ΚΟΣΜΟΣ

Λευκός τρόμος στην πιο ασφαλή χώρα του κόσμου

leykos-tromos-stin-pio-asfali-chora-toy-kosmoy-2305339

Μια θετική αύρα περιέβαλλε από παλιά τη μακρινή Νέα Ζηλανδία στη συνείδηση του ελληνισμού. Θυμάμαι τους παππούδες από τη μαρτυρική Κάντανο να ξεχωρίζουν τους Νεοζηλανδούς –ευρωπαϊκής καταγωγής, αλλά και αυτόχθονες Μαορί– για την αξεπέραστη παλικαριά τους στη Μάχη της Κρήτης. Ελληνες μετανάστες στην Αυστραλία που είχαν επισκεφθεί τα δύο μεγάλα νησιά του νότιου Ειρηνικού είχαν να το λένε για την ευγένεια και την ανθρωπιά των κατοίκων τους. Για πολλούς, η Νέα Ζηλανδία ήταν και είναι η πιο ασφαλής χώρα του κόσμου, με το βίαιο έγκλημα εξαιρετικά σπάνιο και την αστυνομία κατά κανόνα άοπλη. Μια χώρα-χωνευτήρι πολιτισμών, με πάνω από 200 εθνότητες και 160 γλώσσες, κατεξοχήν κοσμική, με τον μισό πληθυσμό περίπου να μην ακολουθεί καμία θρησκεία.

Σε αυτή την όαση της ανεκτικότητας εισέβαλε το μεσημέρι της Παρασκευής ο «πόλεμος των πολιτισμών», ή μάλλον των φανατισμών, που μαίνεται εδώ και χρόνια στο βόρειο ημισφαίριο. Σε μια συμβολική σύμπτωση(;), η λευκή τρομοκρατία χτύπησε δύο μουσουλμανικά τζαμιά στην πόλη Κράισττσερτς (Εκκλησία του Χριστού). Ο ακροδεξιός δράστης, ένας 28χρονος Αυστραλός ονόματι Μπρέντον Τάραντ, φορτωμένος με τρία τουφέκια και αλεξίσφαιρο γιλέκο, σκόρπισε τον θάνατο στους πιστούς την ώρα που προσεύχονταν στον θεό τους, φροντίζοντας να απαθανατίσει το μακελειό σε ζωντανή μετάδοση, μέσω Ιντερνετ. Στα ημιαυτόματα όπλα του ήταν χαραγμένα ονόματα άλλων φανατικών που είχαν σκορπίσει τον θάνατο μέσα σε μουσουλμανικά τζαμιά, ενώ σε ένα από αυτά διέκρινε κανείς και τη λέξη Turkofagos.

Ανακρίνονται τέσσερις

Ούτε ο δράστης ούτε άλλοι τρεις άνθρωποι (δύο άνδρες και μία γυναίκα) που ανακρίνονταν από την αστυνομία ήταν γνωστοί στις υπηρεσίας ασφαλείας της Νέας Ζηλανδίας ή της Αυστραλίας. Το ερώτημα εάν ο Τάραντ ήταν μοναχικός λύκος ή μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης δεν έχει ακόμη απαντηθεί, αν και οι ενδείξεις κλίνουν προς την πρώτη εκδοχή. Το βέβαιο είναι ότι πρόκειται για ακροδεξιό ρατσιστή, οπαδό της «λευκής ανωτερότητας», μια διαταραγμένη προσωπικότητα σε νοσηρή αναζήτηση αναγνώρισης. Στο ντοκουμέντο που φρόντισε να αναρτήσει στο Διαδίκτυο, προβλέπει ότι θα μείνει στη φυλακή για την πράξη του επί 27 χρόνια και στη συνέχεια θα τιμηθεί με το βραβείο Νομπέλ Ειρήνης, σε μια ιερόσυλη αναλογία με τον Νέλσον Μαντέλα.

Ολα δείχνουν πως ο Τάραντ επηρεάστηκε έντονα από το προηγούμενο παράδειγμα ενός άλλου ακροδεξιού τρομοκράτη, του Νορβηγού Αντερς Μπρέιβικ, ο οποίος προκάλεσε το διπλό μακελειό στο κέντρο του Οσλο και σε κατασκήνωση της νεολαίας του Εργατικού Κόμματος, τον Ιούλιο του 2011, αφήνοντας πίσω του 77 νεκρούς, κυρίως νέα παιδιά. Μπορεί οι 74 σελίδες του Τάραντ να ωχριούν μπροστά στις 1.500 του Μπρέιβικ, αλλά οι κεντρικές ιδέες είναι ίδιες: Η Δύση παρακμάζει λόγω της «εισβολής των βαρβάρων», ο λευκός άνθρωπος απειλείται από τους μετανάστες και τους μουσουλμάνους, οι κυβερνήσεις προδίδουν τις πατρίδες και οι πατριώτες πρέπει να πάρουν τα όπλα για να σταματήσουν τη «γενοκτονία». Ο ίδιος ο Τάραντ ισχυρίζεται ότι είχε «σύντομη συνομιλία» και ότι «έλαβε την ευλογία» από τον φυλακισμένο Μπρέιβικ, έναν από τους δύο ανθρώπους των οποίων πλέκει το εγκώμιο. Ο δεύτερος είναι ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, τον οποίο επαινεί ως «σύμβολο ανανέωσης της λευκής ταυτότητας και του κοινού σκοπού».

Κάποια περίεργη εμμονή φαίνεται να στοιχειώνει το μυαλό του Τάραντ γύρω από τη Γαλλία.

Οι «θεωρίες»

Ο τίτλος του μανιφέστου του, «Η Μεγάλη Αντικατάσταση», παραπέμπει σε θεωρίες συνωμοσίας που προέρχονται από τη γαλλική Ακροδεξιά (Ρενό Καμί κ.ά.). Σύμφωνα με αυτές τις «θεωρίες», βρίσκεται σε εξέλιξη μια υπόγεια επιχείρηση αντικατάστασης των ευρωπαϊκών πληθυσμών από μουσουλμάνους μετανάστες που πολλαπλασιάζονται σαν τα κουνέλια. Η κεντρική φωτογραφία που διακοσμεί το μανιφέστο είναι από το μακελειό που προκάλεσε στη Νίκαια, τον Ιούλιο του 2016, τρομοκράτης που είχε ορκιστεί αφοσίωση στο Ισλαμικό Κράτος. Ο ίδιος ο Τάραντ εξηγεί ότι ριζοσπαστικοποιήθηκε ύστερα από την απογοήτευση που ένιωσε το 2017, όταν η Μαρίν Λεπέν έχασε τις προεδρικές εκλογές απέναντι στον Εμανουέλ Μακρόν.

Το γελοίο στοιχείο σε αυτή την τραγική ιστορία είναι ότι οι μουσουλμάνοι αποτελούν μία από τις μικρότερες κοινότητες της Νέας Ζηλανδίας, καθώς περιορίζονται στο 1% του πληθυσμού. Οι συνειρμοί είναι αυτονόητοι: Αν σε αυτή τη μακρινή από τα ηφαίστεια της Μέσης Ανατολής χώρα εκδηλώνεται μια τόσο αποτρόπαιη τρομοκρατική επίθεση, τι πρέπει να περιμένει κανείς από τη φασίζουσα Ακροδεξιά στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στα κράτη με τους μεγάλους μουσουλμανικούς και μεταναστευτικούς πληθυσμούς; Βραχυπρόθεσμα, ο άμεσος κίνδυνος που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι επιθέσεις τύπου copy-paste από επίδοξους μιμητές του Αυστραλού δολοφόνου – από εδώ και οι αποφάσεις της κυβέρνησης Μακρόν, όπως και του δημάρχου του Λονδίνου Σαντίκ Χαν για έκτακτα μέτρα ασφαλείας, ιδίως στα τζαμιά και στις συνοικίες με ισχυρό μουσουλμανικό στοιχείο.  Μεσοπρόθεσμα, οι προκλήσεις είναι πολύ σοβαρότερες, σε μιαν εποχή κατά την οποία οι άνεμοι του ακροδεξιού εθνικισμού και της ξενοφοβίας πνέουν ισχυροί στην Ευρώπη.

Υπόλογα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις, που άφησαν πίσω τους τουλάχιστον 49 νεκρούς και πάνω από 20 τραυματίες, επανέφεραν στο προσκήνιο την ανάγκη δημοκρατικού ελέγχου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ιστοσελίδες από τις πιο σκοτεινές γωνιές του Διαδικτύου, που προβάλλουν μηνύματα φυλετικού μίσους, τροφοδότησαν με υλικό τον Μπρέντον Τάραντ για να γράψει το μανιφέστο του και να συνοδέψει με μουσική το ανατριχιαστικό του βίντεο. Λογαριασμοί στο Twitter απεικόνιζαν ήδη από την Τετάρτη τα όπλα του δράστη, παραθέτοντας στοιχεία για την υπογεννητικότητα της λευκής φυλής και άρθρα ακροδεξιών εξτρεμιστών. Εφοδιασμένος με βιντεοκάμερα, ο δράστης πρόβαλλε επί είκοσι λεπτά τη διαδρομή του προς το τζαμί και την αποτρόπαιη πράξη του μέσω Facebook. Ο Βρετανός υπουργός Εσωτερικών Σατζίντ Τζαβίντ κάλεσε το Facebook, το Twitter και το YouTube «να κάνουν περισσότερα για να σταματήσουν την προώθηση του βίαιου εξτρεμισμού» από τις πλατφόρμες τους. «Να αναλάβετε τον έλεγχο. Ως εδώ», κατέληξε.