ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Εμείς εδώ ζούμε μαζί και δίπλα από το Βαγιαζήτ»

emeis-edo-zoyme-mazi-kai-dipla-apo-to-vagiazit-2181860

ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ ΑΠΟΣΤΟΛΗ. Οι εργασίες για την αποκατάσταση των ζημιών από την καταστροφική πυρκαγιά της Τετάρτης στο τέμενος Βαγιαζήτ στο Διδυμότειχο αναμένεται να αρχίσουν το επόμενο διάστημα, υπό την πίεση της τοπικής κοινωνίας, που οραματίζεται, πλην ελαχίστων μελών της, το σπουδαίο αυτό οθωμανικό μνημείο ως πόλο τουριστικής έλξης.

Υπάρχει, πάντως, ατμόσφαιρα γενικευμένης ανακούφισης για το ότι το «θλιβερό γεγονός», όπως το χαρακτήρισε μιλώντας στην «Κ» ο τοποτηρητής μουφτής Χαμζί Οσμάν, δεν άναψε, προσώρας τουλάχιστον, πολιτικές και διπλωματικές φωτιές στη γείτονα. Η αλήθεια είναι ότι ανακλαστικά στο άκουσμα της είδησης για την πυρκαγιά στο εμβληματικό για τους μουσουλμάνους τζαμί η σκέψη του καθενός πήγε αμέσως στον Ερντογάν και πώς μπορεί να το εκμεταλλευθεί προεκλογικά, βάζοντας «φωτιά» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Η τουρκική αντίδραση ήρθε με μια ήπια ανακοίνωση του ΥΠΕΞ, στην οποία, αφού δηλώνει πως η Αγκυρα τελεί εν αναμονή του πορίσματος των ελληνικών αρχών για τα αίτια της πυρκαγιάς, χαρακτηρίζει το οθωμανικό τέμενος «ένα από τα πιο ξεχωριστά δείγματα της κοινής μας πολιτιστικής κληρονομιάς με την Ελλάδα» και υπενθυμίζει ότι «η κοινή μας πρόθεση να διατηρήσουμε αμοιβαία τα πολιτιστικά μνημεία στην Τουρκία και την Ελλάδα αποτυπώνεται στις συμφωνίες που υπεγράφησαν κατά τη διάρκεια του Συμβουλίου Συνεργασίας των δύο χωρών».

Από πλευράς μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, οι τόνοι κρατήθηκαν επίσης χαμηλά, τόσο από τη θρησκευτική της ηγεσία όσο και από το κόμμα της, το DEB. Ο αντιπρόεδρός του Οσμάν Αχτίογλου τόνισε στην «Κ» την ιστορική και θρησκευτική σημασία του μνημείου και εξέφρασε την ελπίδα ότι θα αποκατασταθούν γρήγορα οι ζημιές.

Υπήρχαν, ωστόσο, και εκείνοι που είχαν διατυπώσει εγκαίρως τις ανησυχίες και τις ενστάσεις τους για τη διαδικασία ανακαίνισης του τζαμιού, που είχε ξεκινήσει, υπό την ευθύνη του υπουργείου Πολιτισμού, από χρόνια αλλά εντατικοποιήθηκε μετά το 2011, όταν το έργο εντάχθηκε στο ΕΣΠΑ και οι εργασίες εντάθηκαν. Με κοινή ανακοίνωσή τους στις 23 Μαΐου του 2016, προς τον τότε υπουργό Πολιτισμού Αρ. Μπαλτά και το Διεθνές Συμβούλιο Μνημείων και Τοποθεσιών ICOMOS, με κοινοποίηση στον δήμαρχο Διδυμότειχου, την οποία έχει η «Κ», πέντε φορείς, πολιτιστικοί, επιστημονικοί κ.ά. της μειονότητας προειδοποιούσαν ότι «οι εργασίες συντήρησης δεν πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες που περιγράφονται στους κανόνες Προστασίας Φυσικής και Ιστορικής Κληρονομιάς της UNESCO».

Από το 1420

Το τζαμί του σουλτάνου Τσελεμπή Μεχμέτ χτίστηκε το 1420 σε ένα χώρο 900 τ.μ. και φέρει χαρακτηριστικά που το καθιστούν το μεγαλύτερο και παλαιότερο τζαμί στην Ευρώπη. Εκτός από την παραδοσιακή οθωμανική αρχιτεκτονική, το τζαμί φέρει επίσης διαφορετικά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά. Αποτελεί μοναδικό τζαμί ανά τον κόσμο.

Οι τρεις επιγραφές που υφίστανται και οι οποίες μπορούν να εντοπιστούν στις εισόδους του τζαμιού αντικατοπτρίζουν χαρακτηριστικά της ισλαμικής καλλιγραφίας πριν από την κύρια μεταμόρφωσή της το 1500. Αυτές οι επιγραφές έχουν μεγάλη σημασία στο πλαίσιο της ιστορίας της καλλιγραφίας και οφείλουν να προστατευθούν με μεγάλη φροντίδα.

Το εσωτερικό της οροφής του τζαμιού έχει κατασκευαστεί με την τεχνική του «ντυσίματος» από ξύλο. Δεν υφίσταται κανένα άλλο τζαμί/ιστορικό μνημείο με παρόμοια τεχνοτροπία από την Οθωμανική περίοδο και την περίοδο των Σελτζούκων Τούρκων. Ομοίως, όπως στην τέχνη των επιγραφών της, η ξυλουργία του αντικατοπτρίζει τη μοναδικότητα του χαρακτηριστικού αυτού. Ως εκ τούτου, υπάρχει ανησυχία εάν το ξύλο που αποτελεί υλικό οικοδόμησης του τζαμιού με την καλλιγραφία που φέρει και από την άλλη, καθώς και οι χαρακτικοί στολισμοί του θα επιδιορθωθούν με το κατάλληλο υλικό και την απαιτούμενη γνώση.

Ειδικοί με γνώση των διαδικασιών αναστηλώσεων επισήμαναν στην «Κ» την απουσία επιβλέποντος μηχανικού στο όλο έργο, γεγονός ωστόσο που η γ.γ. του υπουργείου Πολιτισμού κ. Αναγνωστάκη-Βλαζάκη διέψευσε όταν ρωτήθηκε από την «Κ», όπως επίσης είπε ότι ουδέποτε υπήρχε φύλακας στο μνημείο, ενώ περίοικοι μιλούσαν για «ξέφραγο αμπέλι παρότι στο εσωτερικό γίνονταν εργασίες». Εν αναμονή της έκδοσης του πορίσματος της Πυροσβεστικής, η τοπική κοινωνία κατέθεσε στην «Κ» την αγωνία της για το μέλλον του μνημείου, ενώ ουδείς εξέφρασε έστω κάποια υπόνοια περί δολιοφθοράς.

«Περιμέναμε πώς και πώς να ανοίξει για να έρθει τουρισμός, είμαστε απογοητευμένοι. Πρέπει τώρα να επισπευσθούν οι εργασίες επισκευής του», λέει ο Κώστας, ιδιοκτήτης ταχυφαγείου στον πεζόδρομο. Στην πλειονότητά τους, οι κάτοικοι του Διδυμότειχου θεωρούν το τέμενος συστατικό στοιχείο της πολιτιστικής ταυτότητας της πόλης μαζί με τα βυζαντινά τείχη και ως τέτοιο θέλουν να αναδειχθεί για να τους αποφέρει πλούτο. Δεν σκέφτονται όλοι έτσι. Μερικοί θεωρούν ότι η ανάδειξή του θα καταστεί σημείο αναφοράς των πιστών μουσουλμάνων ανά την υφήλιο και αυτό δεν το επιθυμούν.

Οι ίδιοι οι μουσουλμάνοι του νομού –υπολογίζονται γύρω στις 5.000 και ζουν διάσπαρτοι στα χωριά με την πλειονότητά τους να είναι Ρομά– δεν έχουν ιδιαίτερη επιθυμία να ολοκληρωθούν οι εργασίες στο τέμενος για να το λειτουργήσουν ως λατρευτικό χώρο, κάτι που δεν έγινε ποτέ εξάλλου, αφού ασκούν τα θρησκευτικά του καθήκοντα σε άλλο γειτονικό τζαμί. «Δεν πάμε εμείς σε αυτό το τζαμί, αυτό είναι για την Ιστορία, έχουμε το δικό μας μικρό που κάνουμε την προσευχή», μας λέει ο Ιμπραήμ Ομεργλού. Πλησιάζοντας το Διδυμότειχο, από μακριά αντικρίσαμε δύο επιβλητικά κτίρια. Το ένα ήταν το τζαμί του Βαγιαζήτ, που τώρα μετά την πυρκαγιά στέκει όρθιο μαύρο κουφάρι με τον μιναρέ έτοιμο να πέσει. Στον άλλο λόφο, ο ορθόδοξος χριστιανικός καθεδρικός ναός, ολοκαίνουργιος περιποιημένος, με την ελληνική σημαία.

Τα σύμβολα των μνημείων των δύο θρησκευτικών κοινοτήτων διακρίνονται από μακριά στον κάμπο και δίνουν την εντύπωση ότι «ψηλώνουν» σε μια μάχη συμβολισμών, όπως και σε άλλες περιοχές της Θράκης. Χριστιανοί και μουσουλμάνοι στο Διδυμότειχο, πάντως, συμβιώνουν αρμονικότατα και η τοπική μητρόπολη, με αφορμή την πυρκαγιά στο τζαμί, εξέδωσε ανακοίνωση συμπαράστασης στη μουσουλμανική κοινότητα.