ΚΟΣΜΟΣ

Τα ερωτήματα για την πολιτική του Ταγίπ Ερντογάν

Το ισχυρότερο αφήγημα του Τούρκου προέδρου, που ήταν η οικονομία, σήμερα είναι αυτό το οποίο του προκαλεί μεγάλη πολιτική ζημιά. (Φωτ. ASSOCIATED PRESS)

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ. Τη δυσκολότερη περίοδο των τελευταίων ετών διανύει η τουρκική οικονομία, καθώς υπάρχουν φόβοι για μεγαλύτερη επιδείνωση της κατάστασης τις επόμενες εβδομάδες. Στα ήδη δομικά προβλήματα της οικονομίας, τώρα προστέθηκαν κι άλλα ζητήματα όπως η ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ από τον Τζο Μπάιντεν, αλλά και η έξαρση της πανδημίας. Μόνο την Παρασκευή η υποτίμηση της τουρκικής λίρας ξεπέρασε το 2% έναντι του ευρώ και για πρώτη φορά η ισοτιμία ευρώ/τουρκικής λίρας ξεπέρασε το φράγμα των 10 λιρών! Τον Ιανουάριο η αντίστοιχη ισοτιμία είχε φτάσει στις 6,5 τουρκικές λίρες! Πολιτικοί αναλυτές υπενθυμίζουν πως το 2002 ο Ερντογάν είχε έρθει στην εξουσία λόγω της κατάρρευσης της τουρκικής οικονομίας το 2001.

Πολιτικοί φίλοι αλλά και οι αντίπαλοι του Ερντογάν παραδέχονται πως μέχρι και το 2016 η κυβέρνηση του AKP αύξησε την ευημερία του τουρκικού λαού. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ από 3.500 δολάρια έφτασε και μέχρι τις 13.000 δολάρια. Ομως οικονομολόγοι παρατηρούν πως από το 2016 μέχρι και σήμερα υπάρχει μια ραγδαία μείωση του εισοδήματος των Τούρκων πολιτών.

Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν πως το ισχυρότερο αφήγημα του Ερντογάν που ήταν η οικονομία, σήμερα είναι αυτό που του προκαλεί μεγάλη πολιτική ζημιά. Αυτός ίσως είναι και ο λόγος που αναλυτές θεωρούν πως δημιουργήθηκε το νέο πολιτικό αφήγημα όπως η κόντρα με τη Γαλλία για το Ισλάμ, η ανατολική Μεσόγειος, η Ελλάδα, η Αρμενία κ.τ.λ.

«Oι δημοσκοπήσεις δείχνουν μείωση στα ποσοστά του AKP. Το βασικό πρόβλημα του λαού είναι η επιβίωσή του, η εργασία, το ψωμί. Στην κυβέρνηση όμως προσπαθούν να κατευθύνουν τον κόσμο αλλού, αλλά αυτό δεν αρκεί», αναφέρει ο οικονομικός αναλυτής και αρθρογράφος Μουσταφά Σονμέζ. Ο ίδιος υποστηρίζει πως δεν υπάρχουν πολλές εναλλακτικές για το μέλλον της τουρκικής οικονομίας. «Το μεγάλο πρόβλημα είναι να βρουν φρέσκο χρήμα. Υπάρχει μεγάλη πολιτική αβεβαιότητα. Με αποτέλεσμα να μην έρχονται οι ξένοι επενδυτές. Οσο δεν έρχονται οι ξένοι επενδυτές, αυτή η οικονομική μηχανή δεν μπορεί να λειτουργήσει. Δεν έχουν άλλη εναλλακτική λύση. Τα τελευταία 15 χρόνια η έλευση ξένων επενδυτών “φούσκωνε τα πανιά” της οικονομίας, τώρα δεν έχουν λύσεις», μας αναφέρει.

«Σήμερα το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειώθηκε περίπου στις 7.000 δολάρια. Είχε φτάσει μέχρι και στις 12.800 δολάρια. Με την υποτίμηση και την ανύπαρκτη ανάπτυξη, υπάρχει μεγάλη μείωση στα εισοδήματα. Στην πραγματικότητα, η ανεργία έφτασε σε ποσοστό του 30% κι έχουμε σχεδόν 10 εκατομμύρια ανέργους», υποστηρίζει ο Σονμέζ.

Ο οικονομολόγος και αρθρογράφος της εφημερίδας Birgün Χαϊρί Κοζάνογλου αναφέρει πως χρειάζεται μια αλλαγή πολιτικής της τουρκικής κεντρικής τράπεζας και υποστηρίζει πως «δεν υπάρχει βέβαια η εντύπωση πως η κεντρική τράπεζα αποφασίζει από μόνη της. Από το 2013 υπάρχει μια σταθερή αποχώρηση ξένων κεφαλαίων. Ομως παρά την μεγάλη υποτίμηση ο κόσμος είναι προετοιμασμένος. Το 2018 είχαμε ζήσει μια μεγάλη υποτίμηση. Τώρα στις τράπεζες υπάρχουν καταθέσεις σε συνάλλαγμα ύψους 120 δισεκατομμυρίων δολαρίων, χωρίς να υπολογίζουμε τις καταθέσεις εταιρειών. Αρα με την καθημερινή υποτίμηση αυτοί οι καταθέτες γίνονται πλουσιότεροι και δαπανούν χρήματα. Κάπως έτσι κινείται η οικονομία, αλλά δεν ξέρω πόσο μπορεί να κρατήσει αυτό».

Ο Ερντογάν υποστηρίζει πως έρχονται καλύτερες ημέρες και ισχυρίζεται πως «η οικονομία επανήλθε με γρήγορο τρόπο σε σχέση με άλλες χώρες και πιστεύω πως αυτή η θετική τάση θα συνεχιστεί και το δ΄ τρίμηνο και με τη βοήθεια του Θεού θα κλείσουμε τη χρονιά με ανάπτυξη. Βλέπουμε πως μπροστά μας έχουμε ένα λαμπρό μέλλον από τη στιγμή που θα κάνουμε υπομονή και θα εργαστούμε σκληρά».

Αυτό που ανησυχεί ιδιαίτερα την Αγκυρα είναι το τι θα συμβεί σε περίπτωση της ανάληψης των προεδρικών καθηκόντων από τον Μπάιντεν και οι επιπτώσεις που θα έχει αυτό στην τουρκική οικονομία.

Κυρώσεις

Ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου παραδέχθηκε πως «η σχέση του προέδρου μας με τον Ντόναλντ Τραμπ έδειξε τα οφέλη της και στις πιο δύσκολες στιγμές». Yπάρχει ανησυχία για πιθανές κυρώσεις του νόμου CAATSA επειδή η Τουρκία προμηθεύθηκε το ρωσικό αντιπυραυλικό σύστημα S-400, καθώς και στην τουρκική κρατική τράπεζα Halkbank επειδή παραβίασε τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στο Ιράν. Αυτές αναβλήθηκαν με την πρωτοβουλία της εκτελεστικής εξουσίας του Τραμπ. Η ενεργοποίησή τους θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στην τουρκική οικονομία, όπως αναφέρουν οι αναλυτές.

Πάντως, η Αγκυρα επιμένει σταθερά στην πολιτική της στην ανατολική Μεσόγειο. Το «Ορούτς Ρέις» συνεχίζει να πλέει εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, εκδόθηκε νέα Navtex για το «Μπαρμπαρός» για να πραγματοποιήσει έρευνες εντός της κυπριακής αποκλειστικής ζώνης μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021. Ο υπουργός Αμυνας της Τουρκίας ενώ αναφέρθηκε σε πιθανότητα διαλόγου με την Ελλάδα τόνισε και πάλι πως η Αγκυρα θέλει να «επανεξετάσει το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών, τον εναέριο χώρο κ.τ.λ.». Ενώ η Αγκυρα συνεχίζει να παρεμβαίνει στη Λιβύη, στη Συρία, στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Το ερώτημα είναι αν θα υπάρχει κάποια αλλαγή στις πολιτικές αυτές με την πιθανή αλλαγή της ηγεσίας των ΗΠΑ. «Υπάρχουν τα ζητήματα της ανατολικής Μεσογείου, της Κύπρου και τα θέματα με την Ελλάδα στο Αιγαίο και έχει σημασία οι ΗΠΑ να μην λειτουργούν μονόπλευρα και να λαμβάνουν υπόψη τις ευαισθησίες της Τουρκίας. Εμείς στο πλαίσιο αυτό μπορούμε να λειτουργούμε και να συνεργαστούμε με οποιονδήποτε πρόεδρο», τόνισε ο Φουάτ Οκτάι, αφού όμως υπενθύμισε πως η Τουρκία «δεν είναι η χώρα που ανήκει στον άξονα της Δύσης ή της Ανατολής. Απλά λειτουργεί για το συμφέρον του λαού και του κράτους».

Ομως πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν πως η οικονομία και ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ θα είναι οι παράγοντες που θα καθορίσουν τις μελλοντικές εξελίξεις της τουρκικής εξωτερικής αλλά και αμυντικής πολιτικής.