ΑΠΟΨΗ

Αλλάζει η εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών;

Φωτ. REUTERS

Τον Μάιο του 1978 ο νεοεκλεγείς γερουσιαστής από το Ντέλαγουεαρ, Τζο Μπάιντεν, ψήφιζε υπέρ της συνεχίσεως του αμερικανικού εμπάργκο όπλων στην Τουρκία λόγω της εισβολής στην Κύπρο. Ηταν μία από τις πολλές κρίσεις των δεκαετιών 1960-70 στις αμερικανο-τουρκικές σχέσεις. Τον Ιανουάριο του 2021, έπειτα από 43 χρόνια, ο Μπάιντεν, ως νεοεκλεγείς Αμερικανός πρόεδρος, καλείται να χειρισθεί τη χειρότερη κρίση της χώρας του με την Τουρκία.
 
Η τελευταία συμπεριφέρεται ωσάν να έχει το ειδικό βάρος υπερδυνάμεως. Ακολουθεί τον δικό της ανεξάρτητο από τη Δύση σχεδιασμό που περιλαμβάνει στρατιωτικές παρεμβάσεις σε Μέση Ανατολή, Αφρική, Ανατολική Μεσόγειο και Καύκασο. Απαιτεί προσαρμογή των Δυτικών σε αυτό τον σχεδιασμό. Εχει πάψει να εξυπηρετεί δυτικές ανάγκες ασφαλείας, ενώ περιστασιακά πλέον μπορεί να θεωρηθεί συμμαχικό κράτος. Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν η Τουρκία μπορεί να επιστρέψει εκ νέου στο δυτικό «μαντρί» ή εάν θα απολεσθεί οριστικά από το δυτικό σύστημα ασφαλείας.
 
Πολλοί στις ΗΠΑ (αλλά και στο Ισραήλ) θεωρούν ότι πρέπει να κάνουν λίγη υπομονή μέχρι να φύγει ο Ερντογάν από την εξουσία και να αποκατασταθεί η προηγούμενη τάξη πραγμάτων. Ο Ερντογάν γνωρίζει αυτές τις σκέψεις. Οι κινήσεις του στο εσωτερικό της Τουρκίας δείχνουν ότι βαδίζει σε πρόωρες εκλογές. Αναβαπτιζόμενος στη λαϊκή βούληση θα δώσει το μήνυμα ότι αυτός είναι ο μόνος συνομιλητής από την Τουρκία. Παράλληλα θα έχει το περιθώριο να ξεκινήσει ένα νέο κεφάλαιο στις αμερικανο-τουρκικές σχέσεις.

Ο Μπάιντεν γνωρίζει άριστα τα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Οι βασικοί άξονές του θα είναι: απόλυτη συνεννόηση με τη γραφειοκρατία των υπουργείων Εξωτερικών και Αμυνας· έμφαση στους πολυμερείς διεθνείς οργανισμούς· θερμή υποστήριξη του ΝΑΤΟ· αποκατάσταση της επικοινωνίας με τους μεγάλους Ευρωπαίους συμμάχους· στοιχειώδης βελτίωση των χείριστων σχέσεων της χώρας του με το Ιράν· επαναφορά μιας ενεργού αντιπαλότητας με τη Ρωσία. Μέσα από το πρίσμα της Ρωσίας θα προσεγγίσει ο Μπάιντεν την Τουρκία.
 
Η ενεργοποίηση των ρωσικών πυραύλων S-400 από την Αγκυρα, λίγες μόλις ημέρες πριν από τις αμερικανικές εκλογές, είναι κάτι που θα επιφέρει κυρώσεις. Η εφαρμογή της νομοθεσίας που απαγορεύει τη συνεργασία με Ρωσία, Ιράν και Βόρεια Κορέα (γνωστή με το ακρωνύμιο CAATSA) θα εφαρμοσθεί μετά βεβαιότητος, αν και σταδιακά. Με τον ίδιο αυστηρό τρόπο θα αντιμετωπίζεται και οποιαδήποτε κίνηση του Ερντογάν είναι αντίθετη προς τα αμερικανικά συμφέροντα. Θα πάψει και το βασικό χαρακτηριστικό των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων της περιόδου Τραμπ. Ο Ερντογάν μπορούσε με ένα τηλεφώνημα να ανατρέψει τον σχεδιασμό και τις εισηγήσεις της αμερικανικής γραφειοκρατίας.
 
Από εκεί και πέρα όμως οι ΗΠΑ δεν θα απομονώσουν την Τουρκία. Τουναντίον, θα προσπαθήσουν να της προσφέρουν κίνητρα για να «επιστρέψει» στο δυτικό στρατόπεδο. Το ερώτημα είναι εάν ο κυνικά ρεαλιστής Ερντογάν θελήσει να εκμεταλλευθεί το γεγονός ότι η Τουρκία είναι η μόνη χώρα του ΝΑΤΟ που βρίσκεται θεωρητικώς «αντιμέτωπη» με τη Ρωσία σε τρία μέτωπα: Συρία, Λιβύη, Καύκασο. Ιδίως στο μέτωπο της Λιβύης το τουρκικό επιχείρημα ότι δεν πρέπει να αφεθεί η χώρα στα χέρια της Ρωσίας έγινε στο παρελθόν δεκτό από το ΝΑΤΟ.
 
Τυχόν αποκατάσταση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων μας αφορά άμεσα. Η πολιτική των ΗΠΑ έναντι χωρών μεσαίου διαμετρήματος (όπως η Ελλάδα), σπανίως (έως ποτέ) παρουσιάζει διακυμάνσεις λόγω της αλλαγής του ενοίκου του Λευκού Οίκου. Εμείς, όμως αντιμετωπιζόμαστε ως μέρος ενός ενιαίου συστήματος ασφαλείας με την Τουρκία. Σήμερα, οι σχέσεις μας με την Αμερική διάγουν μία εξαιρετική περίοδο. Η απερίφραστη αμερικανική καταδίκη των τουρκικών ενεργειών στην Ανατολική Μεσόγειο βρίσκει αναλογίες μόνον στην επιστολή του Αμερικανού προέδρου Τζόνσον το 1964. Ηταν τότε που οι ΗΠΑ προειδοποίησαν ευθέως την Τουρκία να μην προχωρήσει σε εισβολή στην Κύπρο. Σε αντίθετη περίπτωση το ΝΑΤΟ δεν θα υποστήριζε την Τουρκία, εάν η τελευταία δεχόταν σοβιετική επίθεση. Χρειάσθηκε να περάσουν 56 χρόνια για να δούμε ανάλογες δηλώσεις. Ολα αυτά αντικατοπτρίζουν την ευρύτερη καχυποψία των ΗΠΑ έναντι της σημερινής Τουρκίας. Επιπλέον, με πρόεδρο τον Μπάιντεν η Ελλάδα έχει άμεσους διαύλους επικοινωνίας που είχαν χαθεί επί Τραμπ. Εάν, όμως, βελτιωθούν οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις, θα ξαναγυρίσουμε στα κούφια λόγια Αμερικανών επισήμων περί των ενδόξων προγόνων μας και των ισχυρών δεσμών μας, όπως είχαμε συνηθίσει στο παρελθόν;
 
Συν Αθηνά και χείρα κίνει. Το επόμενο χρονικό διάστημα χρειάζεται να τονώσουμε την εικόνα της Ελλάδας ως πυλώνα σταθερότητας. Επιπλέον, πρέπει να αλλάξουμε στα μάτια των Δυτικών την αντιμετώπιση της Ελλάδας ως τμήματος ενός ενιαίου χώρου ασφαλείας με την Τουρκία. Οι συμμαχίες στις οποίες είμαστε μέλη (ΝΑΤΟ και Ε.Ε.) δεν μας καλύπτουν επαρκώς στην Ανατολική Μεσόγειο. Η δημιουργία ενός τοπικού συστήματος αμυντικής ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο με συμμετοχή Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, Αιγύπτου, Ιορδανίας και Εμιράτων δείχνει εφικτή. Οι συνεχείς διασκέψεις με ξένους ηγέτες της ευρύτερης γειτονιάς μας, κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση.
 
* Ο κ. Αγγελος Συρίγος είναι καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής, βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στην Α΄ Αθηνών.