ΚΟΣΜΟΣ

Η υποδοχή του Ιστορικού Συμβιβασμού

Αρνητική η στάση της Ουάσιγκτον και των δυτικών συμμάχων στο πείραμα της ιταλικής πολιτικής εν μέσω Ψυχρού Πολέμου

Η υποδοχή του Ιστορικού Συμβιβασμού

Η στρατηγική του Ιστορικού Συμβιβασμού, της επίτευξης δηλαδή της συμμετoχής των Ιταλών κομμουνιστών στην κυβέρνηση, δεν αφορούσε μόνο την εσωτερική πολιτική ισορροπία αλλά ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον Ψυχρό Πόλεμο. Από την αμερικανική οπτική, η Ιταλία συνιστούσε μια χώρα του πυρήνα της δυτικής Ευρώπης. Καθώς οι δύο υπερδυνάμεις βρίσκονταν στην κατάσταση της λεγόμενης ισορροπίας του τρόμου, λόγω των πυρηνικών τους οπλοστασίων, τα οποία εξασφάλιζαν την αμοιβαία καταστροφή σε περίπτωση σύρραξης, η μεταβολή των στρατηγικών ισορροπιών μπορούσε να επέλθει με πολιτικές αλλαγές στο εσωτερικό των συμμαχιών. Στο πλαίσιο αυτό, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ αντιμετώπιζε τον Ιστορικό Συμβιβασμό αρνητικά. Στην ανάλυσή του πρυτάνευαν οι αμφιβολίες σχετικά με το πραγματικό υπόβαθρο του ευρωκομμουνισμού: Πόσο πραγματική ήταν η διάσταση μεταξύ των Ιταλών κομμουνιστών και της Μόσχας; Ακόμη και αν υπήρχε διάσταση, επρόκειτο αυτή να διαρκέσει; Η αποκήρυξη της δικτατορίας του προλεταριάτου ήταν πραγματική; Θα μπορούσε ένα κομμουνιστικό κόμμα να αποδεχθεί την προοπτική της εκλογικής ήττας και την επιστροφή στην αντιπολίτευση; Ηταν ειλικρινής η δέσμευση των Ιταλών κομμουνιστών έναντι της Ατλαντικής Συμμαχίας; Η απάντηση που έδινε ο ίδιος αλλά και οι πιο σημαντικοί Ευρωπαίοι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Γαλλία, ήταν αρνητική.

Στρατηγικό αδιέξοδο με πολλά διλήμματα

Η υποδοχή του Ιστορικού Συμβιβασμού-1
27.9.1977. Ο Δυτικογερμανός καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ και ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του προέδρου Κάρτερ, Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι. Οι ηγέτες του ΝΑΤΟ ήταν αντίθετοι στη συνεργασία των Χριστιανοδημοκρατών με τους κομμουνιστές. (Φωτ. ASSOCIATED PRESS)

Υπήρχαν αμφιβολίες για την έκταση της ρήξης στις σχέσεις των Ιταλών κομμουνιστών με τη Μόσχα. Πέραν του γενικού γραμματέα του κόμματος, Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ο οποίος φαινόταν να είναι πεπεισμένος υποστηρικτής του Ιστορικού Συμβιβασμού, εξακολουθούσε να υπάρχει στο κόμμα μια ισχυρή φιλοσοβιετική πτέρυγα. Η παρουσία της συνέβαλε ώστε ο Μπερλινγκουέρ να αναβάλει την απόφαση που έλαβε το 1977 για τη διακοπή της χρηματοδότησης που λάμβανε το κόμμα από τη Μόσχα και η οποία ανερχόταν στο όχι αμελητέο ποσό των τεσσάρων έως πέντε εκατομμυρίων δολαρίων ετησίως. Η χρηματοδότηση επρόκειτο να διακοπεί μόλις το 1981 και τότε αυτό συνέβη με απόφαση της Μόσχας, η οποία θεώρησε ότι έπρεπε να περιοριστεί στην ενίσχυση της φιλοσοβιετικής πτέρυγας του κόμματος. Αμφιβολίες υπήρχαν και για την ικανότητα των αστικών κομμάτων, με προεξάρχουσα τη Χριστιανική Δημοκρατία, και των Ιταλών σοσιαλιστών να αποτελέσουν ένα αποτελεσματικό πολιτικό αντίβαρο στην ενδεχόμενη συνεργασία με τους Ιταλούς κομμουνιστές ή αν, αντίθετα, οι τελευταίοι θα ήταν σε θέση να προκαλέσουν τη διάσπασή τους.

Η συμμετοχή των Ιταλών κομμουνιστών θα έθετε και στρατηγικά ζητήματα στην Ατλαντική Συμμαχία. Ο Κίσινγκερ, όπως και άλλοι δυτικοί παράγοντες, πίστευε ότι ακόμη και αν η Ιταλία δεν οδηγείτο σε αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, η προτεραιότητά της με κομμουνιστική συμμετοχή στην κυβέρνηση δεν θα ήταν η ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της χώρας. Οι αμυντικές δαπάνες θα μειώνονταν, ενώ θα ετίθεντο δυνητικά και ζητήματα ασφαλείας.

Συνεπώς, φαινομενικά μικρά βήματα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια ανεπαίσθητη αρχικά αλλά σημαντική σωρευτικά αλλαγή της ισορροπίας των δυνάμεων. Το προηγούμενο άλλωστε ενός κομμουνιστικού κόμματος που θα συμμετείχε σε κυβέρνηση ενός κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ θα υπονόμευε την ίδια την έννοια, τη σκοπιμότητα των συμμαχιών στα μάτια της δυτικής κοινής γνώμης στην Ευρώπη. Το στοιχείο αυτό λαμβανόταν υπόψη ενόψει και των νομοθετικών εκλογών που επρόκειτο να διεξαχθούν στη Γαλλία το 1978, με αρκετά πιθανή την επικράτηση της Ενωσης της Αριστεράς που είχαν σχηματίσει σοσιαλιστές και κομμουνιστές. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, επίσης, οι εξελίξεις αυτές θα είχαν αρνητικό αντίκτυπο, καθώς οι νεοσυντηρητικοί ήταν αυξανόμενα επικριτικοί έναντι της πολιτικής της ύφεσης.

Πολιτικοί ελιγμοί μετά τις εκλογές του 1976

Η υποδοχή του Ιστορικού Συμβιβασμού-2
 5.7.1975. Από αριστερά, ο Ιταλός υπ. Εξωτερικών Αλντο Μόρο, ο πρόεδρος Τζιοβάνι Λεόνε, ο Χένρι Κίσινγκερ και ο Ιταλός πρωθυπουργός Μαριάνο Ρουμόρ. (Φωτ. ASSOCIATED PRESS)

Η υποδοχή επομένως της προοπτικής του Ιστορικού Συμβιβασμού ήταν αρνητική. Η ιταλική πολιτική βρισκόταν σε στρατηγικό αδιέξοδο. Με μικρά διαλείμματα, από το 1963 έως το 1974, διαδοχικές αμερικανικές διοικήσεις είχαν υποστηρίξει ή ανεχθεί συνασπισμούς της Κεντροαριστεράς, δηλαδή κυβερνητικές συνεργασίες με μείζονες εταίρους τους Χριστιανοδημοκράτες και ελάσσονες τους Σοσιαλιστές, ως τη βασική στρατηγική ανάσχεσης των Ιταλών κομμουνιστών. Το 1974, όμως, οι συνασπισμοί αυτοί είχαν χρεοκοπήσει καθώς οι Ιταλοί Σοσιαλιστές έβλεπαν την επιρροή τους να συρρικνώνεται συνεπεία της φθοράς από πολιτικές που δεν μπορούσαν να επηρεάσουν. Τον Ιούνιο του 1975 οι τοπικές και περιφερειακές εκλογές έδειξαν ότι οι Ιταλοί κομμουνιστές ήταν στο κατώφλι της υπέρβασης των Χριστιανοδημοκρατών. Οι βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 1976 είχαν κρίσιμη σημασία αφού πιθανή ανάδειξη των Ιταλών κομμουνιστών σε πρώτο κόμμα θα σήμαινε μείζονα πολιτική αλλαγή στην Ιταλία. Οι Χριστιανοδημοκράτες διατήρησαν όμως την υπεροχή τους (38,7% έναντι 34,4% των κομμουνιστών) κυρίως λόγω της συγκέντρωσης ψήφων από μικρότερα αστικά κόμματα ενόψει του πολωμένου χαρακτήρα των εκλογών.

⇒ Διαβάστε επίσης: Το ευρωκομμουνιστικό πείραμα

Η επίδραση των αμερικανικών αντιρρήσεων στο εκλογικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να διαγνωστεί. Οι απόψεις της Ουάσιγκτον εναντίον του Ιστορικού Συμβιβασμού ήταν γνωστές, αλλά η στάση της ήταν αρκετά συγκρατημένη ώστε να αποφευχθούν προκλήσεις προς το ιταλικό εκλογικό σώμα. Η Χριστιανική Δημοκρατία είχε παραμείνει πρώτο κόμμα αλλά η άνοδος των κομμουνιστών και αντίστοιχα η πτώση των Σοσιαλιστών και των αστικών κομμάτων ήταν τέτοια ώστε κατέστησε περίπου μοναδική δυνατότητα τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης μειοψηφίας των Χριστιανοδημοκρατών με πρωθυπουργό έναν εκπρόσωπο της συντηρητικής πτέρυγας του κόμματος, τον Τζούλιο Αντρεότι. Οι κομμουνιστές συμφώνησαν να μην καταψηφίσουν την κυβέρνηση εν αναμονή μιας οριστικής πολιτικής διευθέτησης, την οποία βάσιμα ήλπιζαν πως θα μπορούσαν να διαπραγματευθούν με τον ηγέτη της μεταρρυθμιστικής πτέρυγας της Χριστιανοδημοκρατίας, Αλντο Μόρο. Στο σημείο αυτό δεν μπορούσαν να αναμένουν κάτι περισσότερο, καθώς οι τέσσερις σημαντικότεροι σύμμαχοι της Ιταλίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία, η Γαλλία και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, είχαν καταστήσει σαφές στη συνάντηση του Πουέρτο Ρίκο, στα μέσα Ιουλίου, ότι δεν επρόκειτο να συναινέσουν στην παροχή οικονομικής βοήθειας στην Ιταλία εάν συμμετείχαν στην κυβέρνηση οι κομμουνιστές. Η άρνησή τους ήταν αποφασιστική καθώς η Ιταλία αντιμετώπιζε δημοσιονομικά προβλήματα και ανισορροπία του ισοζυγίου πληρωμών, κατάσταση στην οποία βρίσκονταν πολλές δυτικές χώρες μετά την πρώτη κρίση του πετρελαίου το 1973.

Η δολοφονία Μόρο αλλάζει το σκηνικό

Η υποδοχή του Ιστορικού Συμβιβασμού-3
Λίγα λουλούδια από απλούς πολίτες για τον δολοφονημένο πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας Αλντο Μόρο. Η απαγωγή και η εκτέλεσή του από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες πυροδότησαν τη συντηρητική στροφή των πολιτών και το τέλος του Ιστορικού Συμβιβασμού. (Φωτ. ASSOCIATED PRESS)

Το βασικό πολιτικό ζήτημα παρέμενε βέβαια ανοιχτό, όταν τον Ιανουάριο του 1977 ανέλαβε την εξουσία στην Ουάσιγκτον η διοίκηση Κάρτερ. Η πολιτική αλλαγή στην Ουάσιγκτον δημιουργούσε κάποιες προσδοκίες στους Ιταλούς κομμουνιστές για αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής, καθώς ο νέος πρόεδρος είχε εκλεγεί στη βάση μιας πλατφόρμας που έδινε έμφαση στα ανθρώπινα δικαιώματα και αποδοκίμαζε τη realpolitik που διέτρεχε τη στρατηγική των Νίξον και Κίσινγκερ. Υπήρχαν όμως στοιχεία συνέχειας, που δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. Ο νέος σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι έδινε έμφαση, όπως και ο Χένρι Κίσινγκερ, στην ανάγκη διατήρησης της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ των δύο συνασπισμών. Ηταν επίσης εξαιρετικά ευαίσθητος στην κριτική των νεοσυντηρητικών κύκλων έναντι της ύφεσης και κατανοούσε ότι η Δημοκρατική διοίκηση δεν έπρεπε επ’ ουδενί να επωμιστεί το κόστος αυτού που θα μπορούσε να εμφανιστεί στον δημόσιο διάλογο ως «απώλεια της Ιταλίας» για την Ατλαντική Συμμαχία. Ο νέος πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών στη Ρώμη, Ρίτσαρντ Γκάρντνερ, συμμεριζόταν αυτή τη γραμμή και κατά τη διάρκεια του 1977 θα γινόταν εξαιρετικά ανήσυχος από το γεγονός ότι σημαντικοί παράγοντες του ιταλικού κατεστημένου και συντηρητικών τάσεων πολιτικοί, όπως ο Αμιντόρε Φανφάνι, o οποίος έως τότε αντετίθετο στον Ιστορικό Συμβιβασμό, έδειχναν να τον έχουν αποδεχθεί ως αναπόφευκτο. Αυτό ήταν το υπόβαθρο της δημόσιας δήλωσης της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών, τον Ιανουάριο του 1978, εναντίον της συμμετοχής των Ιταλών κομμουνιστών στην κυβέρνηση.

Η προοπτική παρέμενε όμως ανοιχτή έως και τον Μάρτιο του 1978, όταν έλαβε χώρα η απαγωγή του Χριστιανοδημοκράτη υποστηρικτή του ιστορικού συμβιβασμού Αλντο Μόρο από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και εν συνεχεία η δολοφονία του τον Μάιο. Η απαγωγή και η δολοφονία του Μόρο στοίχισαν αναμφίβολα στους Ιταλούς κομμουνιστές, οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να αντιδράσουν σε μια συντηρητική στροφή των ιθυνουσών ομάδων αλλά και της κοινωνικής πλειοψηφίας. Η στροφή των γεγονότων ανέδειξε και το στρατηγικό αδιέξοδο του κόμματος, καθώς ο Μπερλινγκουέρ άρχισε να επικρίνεται σκληρά και εξ αριστερών καθώς επέμενε σε μια στρατηγική που δεν απέδιδε τίποτε απτό στους κομμουνιστές αλλά διαιώνιζε τη διακυβέρνηση της Χριστιανικής Δημοκρατίας. Στις εκλογές του Ιουνίου του 1979, οι Χριστιανοδημοκράτες διατήρησαν τις δυνάμεις τους, ενώ οι Ιταλοί κομμουνιστές υποχώρησαν στο 30%.

Η υποδοχή του Ιστορικού Συμβιβασμού-4
23.6.1976. Νίκη των Χριστιανοδημοκρατών και κέρδη των κομμουνιστών στις εκλογές. Ικανοποίηση σε Ουάσιγκτον και Μόσχα, ενώ ο Κίσινγκερ δηλώνει ότι η Ιταλία διέφυγε από μεγάλο κίνδυνο, γράφει η «Κ».

Εκ των υστέρων, μπορεί να κατανοηθεί ότι ο Ιστορικός Συμβιβασμός προσέκρουσε στους κοινωνικούς και διεθνείς περιορισμούς της ιταλικής πολιτικής. Εσωτερικά, η επιρροή του ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αν και βαρύνουσα, δεν έκαμψε τις αντιστάσεις των ποικίλων μεσαίων στρωμάτων, κυρίως της μικρής επιχείρησης που συγκροτούσε σε σημαντικό βαθμό την ιταλική οικονομία, ενώ ο αμερικανικός παράγων υποκατέστησε ενδεχομένως την έλλειψη δυναμισμού της μειοψηφικής συντηρητικής τάσης της Χριστιανοδημοκρατίας, που αντετίθετο στον Ιστορικό Συμβιβασμό. Είναι ασφαλώς θέμα εικασίας το τι θα μπορούσε να είχε συμβεί εάν οι Ιταλοί κομμουνιστές είχαν εισέλθει στην κυβέρνηση, εάν θα μπορούσαν να θέσουν τη βάση ενός μετασχηματισμού της ιταλικής οικονομίας ή εάν, αντιθέτως, θα σηματοδοτείτο μια διαδικασία ενσωμάτωσης της κομμουνιστικής Αριστεράς σε ένα ώριμο αστικό καθεστώς της μεταπολεμικής εποχής. Αυτό που προκύπτει με βεβαιότητα είναι ότι ο Ψυχρός Πόλεμος αποτέλεσε έναν παράγοντα που συνέβαλε στη ματαίωση αυτού του πολιτικού πειράματος.
 
* Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής Ερευνών και διευθύνων στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, συγγραφέας του βιβλίου «The Rise of the Left in Southern Europe. Anglo-American Responses».