ΚΟΣΜΟΣ

Πώς ολοκληρώνονται οι ατέλειωτοι πόλεμοι των ΗΠΑ

Πώς ολοκληρώνονται οι ατέλειωτοι πόλεμοι των ΗΠΑ

Σε βαρυσήμαντο άρθρο του στο περιοδικό Foreign Affairs την άνοιξη του 2020, ο τότε υποψήφιος των Δημοκρατικών για την προεδρία, Τζο Μπάιντεν, έδωσε το περίγραμμα της εξωτερικής πολιτικής που εννοούσε να ασκήσει εφόσον κέρδιζε τις εκλογές. Κεντρική θέση κατείχε η δέσμευσή του ότι θα τερματίσει τους «ατέλειωτους πολέμους» των ΗΠΑ – κατά κύριο λόγο στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, που κλείνουν φέτος 20 και 18 χρόνια αντιστοίχως, ξεπερνώντας κατά πολύ κάθε άλλο πόλεμο στην αμερικανική ιστορία, αλλά και τη στρατιωτική εμπλοκή της υπερδύναμης στις πολυετείς συρράξεις της Υεμένης, της Συρίας και της Σομαλίας. «Πρέπει να συνεχίσουμε να εστιάζουμε στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, αλλά το να παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε συγκρούσεις που δεν μπορούν να κερδηθούν, εξασθενεί την ικανότητά μας να ηγούμαστε σε άλλα πεδία που απαιτούν την προσοχή μας», έγραφε χαρακτηριστικά.

Πριν από τον Τζο Μπάιντεν, δύο άλλοι Αμερικανοί πρόεδροι, ο Μπαράκ Ομπάμα και ο Ντόναλντ Τραμπ, είχαν έρθει στην εξουσία με την ίδια υπόσχεση – να τερματίσουν τους «ατελείωτους πολέμους», που κοστίζουν χιλιάδες ζωές, τρισεκατομμύρια δολάρια και τεράστια ηθική βλάβη στην Αμερική, χωρίς να υπόσχονται οποιοδήποτε μόνιμο όφελος. Δυστυχώς για τους ίδιους και για τον κόσμο, απέτυχαν να τηρήσουν την υπόσχεσή τους, αν και κατάφεραν να μειώσουν σημαντικά τον αριθμό των εμπλεκομένων αμερικανικών στρατευμάτων. Τίποτα δεν εγγυάται ότι μια διαφορετική μοίρα περιμένει τον σημερινό ηγέτη των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τα πιο πιεστικά διλήμματα προέρχονται αυτή τη στιγμή από το Αφγανιστάν. Βάσει της ειρηνευτικής συμφωνίας που έκλεισε η κυβέρνηση Τραμπ με τους Ταλιμπάν, σε μεγάλο βαθμό ερήμην της αφγανικής κυβέρνησης, οι τελευταίοι 2.500 Αμερικανοί στρατιώτες, όπως και οι υπόλοιποι 7.000 στρατιώτες του ΝΑΤΟ, πρέπει να έχουν εγκαταλείψει τη χώρα μέχρι την 1η Μαΐου. Το μόνο αντάλλαγμα από την πλευρά των Ταλιμπάν ήταν η δέσμευσή τους ότι θα πάψουν να προσφέρουν άσυλο στην Αλ Κάιντα ή άλλες τρομοκρατικές οργανώσεις και να πλήττουν τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους. Εχοντας κρατήσει στο πόστο του τον Ζαλμάι Χαλιλζάντ, τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ που διαπραγματεύθηκε τη συμφωνία μεταξύ της κυβέρνησης Τραμπ και των Ταλιμπάν, ο Μπάιντεν θα ήθελε να συνεχίσει αυτή τη γραμμή, ώστε να επιστρέψουν στην πατρίδα τους οι Αμερικανοί στρατιώτες μέχρι την άνοιξη. Στο βιβλίο του «Γη της Επαγγελίας», ο Μπαράκ Ομπάμα περιγράφει την έντονη σύγκρουση του τότε αντιπροέδρου Μπάιντεν με το Πεντάγωνο γύρω από αυτό ακριβώς το ζήτημα.

Ωστόσο, οι εξελίξεις στο ίδιο το Αφγανιστάν περιπλέκουν εξαιρετικά το σχέδιο απόσυρσης. Οπως έγραψαν την περασμένη Δευτέρα οι New York Times, οι Ταλιμπάν κερδίζουν διαρκώς έδαφος, έχοντας περικυκλώσει μεγάλες πόλεις, όπως η Κανταχάρ και η Κουντούζ, που μπορεί να πέσουν αύριο-μεθαύριο στα χέρια τους, ενώ οι ειρηνευτικές συνομιλίες τους με την αφγανική κυβέρνηση στην Ντόχα του Κατάρ βρίσκονται σε νεκρό σημείο. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι, αν αποχωρήσουν τα ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα την άνοιξη, είναι πολύ πιθανό να διαδραματιστούν στην πρωτεύουσα Καμπούλ σκηνές που θα θυμίζουν την πτώση της Σαϊγκόν στα χέρια των Βιετκόγκ, τον Απρίλιο του 1975, όταν οι τελευταίοι Αμερικανοί μαζί με λίγους Βιετναμέζους συνεργάτες τους έφευγαν με ελικόπτερα από την ταράτσα της αμερικανικής πρεσβείας. Το θέμα απασχόλησε τους υπουργούς Αμυνας του ΝΑΤΟ την περασμένη Πέμπτη, με τη Γερμανία και άλλες χώρες να πιέζουν για παράταση της εμπλοκής, ενώ ο Τζο Μπάιντεν δεν έχει καταλήξει ακόμη σε οριστικές αποφάσεις.

Το δεύτερο ναρκοπέδιο

Εξίσου δύσκολη διαγράφεται η έξοδος από το ναρκοπέδιο του Ιράκ, όπου έχουν απομείνει 2.500 Αμερικανοί στρατιώτες, σχεδόν στην ολότητά τους συγκεντρωμένοι στην κουρδική περιοχή, στο βόρειο τμήμα της χώρας. Στην υπόλοιπη χώρα, ακόμη και μέσα στη θωρακισμένη «Πράσινη Ζώνη» της Βαγδάτης, Αμερικανοί στρατιώτες δέχθηκαν την περασμένη χρονιά κύμα επιθέσεων από φιλοϊρανικές, σιιτικές πολιτοφυλακές, σε αντίποινα για την προκλητική δολοφονία του Ιρανού υποστράτηγου Κασέμ Σουλεϊμανί τον Ιανουάριο του 2020, στο αεροδρόμιο της ιρακινής πρωτεύουσας, από το Πεντάγωνο. Την περασμένη Δευτέρα, όμως, ακόμη και το θεωρητικά ασφαλές Αρμπίλ, η πρωτεύουσα του ιρακινού Κουρδιστάν, γνώρισε βροχή από ρουκέτες εναντίον αεροπορικής βάσης όπου έχουν εγκατασταθεί αμερικανικά στρατεύματα. Την ευθύνη ανέλαβε μια ελάχιστα γνωστή σιιτική πολιτοφυλακή, ενώ η Τεχεράνη διέψευσε κατηγορηματικά τις φήμες ότι κρυβόταν πίσω από την επίθεση. Το γεγονός αυτό δεν εμπόδισε τις πιο έγκυρες εφημερίδες σε ΗΠΑ και Ευρώπη να μεταφράσουν το περιστατικό ως πρώτο σκληρό μήνυμα του Ιράν στον νέο Αμερικανό πρόεδρο, τη στιγμή κατά την οποία αναμένονται οι αποφάσεις του για την επιστροφή ή όχι των ΗΠΑ στη διεθνή συμφωνία γύρω από το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Ηδη, η ιρανική ηγεσία έχει θέσει ως ύστατη προθεσμία την 23η Φεβρουαρίου, απειλώντας ότι, αν δεν αρθούν οι αμερικανικές κυρώσεις, θα περιορίσει σημαντικά τους διεθνείς ελέγχους στις εγκαταστάσεις της.

Είναι γεγονός ότι ο Τζο Μπάιντεν έστειλε κάποια μηνύματα που κράταγαν ανοιχτό το παράθυρο για πιο ομαλές σχέσεις με το Ιράν. Αφησε για πολλές μέρες τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου να περιμένει στο τηλέφωνό του, ενώ σνόμπαρε επιδεικτικά τον πρίγκιπα διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ μπιν Σαλμπάν, άλλον ένα διαπρύσιο πολέμιο της Τεχεράνης. Επιπλέον, τερμάτισε την υποστήριξη των ΗΠΑ στον πόλεμο των Σαούντ και των συμμάχων τους εναντίον των φιλοϊρανών ανταρτών Χούθι της Υεμένης. Και σε αυτό το μέτωπο, όμως, ο Μπάιντεν είναι υποχρεωμένος να κινηθεί σε λεπτό στρώμα πάγου. Οι Χούθι ετοιμάζονται να καταλάβουν την πλούσια σε πετρέλαια πόλη Μαρίμπ, το τελευταίο οχυρό των κυβερνητικών στρατευμάτων στο βόρειο τμήμα της χώρας, φέρνοντας σε πολύ δύσκολη θέση τους Σαουδάραβες. Οπως στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, έτσι και στην Υεμένη ο Μπάιντεν κινδυνεύει να κατηγορηθεί από τους σκληροπυρηνικούς αντιπάλους του για «ενδοτισμό» στην περίπτωση καταιγιστικών εξελίξεων, προς όφελος των στρατηγικών αντιπάλων των ΗΠΑ.