ΚΟΣΜΟΣ

Το SPD αναζητεί αρχηγό, γραμμή και ψηφοφόρους

to-spd-anazitei-archigo-grammi-kai-psifoforoys-2321387

Μετά τη δεινή ήττα των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών (SPD) στις ευρωεκλογές και στην τοπική αναμέτρηση της Βρέμης, η επικεφαλής του SPD, Αντρέα Νάλες, υπέβαλε την παραίτησή της με μια ιδιαίτερα συγκινητική ομιλία. Παρέδωσε έτσι τη σκυτάλη σε μια μεταβατική τρόικα, η οποία θα κληθεί να προετοιμάσει τη διαδικασία για την ανάδειξη νέας ηγεσίας, ενδεχομένως και ενός διδύμου ηγετών, κατά τα πρότυπα των Γερμανών Πρασίνων.

Η κρίση στο SPD, όμως, συμπαρασύρει ολόκληρο τον μεγάλο συνασπισμό στο Βερολίνο, με δεδομένο ότι συρρίκνωση των ποσοστών τους είδαν και οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) στις ευρωεκλογές. Την ίδια στιγμή, φαίνεται πως δεν εμπνέει τελικά εμπιστοσύνη ως διάδοχος της καγκελαρίου Αγκελα Μέρκελ η προστατευόμενή της, Ανεγκρετ Κραμπ Κάρενμπαουερ (ΑΚΚ), με αποτέλεσμα να διατυπώνονται ερωτήματα για το πολιτικό της μέλλον. H δημοτικότητα της καγκελαρίου είναι πάλι στο ζενίθ και έχει αυξηθεί κατά 14%.

Το πρόβλημα είναι ότι σε αυτές τις συνθήκες ουδείς θέλει να αναλάβει την ηγεσία των σοσιαλδημοκρατών, αφού η κατάληξη είναι γνωστή. Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, Μάρτιν Σουλτς και προσφάτως η Αντρέα Νάλες πλήρωσαν την ιδεολογική αμηχανία που έχει προκαλέσει η συμμετοχή του SPD σε δύο συναπτούς μεγάλους συνασπισμούς υπό τη Μέρκελ.

Η ικανότητα της καγκελαρίου να υιοθετεί κάποιες από τις θέσεις του κόμματος ως δικές της, χωρίς όμως να πιστώνει στο SPD οποιαδήποτε επιτυχία, έχει ως συνέπεια οι Σοσιαλδημοκράτες να επωμίζονται ακέραιο το πολιτικό κόστος των αντιδημοφιλών πολιτικών επιλογών του μεγάλου συνασπισμού, χωρίς να κατορθώνουν να παρουσιάσουν οποιοδήποτε έργο.

Δεν είναι τυχαίο το ότι ο υπερφιλόδοξος σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών, Ολαφ Σολτς, αρνήθηκε κατηγορηματικά να αναλάβει τα ηνία του κόμματος στην τρέχουσα συγκυρία. Και ο πλέον σφοδρός πολέμιος της συμμετοχής του SPD στον μεγάλο συνασπισμό, πάντως, ο ηγέτης της νεολαίας του κόμματος, Κέβιν Κίνερτ, επιμένει ότι το ζητούμενο είναι η σαφήνεια στον προσανατολισμό του κόμματος και όχι ένας ακόμη νέος ηγέτης. Κατηγορώντας το κόμμα του για εσωστρέφεια, ο επονομαζόμενος και «κόκκινος Κέβιν» υπογραμμίζει ότι το διακύβευμα είναι κατά πόσον πρέπει να συνεχιστεί η παραμονή του κόμματος στην εξουσία και όχι οι αρχηγικές φιλοδοξίες των στελεχών του.

«Να καταλήγουμε διαρκώς στον μεγάλο συνασπισμό από κεκτημένη ταχύτητα, επειδή πιστεύουμε ότι όλες οι υπόλοιπες λύσεις είναι χειρότερες. Αυτό ακριβώς είναι που συρρικνώνει το SPD στη μεγάλη διάρκεια», δηλώνει στην ιστοσελίδα της Zeit.

«Το SPD και το CDU δεν τελούν σε κρίση. Είναι η κρίση», γράφει σε σχόλιό της η εφημερίδα Τagesspiegel, αποδίδοντας την οικτρή εμφάνιση των δύο παραδοσιακών σχηματισμών στην παρακμή των μεγάλων λαϊκών κομμάτων (Volksparteien). Από τη μία η μετανάστευση και από την άλλη το κλίμα, που αποτελούν τις μεγάλες ανησυχίες του εκλογικού σώματος στη Γερμανία, ψαλιδίζουν την επιρροή των δύο κομμάτων προς όφελος της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» (AfD) και των Πρασίνων αντίστοιχα. Το ίδιο λοιπόν που ισχύει για τους Σοσιαλδημοκράτες βρίσκει την επαλήθευσή του και στην περίπτωση των Χριστιανοδημοκρατών. Μπορεί οι πολίτες να εκτιμούν την καγκελάριο, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται την ψήφο τους. Παλιότερα αρκούσε στο CDU να προβάλλει την καγκελάριο και επικεφαλής του κόμματος.

Από το 2017 στο 2019

Το 2013 η εικόνα της ήταν ικανή να εξασφαλίσει στο κόμμα την απόλυτη πλειοψηφία, σημειώνει το περιοδικό Der Spiegel. To αυτό συνέβη και το 2017. Παρά την πόλωση που πυροδότησε η μεταναστευτική πολιτική της, το CDU επανεπένδυσε στο πρόσωπό της για να κερδίσει τις εκλογές, έστω και χωρίς απόλυτη πλειοψηφία. Είναι η γνωστή στρατηγική των αρχηγικών κομμάτων. Οπως το SPD παλιότερα εργαλειοποιούσε τη δημοτικότητα του Γκέρχαρντ Σρέντερ, έτσι και το CDU μπορούσε να σημειώνει εκλογικές νίκες εκμεταλλευόμενο την απήχηση της Μέρκελ. Οχι πια. Στις ευρωεκλογές, ούτε η ΑΚΚ ούτε ο Spitzenkandidat, Μάνφρεντ Βέμπερ, ήταν πρόσωπα τέτοιας εμβέλειας ώστε να ωθήσουν τους ψηφοφόρους στην ψήφο υπέρ του CDU. Ταυτόχρονα, από άποψη ατζέντας, το κόμμα αποδείχθηκε κενό περιεχομένου. «Πρέπει να σταματήσουμε να διαχειριζόμαστε την πολιτική μας απόγνωση», προειδοποιεί ένας έμπειρος χριστιανοδημοκράτης πολιτικός, ο Νόρμπερτ Ρέτγκεν, πρώην υπουργός Περιβάλλοντος.

Στις πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις, οι Χριστιανοδημοκράτες εμφανίζονται να μονομαχούν με τους Πρασίνους για την πρώτη θέση, καθώς το οικολογικό κόμμα ενισχύεται από την εγκατάλειψη του ριζοσπαστισμού του παρελθόντος και τη μετατροπή του σε αστικό κόμμα, σε συνδυασμό με τους φόβους που δημιουργεί σε όλο τον κόσμο η κλιματική αλλαγή.

Στον αντίποδα, οι Σοσιαλδημοκράτες παρουσιάζονται αποδυναμωμένοι να παλεύουν με το ψυχολογικό όριο του 15%, έχοντας απολέσει τον ταξικό χαρακτήρα και τον ιστορικό ρόλο τους ως εκπρόσωποι της εργατικής τάξης. Οι επόμενες δοκιμασίες για τα δύο πάλαι ποτέ «μεγάλα κόμματα» είναι δύο τοπικές αναμετρήσεις τον Σεπτέμβριο σε δύο πρώην ανατολικογερμανικά κρατίδια, τη Σαξονία και το Βραδεμβούργο, ενώ στα τέλη Οκτωβρίου ακολουθεί η Θουριγγία, όπου το AfD έχει ισχυρή παρουσία. Αν τελικά το SPD αποφασίσει να αποχωρήσει από τον μεγάλο συνασπισμό, το φετινό φθινόπωρο μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό για το μέλλον της Γερμανίας.

Οι Πράσινοι ταράζουν τα νερά στη Βρέμη

Προειδοποιητική βολή για τους Χριστιανοδημοκράτες αποτελεί η πρόθεση των Γερμανών Πρασίνων να συγκροτήσουν κεντροαριστερή κυβέρνηση συνασπισμού στη Βρέμη, από κοινού με τους Σοσιαλδημοκράτες και το Κόμμα της Αριστεράς. Πρόκειται για μία υπόμνηση προς τη Μέρκελ και το κόμμα της πως ακόμη και αν κερδίσουν τις εκλογές, οποιεσδήποτε εκλογές, η εξουσία δεν είναι εξασφαλισμένη. Η προσπάθεια των Πρασίνων για μια αριστερόστροφη κυβέρνηση στο χανσεατικό λιμάνι αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το οικολογικό κόμμα, το οποίο αναδείχθηκε δεύτερη δύναμη στις ευρωεκλογές, επιθυμεί πρόωρες εκλογές σε περίπτωση που καταρρεύσει ο μεγάλος συνασπισμός στο Βερολίνο. Το σενάριο αυτό δείχνει ολοένα πιθανότερο μετά τη διπλή ήττα των Σοσιαλδημοκρατών τον περασμένο μήνα. Τα τρία κόμματα της Κεντροαριστεράς –SPD, Πράσινοι και Die Linke– είχαν άλλωστε περισσότερες έδρες από το συντηρητικό στρατόπεδο της Μέρκελ, αν και οι πολιτικές διαφορές τους δεν επέτρεψαν στους προαναφερθέντες σχηματισμούς να δημιουργήσουν ενιαίο μέτωπο και να κυβερνήσουν τη Γερμανία.