ΚΟΣΜΟΣ

Τι κρύβει η σύγκρουση Ερντογάν και ναυάρχων

Οι πρωταγωνιστές της ανταρσίας

ti-kryvei-i-sygkroysi-erntogan-kai-nayarchon-561326461

Τα χαράματα της περασμένης Δευτέρας, οι διωκτικές αρχές της Τουρκίας οδηγούσαν στη φυλακή δέκα ναυάρχους εν αποστρατεία με την κατηγορία ότι ετοίμαζαν στάση. Εκ πρώτης όψεως, το περιστατικό δεν προκαλούσε έκπληξη καθώς, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, ο πέλεκυς έπεσε ξανά και ξανά βαρύς σε εκατοντάδες ανώτατους αξιωματικούς, ενεργούς ή αποστρατευμένους. Υπήρχε ωστόσο μια τεράστια διαφορά: αυτή τη φορά οι αξιωματικοί που στιγματίστηκαν δεν συνδέονταν με την ισλαμική αδελφότητα του Φετουλάχ Γκιουλέν, ούτε φημίζονταν για στενές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Αντίθετα, οι κορυφαίοι εξ αυτών ήταν γνωστοί για την εθνικιστική – αντιδυτική τοποθέτησή τους και την «ευρασιατική» στρατηγική τους, καθώς πιέζουν για προσέγγιση με τη Ρωσία, ακόμη και για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ. Πώς φτάσαμε, λοιπόν, μέχρι εδώ;

Ολα ξεκίνησαν στις 24 Μαρτίου, όταν το τουρκικό κοινοβούλιο ενέκρινε το φαραωνικό σχέδιο του Ταγίπ Ερντογάν για τη «Διώρυγα της Κωνσταντινούπολης»: έργο προϋπολογισμού 25 δισ. ευρώ και μήκους 45 χιλιομέτρων, παραλληλίζεται με τις διώρυγες του Σουέζ και του Παναμά, καθώς προβλέπεται να συνδέσει τη Μαύρη Θάλασσα με τη Θάλασσα του Μαρμαρά, παρακάμπτοντας τον Βόσπορο και τα Δαρδανέλια. Οι επικριτές του σχεδίου κάνουν λόγο για κατασκευαστική τρέλα και περιβαλλοντικό έγκλημα, αλλά ο Ερντογάν επιμένει, προσδοκώντας τεράστιο οικονομικό όφελος. Πέραν αυτών, η διαμάχη απέκτησε γεωπολιτική διάσταση: ο έλεγχος των Δαρδανελίων από την Τουρκία διέπεται από τους περιορισμούς της Συνθήκης του Μοντρέ (1936), οι οποίοι δεν είναι αυτονόητο ότι θα ισχύσουν για τη νέα διώρυγα. Μιλώντας στο HaberTurk λίγες ώρες μετά την επικύρωση του σχετικού νομοσχεδίου, ο πρόεδρος της βουλής Μουσταφά Σεντόπ υποστήριξε ότι το θέμα είναι ανοιχτό και ότι, σε κάθε περίπτωση, ο Ταγίπ Ερντογάν έχει τη δυνατότητα να αποσύρει τη χώρα του από τη Συνθήκη του Μοντρέ με απλό προεδρικό διάταγμα. 

Από νομικής απόψεως, είχε δίκιο. Με διάταγμα που υπέγραψε το 2018, ο πρόεδρος-σουλτάνος παραχώρησε στον εαυτό του τη δυνατότητα να βγάζει την Τουρκία από οποιαδήποτε διεθνή συνθήκη χωρίς καν να ρωτήσει το κοινοβούλιο – κάτι που ήδη έκανε προ ημερών, όταν απέσυρε τη χώρα του από τη διεθνή συνθήκη για τη βία εναντίον των γυναικών. Τώρα, όμως, οι αντιδράσεις προήλθαν όχι από την κοινωνία των πολιτών, αλλά από ισχυρότατη μερίδα του τουρκικού κατεστημένου, κάτι που ο Ερντογάν υπολογίζει περισσότερο. Την Παρασκευή 2 Απριλίου, 126 πρώην πρέσβεις δημοσιοποίησαν κοινή έκκληση προς την κυβέρνηση να μη θίξει το καθεστώς του Μοντρέ, θεωρώντας ότι η εν λόγω συνθήκη, μαζί με εκείνη της Λωζάννης, αποτελεί θεμέλιο του νεότερου τουρκικού κράτους και της διεθνούς αναγνώρισής του.

Ακολούθησε, τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, ανάλογη επιστολή 104 ανώτατων απόστρατων αξιωματικών του πολεμικού ναυτικού, στην οποία γινόταν επίσης λόγος για επικίνδυνη διείσδυση ισλαμικών στοιχείων στο στράτευμα. Η κίνηση αυτή θεωρήθηκε προνουντσιαμέντο από τον Ερντογάν, ο οποίος δήλωσε ότι «όλα τα πραξικοπήματα αρχίζουν με παρόμοιες δημόσιες δηλώσεις». Ωστόσο, οι συλλήψεις που ακολούθησαν δεν σταμάτησαν το τσουνάμι των αντιδράσεων. Την περασμένη Τρίτη, 124 πρώην βουλευτές τάχθηκαν στο πλευρό των διωκόμενων αξιωματικών. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης αναγκάστηκαν να πάρουν αποστάσεις, τονίζοντας ότι ο Ερντογάν εκμεταλλεύεται την κίνηση των αξιωματικών για να συσπειρώσει τη βάση του και να αποπροσανατολίσει τον κόσμο από το πραγματικό πρόβλημα, την εκτόξευση του πληθωρισμού και την οξύτατη οικονομική κρίση. Ωστόσο, η διαμάχη φαίνεται ότι έχει πολύ βαθύτερες ρίζες.

Αν και οι «αντάρτες» αξιωματικοί είναι ποικίλων ιδεολογικών τάσεων, ο βασικός πυρήνας τους εκπροσωπεί το «ευρασιατικό» ρεύμα. Πολλοί εξ αυτών επηρεάζονται από το Πατριωτικό Κόμμα (Vatan Partisi) του Ντογκού Περιντσέκ. Παλιός μαοϊκός και νυν εθνικιστής, με καλές διασυνδέσεις με το Κρεμλίνο, το Κ.Κ. Κίνας και το κυβερνών κόμμα της Βόρειας Κορέας, ο Περιντσέκ είναι συχνός προσκεκλημένος στα τηλεοπτικά στούντιο και άτυπος σύμβουλος του Ερντογάν για θέματα εξωτερικής πολιτικής από το 2014, παρότι το κόμμα του παίρνει λιγότερο από 0,5% στις εκλογές.

Στην εβδομαδιαία εφημερίδα του Πατριωτικού Κόμματος, Ayidinlik, είχε μόνιμη στήλη μέχρι πρόσφατα ο ναύαρχος Τζεμ Γκιουρντενίς, η πλέον προβεβλημένη προσωπικότητα των «στασιαστών». Το όνομά του έγινε γνωστό στην Ελλάδα καθώς ήταν εκείνος που διατύπωσε, υποναύαρχος ων, το 2006, το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» (Mavi Vatan), σε συνεργασία με τον τότε αντιπλοίαρχο Τζιχάτ Γιαϊτσί. Ο Γκιουρντενίς συνελήφθη το 2011 με την κατηγορία ότι συμμετείχε σε πραξικοπηματική συνωμοσία (Επιχείρηση «Βαριοπούλα») και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 18 χρόνων.

Αποφυλακίστηκε και αποκαταστάθηκε, όμως, το 2014, όταν ο Ερντογάν τα είχε πλέον σπάσει με τον παλιό του σύμμαχο Φετουλάχ Γκιουλέν, στον οποίο χρέωσε τη «σπίλωση αθώων στρατιωτικών» από δικαστές και εισαγγελείς του ισλαμικού δικτύου. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, ο Γκιουρντενίς φιγουράρει σταθερά στα τηλεοπτικά παράθυρα, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία πρέπει να εγκαταλείψει το ΝΑΤΟ και να τεθεί επικεφαλής όλων των εθνών που αντιστέκονται στις «ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Δύσης» – κυρίως Γαλλία, ΗΠΑ και Βρετανία. Υπό αυτό το πρίσμα, προτείνει σχέσεις συνεργασίας πρωτίστως με τη Ρωσία και δευτερευόντως με την Κίνα, επικαλούμενος τη συνεννόηση Ατατούρκ – Λένιν.

Οι στενές, μετά το 2016, σχέσεις του Ερντογάν με τους «ευρασιατικούς» υπέστησαν ένα πρώτο ρήγμα τον Μάιο του 2020, όταν ο Τούρκος πρόεδρος οδήγησε σε παραίτηση τον (υποναύαρχο, πλέον) Τζιχάτ Γιαϊτσί για όχι προφανείς λόγους. Κάποιοι είπαν ότι ο δημοφιλής, ύστερα από τον ρόλο που έπαιξε στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, Γιαϊτσί εξοστρακίστηκε γιατί ο υπουργός Αμυνας Χουλουσί Ακάρ τον έβλεπε ως αντίζηλο. Αλλοι εκτίμησαν ότι τον θυσίασε ο Ερντογάν διαμηνύοντας προς τις ΗΠΑ ότι είναι έτοιμος να απαλλαγεί από τους «ευρασιατικούς» προκειμένου να βελτιώσει τις σχέσεις μαζί τους. Μήπως η νέα ρήξη των τελευταίων ημερών είναι ένα ακόμη μήνυμα, αυτή τη φορά προς την κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν;

Παίζει με τη φωτιά

Το βέβαιο είναι ότι, ανοίγοντας τη συζήτηση περί αναθεώρησης του καθεστώτος των Στενών, η Αγκυρα έκλεισε πονηρά το μάτι στην Ουάσιγκτον, η οποία ποτέ δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα τη Συνθήκη του Μοντρέ: βάσει αυτής, τα πολεμικά πλοία της Ρωσίας και των άλλων χωρών της Μαύρης Θάλασσας μπορούν να διαπλέουν τα Στενά χωρίς πολλούς περιορισμούς, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και τους ισχυρούς συμμάχους τους. Αντίθετα, η Μόσχα έχει κάθε λόγο να ανησυχεί για το ενδεχόμενο να περνούν αύριο ανεμπόδιστα από τη διώρυγα της Κωνσταντινούπολης προς τη Μαύρη Θάλασσα αμερικανικά και βρετανικά πολεμικά πλοία. Ρώσοι διπλωμάτες τονίζουν κατ’ επανάληψη ότι η Συνθήκη του Μοντρέ πρέπει να ισχύει και για τη νέα, υπό κατασκευή διώρυγα. Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι ούτε η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει δείξει για την ώρα να συγκινείται από την πολύ υψηλού ρίσκου προσπάθεια του Ερντογάν να διαπραγματευτεί από καλύτερες θέσεις με τις μεγάλες δυνάμεις για το καθεστώς των Στενών. Αξίζει να σημειωθεί ότι και ο ακροδεξιός σύμμαχος του Ερντογάν, ο αρχηγός του ΜΗΡ Ντεβλέτ Μπαχτσελί, προειδοποίησε ότι μόνον «ανόητοι» σκέφτονται να ανοίξουν θέμα για αναθεώρηση του Μοντρέ.