ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Οπου να ’ναι θα μπείτε, κάντε και λίγο υπομονή»

istories1

«Πονάω, βρε κοριτσάκι μου». Ο άνδρας είναι ξαπλωμένος στο παγκάκι και η κοπέλα τού χαϊδεύει τα μαλλιά. Το δεξί του πόδι είναι μπανταρισμένο πρόχειρα με κάτι πετσέτες. Ανθρωποι περνούν δίπλα τους διαρκώς, αλλά κανείς δεν τους κοιτά, σαν να είναι αυτό το θέαμα κάτι εντελώς συνηθισμένο.

Τετάρτη απόγευμα, στο «Ιπποκράτειο» που εφημερεύει. Απ’ την αίθουσα της εφημερίας, ο κόσμος ξεχειλίζει στο προαύλιο. Αν είσαι τυχερός, μπορεί να βρεις κάπου μια καρέκλα να κάτσεις. Ο άνδρας με το χτυπημένο πόδι δεν βρήκε, κι έτσι κατέληξε στο παγκάκι στο προαύλιο.

Περνώ την πύλη του νοσοκομείου μαζί με μια γυναίκα που κρατά σφιχτά το μπράτσο της. «Διαλογή επειγόντων περιστατικών», διαβάζω απέναντι. «Πονάει η πλάτη μου και μουδιάζει το χέρι μου», λέει η γυναίκα στη νοσηλεύτρια. «Νομίζω είναι έμφραγμα». Εκείνη την κοιτάζει υπηρεσιακά. «Περάστε πρώτα από εκεί», της λέει, δείχνοντας το γκισέ απέναντι, «μετά, πάρτε χαρτάκι απ’ το μηχάνημα και καθίστε να περιμένετε».

Προφανώς το –ενδεχομένως– έμφραγμα δεν θεωρείται επείγον περιστατικό σ’ αυτή την αίθουσα.

Κοιτάζω τις καρέκλες που θα καθίσει η γυναίκα να περιμένει. Στην πρώτη σειρά μια κοπέλα σφαδάζει απ’ τους πόνους, κρατώντας την κοιλιά της. Στο αριστερό της χέρι βλέπω το χαρτάκι που γράφει «22». Ο ηλεκτρονικός πίνακας απέναντι γράφει «19». Κάθομαι δίπλα της, γιατί μόνο αυτή η θέση είναι κενή. Οι άλλοι ασθενείς είναι τόσο κοντά μου που θα άκουγα τις ιστορίες τους ακόμα κι αν δεν το ήθελα. Ο νεαρός δίπλα μου έχει 39,5 πυρετό. Ο γιατρός τον έστειλε εδώ γιατί υποψιάζεται πνευμονία. Ο νεαρός περιμένει μιάμιση ώρα στην καρέκλα κι η μητέρα του στριφογυρνά στο διαδρομάκι και παραμιλά απ’ την αγωνία. Ούτε και η πνευμονία θεωρείται ιδιαιτέρως επείγον περιστατικό σ’ αυτή την αίθουσα;

Πίσω μου, μια γιαγιά με κόκκινη ρόμπα και παντόφλες ξεσπά. «Δύο ώρες είμαστε εδώ, δεν μπορώ άλλο». Η νοσοκόμα τη συμπονά. «Καρδιολογικό ε;», της κάνει. «Οπου να ’ναι θα μπείτε, υπομονή». Και ξαφνικά, φωνές απ’ το ταμείο. «Εγώ ήμουν πρώτη», ακούγεται μια γυναίκα. «Οχι κυρία μου, εγώ ήμουν», απαντά ένας άνδρας. «Να τ’ αφήσετε αυτά και να πάτε πίσω μου!», ανταπαντά η γυναίκα. Ακόμα κι οι πιο πονεμένοι της αίθουσας γυρίζουν να δουν. Και μετά οι άνθρωποι στο ταμείο σωπαίνουν και όλα τα μάτια επιστρέφουν στον ηλεκτρικό πίνακα με τα νούμερα.

Το κουδούνι

Κάθε φορά που κάποιο ιατρείο απελευθερώνεται, ένα κουδούνισμα ακούγεται κι όλη η αίθουσα μαζί σκιρτά. Στο «ντριν!» βλέπω τη γιαγιά με τη ρόμπα να σηκώνεται, να πηγαίνει όσο πιο γρήγορα μπορεί προς τον διάδρομο των ιατρείων. Περνά την πόρτα χαρούμενη μες στον πόνο της, όμως ένα λεπτό μετά ξαναβγαίνει. «Ηταν το παθολογικό εκεί», λέει απελπισμένη καθώς επιστρέφει στις καρέκλες. «Τα μπέρδεψα. Το καρδιολογικό έχει δουλειά ακόμα».

Και οι ασθενείς στην αίθουσα όλο και πυκνώνουν. «Είναι τραγικό», ακούω τον άνδρα δίπλα μου να λέει στο τηλέφωνο. «Δεν μπορούν να τη βάλουν στο κρεβάτι». Στο ακουστικό ο συνομιλητής κάτι απαντά. «Ακούς τι σου λέω;», φωνάζει ο άνδρας. «Δεν έχουν έναν νοσοκόμο χειροδύναμο να τη σηκώσει να τη βάλει στο κρεβάτι!». Απ’ το ύφος του και μόνο φαίνεται πως έχει φτάσει στα όριά του. Δεν είναι ο μόνος. Αν δεν ξεσπούν συνέχεια καβγάδες σ’ αυτή την αίθουσα, είναι γιατί όχι ένας, όχι δύο, αλλά πέντε σεκιούριτι με στολή και γιλέκο τριγυρνούν πάνω-κάτω στις πόρτες των ιατρείων, να τους βλέπουν οι υποψήφιοι ταραχοποιοί. Και καθώς δεν έχουν τίποτε άλλο να κάνουν, ο ένας απ’ αυτούς φωνάζει και ασθενείς να μπουν στο ιατρείο. «Το 22 στο παθολογικό!», κάνει τώρα όσο πιο δυνατά μπορεί. «Το 23;», λέει μετά. «Το 24; Το 25;».

Προφανώς όλοι οι ενδιάμεσοι ασθενείς έχασαν κάθε ελπίδα πως κάποτε θα έρθει η σειρά τους κι έφυγαν για άλλο εφημερεύον νοσοκομείο. Κι έτσι «το 26!» που φωνάζει ο άνδρας αμέσως μετά νιώθει περίπου ευλογημένο: είναι μια πονεμένη κυρία που όμως σηκώνεται απ’ την καρέκλα μ’ ένα χαμόγελο σαν να κέρδισε το Τζόκερ. Οπως πάει προς την πόρτα του ιατρείου, βλέπω κάτι μικρό και φουντωτό να την ακολουθεί.

«Πού πας εσύ, μωρή;», κάνει παιχνιδιάρικα ο σεκιούριτι. Είναι μια καλοθρεμμένη γάτα που διασχίζει καμαρωτή το διάδρομο του «Ιπποκράτειου»! «Αχου την! Δικιά σας είναι;», ρωτά μια συνοδός ασθενούς τον σεκιούριτι. «Του νοσοκομείου!», απαντά εκείνος καθώς τη χαϊδεύει… και τη σπρώχνει συγχρόνως για να πάει προς τα έξω.

«Το αντισηπτικό στα χέρια σώζει ζωές»

Καθώς η γάτα του νοσοκομείου αποχωρεί δυσαρεστημένη, μετά την… ώθηση από φρουρό της εταιρείας σεκιούριτι, ένας άνδρας μπαίνει κουτσαίνοντας. «Δεν πάτε στον Ερυθρό μήπως είναι το πρόβλημά σας μυοσκελετικό;», του λέει η νοσηλεύτρια στη «διαλογή» ασθενών. Εκείνος την κοιτάζει. «Κι αν είναι θρόμβωση και πάω αδιάβαστος;», τη ρωτά με μια ψυχραιμία θαυμαστή. «Ο,τι κι αν είναι, στον Ερυθρό θα σας βοηθήσουν», του απαντά εκείνη και γυρνά την πλάτη. «Ούτως ή άλλως με τόσο κόσμο, τι να κάτσω να περιμένω;», ακούω τον άνδρα που μονολογεί όπως σέρνει το πόδι του, πηγαίνοντας προς τα έξω. Δεν έχει κι άδικο – στην αίθουσα αναμονής, πενήντα άνθρωποι με τα βιβλιάρια στα χέρια, όλοι στο ίδιο μαρτύριο: της αναμονής. Σε δύο ώρες το χειρουργικό έχει προχωρήσει δύο νούμερα, το καρδιολογικό ένα και το παθολογικό πέντε, ενώ τέσσερις ασθενείς έφυγαν, μήπως βρουν κάποιον να τους περιθάλψει σε άλλη εφημερία. Στον τοίχο, όπως βγαίνω, ένα τεράστιο πόστερ μού τραβά το βλέμμα. «Το αντισηπτικό στα χέρια σώζει ζωές». Ενας γέροντας καθισμένος από κάτω με βλέπει που το κοιτάζω. «Αφού δεν έχουμε γιατρό», κάνει, «δεν φέρνεις κάνα αντισηπτικό να σωθούμε;». Και γελά με έναν επίσης θαυμαστό σαρκασμό.