ΚΟΣΜΟΣ

Αλλαγή πορείας για τις ΗΠΑ του Μπάιντεν

Δρομολογεί νέα εξωτερική πολιτική

Αλλαγή πορείας  για τις ΗΠΑ του Μπάιντεν

Από τις πρώτες κιόλας ώρες του στον Λευκό Οίκο, ο Τζο Μπάιντεν κατέστησε σαφές, με έναν καταιγισμό προεδρικών διαταγμάτων, ότι εννοεί να ξηλώσει την κληρονομιά του Ντόναλντ Τραμπ στα πιο κρίσιμα μέτωπα της εσωτερικής πολιτικής. Για το «δόγμα Μπάιντεν» αναφορικά με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, όμως, θα χρειαστεί να περιμένουμε περισσότερο. Αντιμέτωπος με μια εκρηκτική συγκυρία πολλαπλών κρίσεων (πανδημία, οικονομική ύφεση, συστημικός ρατσισμός, περιβαλλοντικό, ακροδεξιές συμμορίες), ο 46ος πρόεδρος μάλλον δεν θα θέσει ως προτεραιότητα των πρώτων 100 ημερών του τις διεθνείς υποθέσεις. Ωστόσο, τα πρώτα δείγματα γραφής, στη μεταβατική περίοδο μετά την εκλογή του, επιτρέπουν βάσιμες εικασίες για τις αλλαγές που κυοφορούνται.

Η κεντρική ιδέα έγινε σαφής στις 24 Νοεμβρίου, όταν ο νικητής των εκλογών παρουσίασε το επιτελείο του στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας. «Η Αμερική επιστρέφει», διακήρυξε ο Μπάιντεν, «έτοιμη να διευθύνει τον κόσμο, και όχι να απομονωθεί από αυτόν, έτοιμη να αντιμετωπίσει τους εχθρούς της και όχι να απορρίψει τους συμμάχους της, έτοιμη να υπερασπιστεί τις αξίες της». Μια φιλοσοφία στον αντίποδα του δόγματος Τραμπ «Πρώτα η Αμερική», η οποία όμως εύκολα διακηρύσσεται, αλλά δυσκολότερα εφαρμόζεται. Ο κόσμος του 2021 δεν είναι ο κόσμος του 2017, όταν ο αντιπρόεδρος Μπάιντεν μαζί με τον πρόεδρο Ομπάμα έφευγαν από τον Λευκό Οίκο. Οσα μεσολάβησαν διαμόρφωσαν δύσκολα αναστρέψιμες πραγματικότητες, ενώ ακόμη και οι πιο θερμοί σύμμαχοι της Αμερικής θα είναι πιο καχύποπτοι, καθώς ούτε η μακροημέρευση του Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο είναι δεδομένη ούτε το ενδεχόμενο να εμφανιστεί ύστερα από τέσσερα χρόνια ένας νέος Τραμπ μπορεί αυτή την ώρα να αποκλειστεί. 

Επιπλέον, ο προηγούμενος πρόεδρος και ο πιστός του υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο φρόντισαν, τις τελευταίες εβδομάδες της θητείας τους, να δημιουργήσουν ένα ναρκοθετημένο έδαφος για τους διαδόχους τους, με σειρά τετελεσμένων στη διεθνή σφαίρα. Επαναφορά της Κούβας στις «χώρες που στηρίζουν την τρομοκρατία» για να τορπιλιστεί το ιστορικό άνοιγμα του Ομπάμα, νέες κυρώσεις κατά του Ιράν που δυσκολεύουν την επάνοδο στη διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα, εμμονή στη στήριξη του ολέθριου πολέμου της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη, πρόκληση κατά της Κίνας με τη διεύρυνση των σχέσεων ΗΠΑ – Ταϊβάν και άλλα πολλά. Ολα αυτά θα μπορούσαν, βεβαίως, να ανατραπούν εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση, αλλά κάτι τέτοιο θα σήμαινε τη δαπάνη σημαντικού πολιτικού κεφαλαίου την πρώτη, κρίσιμη περίοδο της νέας κυβέρνησης, όταν πολύ πιεστικότερα προβλήματα ζητούν απαντήσεις.

Η ακρόαση Μπλίνκεν

Το κυριότερο, η νέα κυβέρνηση δεν φαίνεται διατεθειμένη να ανατρέψει ορισμένες καίριες επιλογές εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ, πάνω στις οποίες υπήρξε ευρεία δικομματική συναίνεση. Ηδη ο Αντονι Μπλίνκεν, η επιλογή του Μπάιντεν για το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στην ακρόασή του από τη Γερουσία ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν θα διατηρήσει την αμερικανική πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ –χαριστική βολή στα όνειρα για ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος– και ότι δεν προβλέπει να επιστρέψουν οι ΗΠΑ στο προσεχές μέλλον στη διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. 

Συνέχεια και όχι ρήξη με την εποχή Τραμπ φαίνεται ότι θα υπάρξει στο πρόβλημα των προβλημάτων για την αμερικανική εξωτερική πολιτική: την αντιμετώπιση της Κίνας. Η ανερχόμενη ασιατική δύναμη «συνιστά τη μεγαλύτερη πρόκληση για την Αμερική σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη χώρα», τόνισε στην ίδια ακρόαση ο Μπλίνκεν, κάνοντας λόγο για «γενοκτονία» της μειονότητας των Ουιγούρων, δεν δίστασε, μάλιστα, να απονείμει εύσημα στους χειρισμούς των προκατόχων του. Δυσοίωνη είδηση για το Πεκίνο ήταν και ο διορισμός του Κουρτ Κάμπελ στο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, ως γενικού συντονιστή για τη ζώνη Ειρηνικού – Ινδικού. Οχι μόνο γιατί ο Κάμπελ ήταν εμπνευστής της «στροφής προς την Ασία» επί προεδρίας Ομπάμα, αλλά και γιατί η δημιουργία του νέου αυτού αξιώματος από τον Μπάιντεν μαρτυρεί την προτεραιότητα που αποδίδει στην ανάσχεση της κινεζικής ισχύος. Το γεγονός ότι η Κίνα όχι μόνον άντεξε, αλλά βγήκε νικήτρια από τους εμπορικούς πολέμους του Τραμπ (αντί να μειωθεί, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας με τις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 7,1% το 2020), υπογραμμίζει τις δυσκολίες του εγχειρήματος. 

Σε τροχιά περαιτέρω όξυνσης προβλέπεται να βρεθούν και οι σχέσεις της Ουάσιγκτον με τη Μόσχα. Στην προεκλογική περίοδο, ο Μπάιντεν είχε ανακηρύξει τη Ρωσία ως «υπ’ αριθμόν 1 απειλή για την Αμερική». Ο ίδιος ο Μπλίκνεν, υποστηρικτής των πολέμων στο Ιράκ και στη Λιβύη, είχε εκπονήσει τη στρατηγική των κυρώσεων κατά της Ρωσίας επί προεδρίας Ομπάμα, ύστερα από την προσάρτηση της Κριμαίας. Ο Γουίλιαμ Μπερνς, ο οποίος προορίζεται για διευθυντής της CIA, υπήρξε πρεσβευτής στη Μόσχα και χαρακτηρίστηκε από τον Ρώσο υφυπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Ριαμπκόφ ως ένας από τους ανθρώπους που «έχτισαν την καριέρα τους πάνω στη ρωσοφοβία». Επιπλέον, ο Μπάιντεν επανέφερε στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ τη Βικτόρια Νούλαντ, κεντρικό πρόσωπο στη διαχείριση της ουκρανικής κρίσης του 2013-2014 από τις ΗΠΑ και σύζυγο του προβεβλημένου νεοσυντηρητικού Ρόμπερτ Κέιγκαν.

Οι Ευρωπαίοι, με εξαίρεση τους ηγέτες των «μη φιλελεύθερων Δημοκρατιών» της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, μοιράστηκαν αισθήματα ανακούφισης με την αποχώρηση Τραμπ, ενός προέδρου που είχε ως διακηρυγμένο στόχο τη διάλυση της Ε.Ε. Ωστόσο, δεν τρέφουν αυταπάτες ότι η εκλογή Μπάιντεν θα σημάνει αυτομάτως την επιστροφή των διατλαντικών σχέσεων στην προηγούμενη, όχι ακριβώς ειδυλλιακή, εποχή. Οι αντιθέσεις για τις δαπάνες του ΝΑΤΟ, τον ρωσικό αγωγό Nord Stream 2, τη φορολόγηση των αμερικανικών κολοσσών του Διαδικτύου και σειρά άλλων ζητημάτων θα συνεχίσουν να προκαλούν τριβές. Στο κεντρικό θέμα των σχέσεων με την Κίνα, οι Ευρωπαίοι «δεν εννοούν να ακούνε διαλέξεις των Αμερικανών για το σχέδιό τους και την ανάγκη να υπακούσουμε», όπως δήλωσε προ ημερών ο Εμανουέλ Μακρόν. Η υπογραφή μεγάλης επενδυτικής συμφωνίας Ε.Ε. – Κίνας λίγες ημέρες πριν από την ορκωμοσία Μπάιντεν έδειξε ότι δεν πρόκειται απλώς για λόγια.

Σε εκείνους που έχουν περισσότερους λόγους να ανησυχούν για την εποχή Μπάιντεν περιλαμβάνεται η Τουρκία. Στην προαναφερθείσα ακρόασή του από τη Γερουσία, ο Μπλίνκεν χαρακτήρισε τη χώρα του Ερντογάν «λεγόμενο σύμμαχο των ΗΠΑ», απειλώντας τη με νέες κυρώσεις για την υπόθεση των S-400. Είναι αλήθεια ότι η αντιρωσική γραμμή που χαράσσει η νέα αμερικανική διοίκηση αναβαθμίζει τον ρόλο της Τουρκίας ως μείζονος αναχώματος έναντι της ρωσικής ισχύος σε ένα μεγάλο γεωγραφικό τόξο, από την Κριμαία, τη Μαύρη Θάλασσα και τον Καύκασο μέχρι τη Συρία και τη Λιβύη. Πρέπει να αναμένεται, όμως, ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν θα πιέσει ασφυκτικά τον Ερντογάν, εκμεταλλευόμενη και τη δύσκολη οικονομική κατάσταση της Τουρκίας, να εγκαταλείψει τον ρόλο του ελεύθερου καβαλάρη, που παίζει παιχνίδια και με τη Δύση και με τη Ρωσία, και να μειώσει τις υπερφίαλες φιλοδοξίες του στα όρια των πραγματικών μεγεθών του. 

Οι 100 ημέρες

Λένε ότι δεν είναι ο ηγέτης που διαλέγει την ευνοϊκή στιγμή για την ανάδειξή του, αλλά η στιγμή που διαλέγει τον ηγέτη, μεταμορφώνοντάς τον στα μέτρα των απαιτήσεών της. Το 1933, σε μια Αμερική συγκλονισμένη από τη Μεγάλη Υφεση, ήρθε ο Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ, ένας πατρίκιος της Ανατολικής Ακτής, για να θεμελιώσει το πιο φιλόδοξο πρόγραμμα στήριξης των φτωχών, το New Deal. Το 1964, όταν θέριευε το κίνημα κατά των φυλετικών διακρίσεων, ήταν ο Λίντον Τζόνσον, ένας καουμπόης από το Τέξας, με έντονες ρατσιστικές προκαταλήψεις, που ανέλαβε να προωθήσει τους πιο προωθημένους νόμους για τα δικαιώματα των μαύρων από την εποχή του Αβραάμ Λίνκλον. Μήπως η σημερινή συγκυρία των πολλαπλών κρίσεων που βιώνει η Αμερική βρήκε κι αυτή τον ηγέτη που χρειαζόταν; Θα μπορούσε ο Τζο Μπάιντεν, ένας 78χρονος πολιτικός, σάρκα από τη σάρκα του αμερικανικού κατεστημένου, να πάρει μια θέση στην Ιστορία πλάι στους Ρούζβελτ και Τζόνσον, προωθώντας προοδευτικές μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της χώρας; Δύσκολο να το φανταστεί κάποιος, αλλά αρχή άνδρα και γυναίκα δείκνυσι. Στην παρθενική του ομιλία ως πρόεδρος της χώρας, ο Μπάιντεν εστίασε στη λέξη «ενότητα», με εκκλήσεις για την άρση του διχασμού που του κληροδότησε ο Τραμπ. Οι πρώτες πράξεις του στον Λευκό Οίκο, όμως, ήταν επιλογές ρήξης. Με τα 15 προεδρικά διατάγματα που υπέγραψε την πρώτη κιόλας ημέρα (γεγονός χωρίς ιστορικό προηγούμενο) επανέφερε τις ΗΠΑ στη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα και στον ΠΟΥ, έκοψε τη χρηματοδότηση για το τείχος στα σύνορα με το Μεξικό, ενίσχυσε τα δικαιώματα των μεταναστών, στράφηκε εναντίον του «συστημικού ρατσισμού», «πάγωσε» φοιτητικά δάνεια και ανέστειλε εξώσεις και κατασχέσεις. Δυναμικό ξεκίνημα, αν και τα εμπόδια για πιο ουσιώδεις μεταρρυθμίσεις θα είναι μεγάλα – όχι μόνο από τους Ρεπουμπλικανούς, αλλά και από την πιο συντηρητική μερίδα των Δημοκρατικών, ιδίως στη Γερουσία.