμικά – θραύσματα από  αρυτήρες, μελαβαφή αγγεία, οξυπύθμενους αμφορείς –από όλους τους χώρους, χρονολογημένα από τον 4ο π.Χ ως τα ρωμαϊκά χρόνια, δείχνουν «τελετές για εφηρωισμό» ενώ μια λαβή από χάλκινο τεφροδόχο αγγείο παραπέμπει «σε καύση νεκρού» και σε χρήση χώρου «ως ηρώο από ιέρεια χρησμοδοτούσα».  Για τα ίχνη  σκελετικού υλικού που εντοπίστηκαν (δυο ανδρών, μιας γυναίκας, ενός ενήλικου άνδρα, και  ελάχιστα οστά παιδιού) δεν υπάρχει σαφής εικόνα των ερευνητών ανθρωπολόγων. «Η αναμόχλευση, η διαταραχή και η καταστροφή ήταν τόσο μεγάλη που δυσκολεύει τη μελέτη» διευκρίνιζε, στις ερωτήσεις της Αγγελικής Κοτταρίδη για τον ακριβή εντοπισμό  οστών  και κεραμικής στη στρωματογραφία. Όσο για τη χρονολόγηση του μνημείου εμμένει στο τελευταίο τέταρτο του 4ου π.Χ αιώνα, στην επιχωμάτωση για την προστασία του από επιδρομές κατά τον 2ο π.Χ και στη μεταγενέστερη σύλησή του που είχε ως αποτέλεσμα και την μεγάλη καταστροφή του.

Τις υποθέσεις της ανέτρεψε ωστόσο για δεύτερη χρονιά στο ίδιο συνέδριο ο διευθυντής αρχαιολογικών έργων της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας κ Ευάγγελος Καμπούρογλου. «Τα αποτελέσματα αναλύσεων αποδεικνύουν πλέον μετά βεβαιότητας ότι ο λόφος Καστά ήταν φυσικός και όχι τεχνητός-τούμπα.  Χρονολογούν την επιχωμάτωση στα 70 π.Χ. αφού είχαν  προηγηθεί τουλάχιστον δυο συλήσεις ενώ δείχνουν ότι το άνοιγμα δεν ήταν αποτέλεσμα τυμβωρυχίας  άλλα αποκόλληση εδάφους ενδεχομένως από σεισμό».

Στις επιγραφές με τη χαραγμένη λέξη «ΠΑΡΕΛΑΒΟΝ», το σύμπλεγμα  «Ηφαιστίωνος» και την υπογραφή ΑΝΤ, αναφέρθηκε ο αρχιτέκτονας της ανασκαφής Μιχάλης Λεφαντζής. «Σημαίνει παραλαβή οικοδομικού υλικού πριν την τελική διαμόρφωση του περιβόλου από τον Αντίγονο για την ανέγερση μνημείου προς τιμήν του Ηφαιστίωνος» υποστήριξε, απαντώντας στις τοποθετήσεις αρχαιολόγων(Πολυξένη Αδάμ Βελένη) που εκτιμούν ότι δείχνουν μεταγενέστερες.

Οι «συσχετισμοί συσκοτίζουν παρά διαφωτίζουν», σχολίαζαν αρχαιολόγοι. «Οι ερμηνείες κάνουν κακό και αποπροσανατολίζουν τη σκέψη των ερευνητών από τα πραγματικά δεδομένα. Το ανάγλυφο και ο συσχετισμός του με το λιοντάρι είναι μια υπόθεση εργασίας. Η μορφή δεν μπορεί να έχει σχέση με τον Αλέξανδρο. Δεν είναι παρά ένας  παις!!», παρατήρησε η  αρχαιολόγος Χάιδω Κουκούλη-Χρυσανθάκη.  Την παράταση της συζήτησης αναγκάστηκε να διακόψει η πρόεδρος της συνεδρίας Μαρία Λιλιμπάκη –Ακαμάτη, «Εδώ είναι Αρχαιολογικό Συνέδριο κι όχι ημερίδα για την Αμφίπολη. Η συζήτηση για την ανασκαφή  θα διαρκέσει χρόνια », ανέφερε κλείνοντας την πεντάωρη παρουσίαση της Αμφίπολης. Επί της ουσίας, επιστημονικά, μόλις άνοιξε.