ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Σιλβέρ Λοτρινζέ: μια ήρεμη δύναμη της αβάν-γκαρντ

silver-lotrinze-mia-iremi-dynami-tis-avan-gkarnt-561604486

Υπάρχουν κάποια πρόσωπα που επηρεάζουν το νήμα της Ιστορίας χωρίς να γίνονται ποτέ αυτό που λέμε «πρώτα ονόματα». Είναι άτομα των οποίων το όνομα συναντάς εδώ κι εκεί, αλλά δεν καταφέρνεις να το εμπεδώσεις, γιατί δεν έγιναν ποτέ πρωταγωνιστές, είτε λόγω συγκυριών είτε λόγω επιλογής. Είναι δευτεραγωνιστές που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία των ιδεών, κι όταν έρχεται η ώρα του ταμείου, ο θάνατός τους εν προκειμένω, όλοι αναγκάζονται να τους το αναγνωρίσουν, καθώς συνειδητοποιούν ότι η επιρροή που άσκησαν αυτοί οι γνωστοί-άγνωστοι είναι χειροπιαστή.

Ενα από τα επιδραστικά πρόσωπα που έχουν παίξει αυτό τον υπόγειο, και σχεδόν ψιθυριστό ρόλο, στην ιστορία της σύγχρονης καλλιτεχνικής και φιλοσοφικής αβάν-γκαρντ ήταν ο Σιλβέρ Λοτρινζέ. Γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου του 1938 στο Παρίσι από Πολωνοεβραίους μετανάστες και πέθανε στις 8 Νοεμβρίου 2021, στην Κάτω Καλιφόρνια του Μεξικού, από καρδιακή ανεπάρκεια. Δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια για 35 χρόνια και μένει στην Ιστορία ως μια ήρεμη δύναμη της αβάν-γκαρντ, που «κατόρθωσε να κάνει μόδα τη γαλλική φιλοσοφία και να προβοκάρει την αμερικανική κουλτούρα», όπως έγραψε στη νεκρολογία του στους New York Times ο Αλεξ Τράουμπ, προσθέτοντας στο τέλος ένα αναπάντεχο γύρισμα: «Ωστόσο δεν κατόρθωσε ποτέ να αποδιώξει τις παιδικές αναμνήσεις του απ’ τη ναζιστική κατοχή».

Ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στην κοινωνιολογία της λογοτεχνίας στο Παρίσι, απέφυγε να υπηρετήσει στον γαλλικό στρατό στην Αλγερία και μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Το 1972 γίνεται καθηγητής στο Κολούμπια. Η πορεία του Λοτρινζέ στις καλλιτεχνικές και φιλοσοφικές ζυμώσεις στη Νέα Υόρκη του ’70 και του ’80 υπήρξε εντυπωσιακή. Το 1975 οργάνωσε το συνέδριο «Σχιζο-κουλτούρας», με συμμετέχοντες τον Μισέλ Φουκό και τον Ζιλ Ντελέζ, και το 1978, στο συνέδριο του «Nova Convention» έδωσαν το «παρών» ο Ουίλιαμ Μπάροουζ, ο Τζον Κέιτζ, ο Αλεν Γκίνσμπεργκ, η Πάτι Σμιθ, ο Φρανκ Ζάπα, ο Μερς Κάνινγχαμ και ο Φίλιπ Γκλας.

«Ηθελα να δημιουργήσω μια ιδιαίτερη Αμερική», λέει σε μια συνέντευξή του, «και με βοηθούσε το γεγονός ότι ήμουν ξένος ανάμεσά τους». Η μεγάλη του παρακαταθήκη ήταν οι εκδόσεις, η μείξη και η διασπορά των νέων ιδεών στις ΗΠΑ. Ο Λοτρινζέ έγινε ένας σημαντικός κόμβος μεταξύ των Γάλλων θεωρητικών της κουλτούρας και της σύγχρονης αμερικανικής τέχνης και διανόησης. «Αμερικανοποίησα τους Γάλλους φιλοσόφους κι εκείνοι έμαθαν φιλοσοφία στους εγχώριους καλλιτέχνες», έλεγε.

Ο Λοτρινζέ ίδρυσε έναν ιδιοσυγκρασιακό εκδοτικό οίκο, τον Semiotext(e) (σημείο και κείμενο, τρόπον τινά) απ’ τον οποίο κυκλοφόρησε ένα φιλοσοφικό περιοδικό, καθώς και μερικά εμβληματικά βιβλία του Ζαν Μποντριγιάρ και του Πολ Βιριλιό, δύο εκ των σπουδαιότερων Γάλλων στοχαστών στο τέλος του προηγούμενου αιώνα. Ο εκδοτικός οίκος μπήκε στην ομπρέλα του πανεπιστημιακού εκδότη The MIT Press και υπήρξε το σήμα κατατεθέν μιας πρωτοπορίας που ενδιαφερόταν για τον Φουκό, την Ιταλική Αυτονομία και τον αντιτεχνολογισμό του Μποντριγιάρ. Ενα απ’ τα πρώτα βιβλία που κυκλοφόρησε, οι «Προσομοιώσεις» του Μποντριγιάρ, έγινε μεγάλη επιτυχία στην καλλιτεχνική σκηνή της Νέας Υόρκης κι ενέπνευσε τους αδελφούς Γουατσόφσκι να γυρίσουν το φιλμ «Μάτριξ». Σταδιακά, ο Λοτρινζέ μετεξελίχθηκε σ’ ένα είδος agent provocateur και επιχείρησε μέσα από τη θαλπωρή των θεσμικών φιλελεύθερων οργανισμών των ΗΠΑ να προβάλει ενοχλητικές απόψεις. Η σύζυγός του, η συγγραφέας Κάθι Ακερ, τον κάνει βασικό χαρακτήρα του προβοκατόρικου μυθιστορήματός της «I love Dick». Το βιβλίο περνάει μάλλον απαρατήρητο, ώσπου το 2017 γίνεται ομώνυμη σειρά από την Amazon.

Ενα απ’ τα πρώτα βιβλία που κυκλοφόρησε, οι «Προσομοιώσεις» του Μποντριγιάρ, έγινε μεγάλη επιτυχία κι ενέπνευσε τους αδελφούς Γουατσόφσκι να γυρίσουν το «Μάτριξ».

Στην Ελλάδα οι περισσότεροι τον γνωρίσαμε το 1997 μέσα από ένα βιβλίο, το οποίο είχε στο εξώφυλλό του το όνομα και το πρόσωπο του φιλοσόφου Πολ Βιριλιό. Κάτω απ’ τον τίτλο «Καθαρός πόλεμος» (εκδ. Νησίδες, μτφρ. Αθανάσιος Δρατζίδης) υπήρχε η πρόταση «Μία συζήτηση με τον Sylvere Lotringer», κι αυτή ήταν ουσιαστικά η πρώτη γνωριμία με το ελληνικό κοινό. Στον διάλογο που κάνει με τον φιλόσοφο, ο Λοτρινζέ παίζει τον ρόλο του μαιευτήρα. Ο Λοτρινζέ οπλίζει και ο Βιριλιό πυροβολεί – τον ίδιο τον πόλεμο. Το βιβλίο είναι απολαυστικό, αλλά χρειάζεται κάποια εξοικείωση με τη ρητορική των Γάλλων μεταμοντέρνων. Σε κάθε περίπτωση, η αβάν-γκαρντ δεν είναι ποτέ βαρετή.

Ο Λοτρινζέ πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της γερμανικής κατοχή κρυπτόμενος. Μετακόμισε με την οικογένειά του στην επαρχία και αναγκάστηκε να αποκτήσει πλαστή ταυτότητα. «Οταν σε ρωτούν θα λες “με λένε Σερζ Μπονά”» του επαναλάμβανε η μητέρα του, «τα παιδιά που λένε τα πραγματικά τους ονόματα, σκοτώνονται». Καθώς λίγο έλειψε να αποκαλύψει το όνομά του σ’ έναν έμπορο, μπήκε σε κατ’ οίκον περιορισμό. Μετά την απελευθέρωση, οι κακουχίες συνεχίστηκαν. Στράφηκε στον σιωνισμό, και σε πλείστες άλλες αναζητήσεις, και περιπλανήθηκε σε τόπους και ιδέες που εκτείνονταν απ’ τον μαρξισμό έως τη Βιρτζίνια Γουλφ. Το 2016, σ’ ένα μικρό αυτοβιογραφικό κείμενο με τον τίτλο «Επειδή», ο Λοτρινζέ αποκαλύπτει ότι κάποια στιγμή επιστρέφει στο Παρίσι, με σκοπό να βρει τον αληθινό Σερζ Μπονά. Τον εντοπίζει και περνούν ένα απόγευμα μαζί. «Είμαι ένας χριστιανός που έσωσε έναν Εβραίο!» του λέει ο αληθινός Μπονά, «ας το γιορτάσουμε μ’ ένα μπουκάλι σαμπάνια». Φεύγοντας από τη συνάντηση, ο Λοτρινζέ σκέφτεται εμμονικά την πληροφορία που είχε μάθει: μόλις το 0,5% της γαλλικής κοινωνίας δήλωνε ότι είχε βοηθήσει Εβραίους. «Τι έκανε το υπόλοιπο 99,5% της γαλλικής κοινωνίας, όλοι αυτοί οι πολίτες για τους οποίους κανείς δεν μιλάει;» αναρωτιόταν. «Και τι κάνουν όλοι αυτοί σήμερα;».

Ο Λοτρινζέ ήταν ένας διανοούμενος που δεν μπορούσε να κατηγοριοποιηθεί – επέλεξε συνειδητά να μην ανήκει σε κανέναν. Ισως γι’ αυτό να μην πρωταγωνίστησε. «Βασικά, ήθελα πάντα να δραπετεύω. Οταν αποδράς, πηγαίνεις σ’ έναν τόπο που δεν γνωρίζεις. Κι εγώ πήγαινα σε αυτά τα μέρη. Μου ασκούσε πάντα έλξη το αλλού. Στην πορεία έπρεπε να μάθω πολλά». Ενα δημιουργικό και ατίθασο πνεύμα, που διαμορφώθηκε προφανώς απ’ το τραύμα της παιδικής του ηλικίας. Πολλοί από εμάς θα τον θυμόμαστε κοιτάζοντας τα διακριτικά –και συχνά δυσνόητα– κομψοτεχνήματα που κοσμούν τις βιβλιοθήκες μας. Το «εκκωφαντικά αθόρυβο» έργο του μας εξοικείωσε με μια ολόκληρη εποχή φιλοσοφικής σκέψης και καλλιτεχνικής δημιουργίας που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

* Ο κ. Μανώλης Ανδριωτάκης γράφει βιβλία, γυρίζει ντοκιμαντέρ και διδάσκει ψηφιακή αγωγή και στρατηγική περιεχομένου.