ΚΟΣΜΟΣ

Ενα βήμα πίσω από όλους στην κρίση της Ουκρανίας

Στο χείλος της πλήρους κατάρρευσης οι σχέσεις μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας

ena-vima-piso-apo-oloys-stin-krisi-tis-oykranias-561343774

Την περασμένη Τρίτη, ο Αμερικανός πρεσβευτής στη Ρωσία Τζον Σάλιβαν ανακοίνωσε ότι επρόκειτο να αναχωρήσει για την Ουάσιγκτον, υποτίθεται για διαβουλεύσεις με την κυβέρνησή του και για να περάσει κάποιο χρόνο με την οικογένειά του, που του είχε λείψει πολύ. Ουδείς εκ των παροικούντων την Ιερουσαλήμ πίστεψε αυτά τα διπλωματικά φληναφήματα. Οι πάντες γνώριζαν ότι ήταν το Κρεμλίνο που ανάγκασε τον Σάλιβαν να ετοιμάσει βιαστικά τις αποσκευές του, απειλώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα δίσταζε να τον ανακηρύξει persona non grata, δηλαδή να τον απελάσει. Είχε προηγηθεί η απόφαση της Μόσχας να αποσύρει προσωρινά τον δικό της πρεσβευτή Ανατόλι Αντόνοφ από την Ουάσιγκτον ύστερα από την πρωτοφανή επιλογή του Τζο Μπάιντεν να χαρακτηρίσει τον Βλαντιμίρ Πούτιν «φονιά». 

Ουδέποτε στο παρελθόν οι σχέσεις μεταξύ των δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων είχαν κατρακυλήσει σε τόσο χαμηλό σημείο. Ακόμη και στις πιο θερμές στιγμές του Ψυχρού Πολέμου, κάθε πλευρά αναγνώριζε, αν μη τι άλλο, τη νομιμότητα της αντίπαλης πολιτικής ηγεσίας και κρατούσε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας για μια πραγματιστική σχέση, που δεν απέκλειε τους συμβιβασμούς. Τίποτα από αυτά δεν φάνηκε να ισχύει όταν η ένταση στην ανατολική Ουκρανία ανέβαινε κατακόρυφα με ογκώδεις συγκεντρώσεις στρατευμάτων εκατέρωθεν των συνόρων και με τα μεγάλα ναυτικά γυμνάσια της Ρωσίας στα ανοικτά της Κριμαίας.

Το ενδεχόμενο μιας ανοικτής σύγκρουσης, με την εμπλοκή της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ, φαίνεται ότι οδήγησε όλες τις πλευρές να κάνουν ένα βήμα πίσω. Οι ΗΠΑ ακύρωσαν την αρχική τους απόφαση να στείλουν πολεμικά πλοία στη Μαύρη Θάλασσα, ενώ η Ρωσία άρχισε να αποσύρει, την περασμένη Πέμπτη, τα στρατεύματά της από τα σύνορα με την Ουκρανία. Ωστόσο η κατάσταση απέχει πολύ από το να έχει σταθεροποιηθεί. Στην ετήσια ομιλία του ενώπιον των δύο σωμάτων του ρωσικού Κοινοβουλίου, την περασμένη Τετάρτη, ο Ρώσος πρόεδρος κράτησε κλειστά τα χαρτιά του – είναι χαρακτηριστικό ότι στη μακρά ομιλία του δεν υπάρχει καν η λέξη Ουκρανία. Αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του σε θέματα εσωτερικής πολιτικής, με έμφαση στη στήριξη των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και προφανή στόχευση στις βουλευτικές εκλογές του φθινόπωρου. Παρ’ όλα αυτά, τα μηνύματα που έστειλε ήταν σημαντικά.

Το σημείο της ομιλίας του που ενθουσίασε το πιστό ακροατήριο ήταν εκείνο το οποίο δανείστηκε από το «Βιβλίο της Ζούγκλας» του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, για να παρομοιάσει τις ΗΠΑ με την αιμοσταγή τίγρη Σιρ Χαν, και τους υποτακτικούς της –που υπερθεματίζουν σε αντιρωσικό πνεύμα για να εξευμενίσουν τον ηγεμόνα– με το τσακάλι Ταμπακί. Μετά το καυστικό χιούμορ, ήλθαν οι σοβαρές προειδοποιήσεις. «Ειλικρινά δεν θέλουμε να κάψουμε τις γέφυρες. Αλλά αν κάποιοι παρερμηνεύουν τις καλές προθέσεις μας ως αδιαφορία ή αδυναμία… τότε η απάντηση της Ρωσίας θα είναι ασύμμετρη, γρήγορη και σκληρή», δήλωσε ο Πούτιν, τονίζοντας ότι «όσοι τολμήσουν να παραβιάσουν τις κόκκινες γραμμές» της Μόσχας «θα μετανιώσουν όπως δεν έχουν μετανιώσει ποτέ ώς τώρα». Το ποιες είναι οι κόκκινες γραμμές του Κρεμλίνου για την Ουκρανία το γνωρίζουμε από καιρό. Πρώτα απ’ όλα να μη διανοηθούν οι Αμερικανοί να εντάξουν τη γειτονική της χώρα στο ΝΑΤΟ, κάτι που θα ανέβαζε πολλές πίστες πάνω τη γεωπολιτική και στρατιωτική περικύκλωση της Ρωσίας. Επιπλέον, να μην επιχειρήσει το Κίεβο μαζική στρατιωτική εισβολή στις περιοχές του Ντονμπάς που ελέγχουν από το 2014 οι ρωσόφωνοι αυτονομιστές – τις προάλλες, ο Ντμίτρι Κόζακ, αναπληρωτής προσωπάρχης του Κρεμλίνου και εξ απορρήτων του Πούτιν, δήλωσε ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε «την αρχή του τέλους για την Ουκρανία». Ηδη η Ρωσία έχει δώσει διαβατήρια και υπηκοότητα σε πάνω από 250.000 πολίτες του Ντονμπάς και έχει καταστήσει σαφές ότι θα επέμβει αν απειληθούν οι «ομεθνείς» της. 

Κινδυνεύοντας να βρεθεί για δεύτερη φορά στις Συμπληγάδες μιας σύγκρουσης Ουάσιγκτον – Μόσχας, η Ε.Ε. αναζητεί ρόλο και βαλβίδες εκτόνωσης. Στη σύνοδο της περασμένης Δευτέρας, οι υπουργοί Εξωτερικών της Ενωσης απέφυγαν να επιβάλουν νέες κυρώσεις στη Ρωσία, όπως ζητούσαν οι κατ’ εξοχήν ρωσοφοβικές κυβερνήσεις, καθώς Γερμανία και Γαλλία προσπαθούν να μεσολαβήσουν στο πλαίσιο της τετραμερούς της Νορμανδίας (όπου συμμετέχουν επίσης Ρωσία και Ουκρανία) για την εφαρμογή των ειρηνευτικών συμφωνιών του Μινσκ. Το πλαίσιο που από το 2019 έχουν αποδεχθεί, επί της αρχής, τόσο το Κρεμλίνο όσο και η κυβέρνηση Ζελένσκι, είναι η λεγόμενη «φόρμουλα Στάινμαϊερ», που προτάθηκε από τον πρώην υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας και προβλέπει: εκλογές για την τοπική διοίκηση του Ντονμπάς υπό την εποπτεία του ΟΑΣΕ, ειδικό καθεστώς αυτονομίας για τις περιοχές των ρωσοφώνων, αποκατάσταση του ελέγχου των συνόρων από το Κίεβο και διάλυση των πολιτοφυλακών. 

Βεβαίως είναι αμφίβολο αν τόσο ο Πούτιν όσο και ο Ζελένσκι μπορούν να προχωρήσουν σε έναν τέτοιο ιστορικό συμβιβασμό στις συνθήκες της παρούσας πόλωσης. Ωστόσο ο Ρώσος πρόεδρος θα πρέπει να σκεφτεί ότι το παράθυρο ευκαιρίας μπορεί να κλείσει γρήγορα. Τον Σεπτέμβριο η Αγκελα Μέρκελ φεύγει, κι αν τη διαδεχθεί μια σύμπραξη Χριστιανοδημοκρατών-Φιλελευθέρων-Πρασίνων, αυτή θα μπορούσε να είναι η πιο φιλοατλαντική κυβέρνηση της Γερμανίας εδώ και δεκαετίες. Οσο για τον Εμανουέλ Μακρόν, σύντομα θα τον απορροφήσει σχεδόν εξ ολοκλήρου η δύσκολη μάχη του 2022 με τη Μαρίν Λεπέν.

Δεν απειλείται ο Ρώσος πρόεδρος

Είχε προαναγγελθεί ως επίδειξη δύναμης της ρωσικής αντιπολίτευσης, αλλά το αποτέλεσμα απογοήτευσε τους οργανωτές. Οι οπαδοί του Αλεξέι Ναβάλνι, του πλέον προβεβλημένου αντιπάλου του Πούτιν, ο οποίος ξεκίνησε πριν από τρεις εβδομάδες απεργία πείνας για να καταγγείλει τις συνθήκες κράτησής του, κάλεσαν τον κόσμο να κατέβει στους δρόμους την περασμένη Τετάρτη, την ώρα της προεδρικής ομιλίας. Λίγες χιλιάδες ανταποκρίθηκαν στη Μόσχα, ενώ στις περισσότερες πόλεις οι διαδηλωτές μετρούνταν σε εκατοντάδες – λιγότεροι από τις αντίστοιχες κινητοποιήσεις του Ιανουαρίου. Την ίδια ημέρα, η Wall Street Journal δημοσίευε ρεπορτάζ με τίτλο «Ο Πούτιν διατηρεί τη δημοτικότητά του παρά το κύμα των κινητοποιήσεων». Το ρεπορτάζ επικαλείται έρευνα του ανεξάρτητου ινστιτούτου Levada, σύμφωνα με την οποία η καχυποψία των Ρώσων έναντι του Ναβάλνι αυξήθηκε από 50% σε 56% μετά τη νοσηλεία και την επιστροφή του από τη Γερμανία. Στην τελευταία δημοσκόπηση του Levada, η δημοτικότητα του Πούτιν είναι 64%, ενώ του Ναβάλνι περιορίζεται σε 20%. Οι κυρώσεις, η δεινή οικονομική πραγματικότητα και η πανδημία δεν φαίνεται να επηρεάζουν αισθητά τη δημοτικότητα του προέδρου.