ΚΟΣΜΟΣ

Κίτρινη κάρτα της Κομισιόν στην Κίνα

capture--35

Ως «στρατηγικό λάθος» της Ε.Ε. περιέγραψε ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν το γεγονός ότι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, όπως η Ελλάδα, βασίζονται σε κινεζικές επενδύσεις για τις υποδομές τους. «Αυτό έγινε γιατί οι Ευρωπαίοι επενδυτές δεν ήταν παρόντες και οι μόνοι διαθέσιμοι ήταν Κινέζοι», είπε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως «έχουμε πολιτική ευθύνη για την κατάσταση στις χώρες αυτές». Και αυτό που εξέφρασε ο Γάλλος πρόεδρος, πρόσφατα στις Βρυξέλλες, προβληματίζει πλέον ιδιαίτερα την Ε.Ε.

Οι ολοένα αυξανόμενες στρατηγικές κινεζικές επενδύσεις σε ευρωπαϊκό έδαφος, καθώς και οι συνέπειες που έχουν όχι μόνο στην ευρωπαϊκή οικονομία αλλά και στην ασφάλεια της Ενωσης, έφεραν το Πεκίνο ψηλά στην ευρωπαϊκή ατζέντα.

Η Ε.Ε. για πρώτη φορά ύστερα από 30 χρόνια –από τότε που είχε επιβάλει κυρώσεις στο Πεκίνο το 1989 μετά τη φοιτητική εξέγερση στην πλατεία Τιενανμέν– επικεντρώνεται σοβαρά στις σχέσεις της με την Κίνα και καλείται να αποφασίσει κατά πόσον θέλει να θέσει κανόνες και όρια. Και καθώς την τελευταία δεκαετία η Ενωση ήταν απορροφημένη με τις δικές της πολλαπλές κρίσεις, το ΑΕΠ της Κίνας υπερδιπλασιάστηκε, ενώ συγχρόνως η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ανέτρεψε ισορροπίες δεκαετιών.

«Συστημικός αντίπαλος»

Γι’ αυτό και πριν από τη σύνοδο κορυφής Ευρωπαϊκής Ενωσης – Κίνας, την περασμένη εβδομάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδωσε στη δημοσιότητα έγγραφο που περιέγραφε τις στρατηγικές σχέσεις των δύο εταίρων, στο οποίο αναφέρεται στο Πεκίνο με σκληρή γλώσσα ως «συστημικό αντίπαλο ως προς την προώθηση εναλλακτικών μοντέλων διακυβέρνησης», αλλά και οικονομικό ανταγωνιστή στον τομέα της τεχνολογίας. Προειδοποιεί ακόμα ότι η Ε.Ε. θα θέσει πιο αυστηρούς όρους για κινεζικές επενδύσεις στην Ε.Ε. αν το Πεκίνο δεν περιορίσει τη δραστηριότητά του σε τομείς όπως οι κρατικές επιχορηγήσεις στις δημόσιες συμβάσεις.

Η αυξημένη ανησυχία των Ευρωπαίων βασίζεται στο γεγονός ότι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μαζική εισροή κινεζικών επενδύσεων σε στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία κρατών-μελών και κυρίως σε αυτά που αντιμετώπισαν οικονομική κρίση, όπως η Ελλάδα. Σε αντίθεση με πολλούς Ευρωπαίους που είδαν την κρίση της Ευρωζώνης σαν καταστροφή, οι Κινέζοι επενδυτές την αντιμετώπισαν σαν μεγάλη ευκαιρία. Τη στιγμή που χώρες όπως η Ελλάδα ή η Πορτογαλία πιέζονταν να ιδιωτικοποιήσουν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία τους, ώστε να τηρήσουν τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ε.Ε., οι Κινέζοι επενδυτές δεν δίστασαν να πάρουν το ρίσκο και να επενδύσουν. «Αν θεωρούμε ότι μια επένδυση είναι στρατηγική για ένα κράτος-μέλος, πρέπει να είμαστε όλοι ιδιαίτερα προσεκτικοί με τις κινεζικές βλέψεις», λέει υψηλόβαθμος Ευρωπαίος διπλωμάτης στην «Κ», τονίζοντας ότι «δεν πρέπει να εθελοτυφλούμε όπως στο παρελθόν, μαθαίνουμε από τα λάθη μας». Και ενώ για τον ίδιο, εάν η Ελλάδα και η Πορτογαλία αλλά και οποιαδήποτε άλλη χώρα θέλουν να πουλήσουν στρατηγικές επενδύσεις στην Κίνα, πρέπει πρώτα να σκεφτούν ότι είναι μέλη μιας ευρύτερης ένωσης, συγχρόνως παραδέχεται ότι, αν δεν υπάρχει Ευρωπαίος επενδυτής, οι επιλογές είναι περιορισμένες.

«Ο ευρωπαϊκός φόβος με την Κίνα έχει να κάνει με δύο βασικά θέματα: την ασφάλεια και την παροχή κινεζικών επιδοτήσεων που θα οδηγήσουν στη δημιουργία τεράστιων επιχειρήσεων», λέει η κ. Μαρία Δεμερτζή, αναπληρώτρια διευθύντρια του think tank Bruegel στην «Κ». Η ίδια εξηγεί ότι οι επενδύσεις σε στρατηγικές υποδομές που έχει κάνει η Κίνα σε όλη την Ευρώπη, όπως το λιμάνι του Πειραιά, αλλά και οι κινεζικές επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές, όπως την ανάπτυξη 5G δικτύου στην Ε.Ε., δημιουργούν το ερώτημα «έχουμε έλεγχο της ασφάλειάς μας αν η Κίνα είναι αναμεμειγμένη σε μεγάλα κομμάτια των υποδομών μας;».

Η πρωτοβουλία 17+1

Σε αυτό το κλίμα, την Παρασκευή, η Ελλάδα έγινε μέλος της ομάδας 16 ευρωπαϊκών χωρών που προσπαθούν να εμβαθύνουν τις σχέσεις τους με την Κίνα. Οι χώρες που ανήκουν στην πρωτοβουλία 16+1 είναι από τις ασθενέστερες οικονομικά της Ευρώπης, όπως, μεταξύ άλλων, οι Βουλγαρία, Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βόρεια Μακεδονία, Ρουμανία, Μαυροβούνιο, Σερβία. Η πρωτοβουλία, που πλέον με τη συμμετοχή της Ελλάδας ονομάζεται 17+1, ξεκίνησε το 2012 και αποσκοπεί στην εντατικοποίηση και στην επέκταση της συνεργασίας της Κίνας, ιδιαίτερα στον τομέα των υποδομών και της διασυνδεσιμότητας. Από την ίδρυση της πρωτοβουλίας, το Πεκίνο έχει ανακοινώσει πάνω από 15,5 δισ. δολάρια σε επενδύσεις στις 16 αυτές χώρες, δημιουργώντας ανησυχίες στα βόρεια κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Η δράση αυτής της ομάδας συζητήθηκε και στη σύνοδο κορυφής Ε.Ε. – Κίνας της προηγούμενης εβδομάδας, στην οποία ο Κινέζος πρωθυπουργός Λι Κετσιάνγκ διαβεβαίωσε την κ. Μέρκελ και τον κ. Μακρόν ότι το Πεκίνο δεν αποτελεί μηχανισμό διάσπασης της Ε.Ε. αλλά ενίσχυσής της. Πλέον και με την Ελλάδα να συμμετέχει στην πρωτοβουλία αυτή οι Βρυξέλλες θα παρακολουθούν ακόμα πιο στενά «κατά πόσον η συμμετοχή αυτή αναιρεί τη συνοχή των κοινοτικών πολιτικών», τονίζει Ευρωπαίος αξιωματούχος στην «Κ».

«Ανοικτοί σε επιχειρήσεις, όχι αφελείς»

Καθώς σειρά ευρωπαϊκών κρατών-μελών έχει ήδη θεσπίσει εθνική νομοθεσία όσον αφορά τις ξένες επενδύσεις για λόγους ασφαλείας, αλλά και προστασίας των οικονομικών συμφερόντων τους, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε και αυτή με τη σειρά της, στις αρχές του μήνα, σχετική νομοθεσία για τον έλεγχο των άμεσων ξένων επενδύσεων. «Θέλω η Ευρώπη να παραμείνει ανοικτή για τις επιχειρήσεις, αλλά έχω δηλώσει επανειλημμένως ότι δεν είμαστε αφελείς θιασώτες του ελεύθερου εμπορίου», δήλωνε ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ. Με αυτή τη νομοθεσία θα γίνεται ένας πρώτος έλεγχος των στρατηγικών επενδύσεων σε όλη την Ε.Ε. Κάθε κράτος-μέλος θα δίνει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να καταθέτει τη γνώμη της όταν κάποια επένδυση θεωρείται απειλή για την ασφάλεια περισσότερων κρατών-μελών ή όταν δυνητικά θίγει κάποιο έργο που ενδιαφέρει το σύνολο της Ε.Ε. Κατά πόσον είναι μικρό ή ουσιαστικό βήμα, θα φανεί σε βάθος χρόνου.