Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Περί βλασφημίας και πολυπολιτισμικότητας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η γκαλερί Σκουφά εγκαινιάζει την πρώτη της ομαδική έκθεση για το 2019 με τίτλο «Οκτώ ζωγράφοι για τη γυναίκα», την Πέμπτη 17 Ιανουαρίου, στις 7.30 μ.μ. Στη φωτογραφία, έργο του Στέφανου Δασκαλάκη. Σκουφά 4, Κολωνάκι.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Σ​​ε ένα συνέδριο με αντικείμενο το ζεύγος «Βλασφημία και πολυπολιτισμικότητα» μπορεί να μοιάζει παράταιρη μια ομιλία επικεντρωμένη στην τσίπα και στη μαντίλα. Ισως βοηθήσει λοιπόν η ετυμολογία. Οι λέξεις βλασφημώ/βλασφημία ανήκουν, πιστεύω, στις πάμπολλες που τις χρησιμοποιούμε δίχως να ενδιαφερόμαστε για την καταγωγή τους. Κι όταν δούμε τη ρίζα τους σε κάποιο λεξικό, απορούμε με την κρυμμένη από τον χρόνο διαφάνειά της. Σύνθετο το «βλασφημώ», από το βλάπτω (στον αόριστό του, έβλαψα) και το φημώ, σημαίνει βλάπτω τη φήμη κάποιου, τον δυσφημώ, τον κακολογώ, τον βρίζω. Η σημασία αυτή είναι η αρχική, γιατί με τον καιρό το ρήμα πήρε να σημαίνει «μιλώ ασεβώς ή περιφρονητικά για πράγματα ιερά» – για τα δικά μας ιερά εννοείται, των άλλων δεν μας συγκινούν. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται σίγουρα την πινακίδα των δημόσιων χώρων, «μη βλασφημείτε τα θεία». Παράδοξο ή όχι, την έννοια της προσβολής των θείων τη νιώθουμε αμεσότερη και ίσως την καταλαβαίνουμε καλύτερα στη λαϊκή μορφή των λέξεων, «βλαστημάω/ώ» και «βλαστήμια». Χριστιανοί είμαστε, πλην οι βλαστήμιες, και οι πιο βαριές, συνηθίζονται όσο και η επί ματαίω λήψις του ονόματος Κυρίου του Θεού, σε όρκους, προσευχές διά το θεαθήναι τοις ανθρώποις κτλ.

Οταν λοιπόν κατακρίνουμε κάποιον, λέγοντας ότι «δεν έχει τσίπα ο αθεόφοβος», είναι πιθανό να τον συκοφαντούμε, να τον βρίζουμε, να τον βλασφημούμε, είτε ξέρουμε είτε όχι τι είναι ή τι ήταν η τσίπα, άρα και τι ακριβώς σημαίνει το συγκεκριμένο συχνόχρηστο στερεότυπο. Οταν πάλι κυριευόμαστε από ηθικό πανικό στη θέα γυναικών με μαντίλα, είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι με το ντύσιμό τους, που το ταυτίζουμε με το γενικό φέρσιμό τους, βλασφημούν όχι μόνο την πίστη και τη θρησκεία μας, αλλά την ίδια την ουσία του πολιτισμού μας. Διότι στο μυαλό μας, διαπιστωμένα ευεπίφορο στο τέχνασμα της αναγωγής, μαντίλα = μουσουλμάνα, και μουσουλμάνα = ισλαμίστρια.

Ενα στιγμιότυπο αυτής της επικίνδυνης αναγωγής έγινε κάδρο στην πρώτη σελίδα της ακροδεξιότατης «Ελεύθερης Ωρας», τις σωβινιστικές κοινοτοπίες τις οποίες πάντως δεν τις ενστερνίζονται μόνον οι ακροδεξιοί. Τρίτη, 16.12.2018: Πάνω πάνω ο τίτλος: «“Σκληροπυρηνικές” μαντήλες του Ισλάμ σοκάρουν τον Πειραιά». Ο Πειραιάς μπορεί να μην είχε πάρει καν είδηση ότι «σοκαρίστηκε», το λεζαντοκείμενο ωστόσο δίπλα σε δύο μαυρομαντιλοφορεμένες γυναίκες μπροστά σε μια βιτρίνα επιμένει: «Δεν είναι κάποιος δρόμος του Αφγανιστάν ή του Πακιστάν! Είναι η οδός Ρετσίνα του Πειραιά! Σύμφωνα με τον Δημήτρη Καμμένο “η χρήση νικάμπ, μπούρκας και χιτζάμπ αποτελεί προσβολή για τις αξίες της ελληνικής κοινωνίας». Ιδού λοιπόν η «βλασφημία». Βαριά και ασήκωτη...

Ενα όντως σοκαριστικό επεισόδιο της ίδιας αναγωγικής μεθόδου εκτυλίχτηκε προ διμήνου στο Πέραμα της Γέρας, στη Λέσβο. Τέσσερις μαντραχαλάδες της νεοφασιστικής «Κρυπτείας» είδαν ένα κοριτσάκι στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Παντελεήμονα, παρατήρησαν ότι φορούσε μαντίλι και κατέληξαν αμέσως στο συμπέρασμα: Ωπ! Τι έχουμε εδώ; Μουσουλμανάκι; Και μάλιστα μπροστά στον ιερό ναό μας; Να τον ατιμάζει ξεδιάντροπα; Να μας προσβάλλει όλους; Το προπηλάκισαν λοιπόν. Για να του βάλουν μυαλό. Και να το εξελληνίσουν βιαίως. Αν και αυτό περίττευε. Διότι, όπως γρήγορα αποδείχτηκε, το κοριτσάκι με το μαντίλι ήταν Ελληνοπούλα.

Δεν θα ’χουν προσέξει φαίνεται οι κουτσαβάκηδες, έγραφα τότε στην «Κ», ότι σχεδόν όλες οι Ελληνίδες από μια ηλικία και πάνω (οι μανάδες, οι αδελφές, οι γιαγιάδες τους) πηγαίνουν στον ναό του Αγίου Παντελεήμονα, και σε όλους τους ναούς και στα μοναστήρια της χώρας, φορώντας μαντίλι. Και δεν είναι βέβαια μουσουλμάνες. Σαν χριστιανές εκκλησιάζονται. Δεν θα ’χουν προσέξει επίσης ότι και έξω από την εκκλησία, στο σπίτι, στην αυλή, στη γειτονιά, σχεδόν όλες οι μεσόκοπες και πάνω φοράνε πάντα μαντίλι, κι ας μην είναι. Και δεν είναι μουσουλμάνες. Χριστιανές είναι. Ορθόδοξες. Θρησκευτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά ορθόδοξες. Της παράδοσης.

Ας αφήσουμε όμως το μαντίλι κι ας πιάσουμε την τσίπα, για να δούμε πώς και γιατί στα δικά μας μέρη, ελληνικά και χριστιανικά, ταυτιζόταν επί αιώνες με τη δημόσια ευπρέπεια, από την πλευρά των γυναικών πάντα. «Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους», όπως ιστορεί ο Φαίδων Κουκουλές στον δεύτερο τόμο του έργου του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός», «πλούσιον ήτο και το εις γυναίκας αφορών υβρεολόγιον. Ούτως η αντίπαλος υβρίζετο ως κλέπτρια [...] ατζίπωτη [...] Αιγύπτισσα, τζιγγάνα». Ατσίπωτη, εξηγεί ο συγγραφέας, είναι «κυρίως η μη φορούσα προς επικάλυψιν του προσώπου τσίπαν, λεπτόν ύφασμα. Η έλλειψις της τσίπας εθεωρείτο δείγμα ουχί σεμνότητος του βίου».

Ας δούμε τρεις αλληλοσυγκρουόμενες ετυμολογήσεις της λέξης «τσίπα», σε χρονική σειρά:

α) Του Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου (1860): «Η νεοελληνική λέξις Τσύπα παράγεται προφανώς εκ του Σύπαρ, ή Σύφαρ, αμφότερα προερχόμενα εκ του Συπρός, ή Συφρός, Αιολ. αντί Σαπρός, παμπάλαιος, υπό γήρατος τετριμμένος, αποβάς άχρηστος. Σύπαρ, ή Σύφαρ, δηλοί κυριολέκτως μεν δέρμα πεπαλαιωμένον και τετριμμένον, ιδίως το λεπτόν αυτό, όπερ οι όφεις αποβάλλουσι, το και γήρας λεγόμενον· μεταφορικώς δε σημαίνει την επί του γάλακτος σχηματιζομένην λεπτήν και ρυτιδώδη επιδερμίδα. [...] Εντεύθεν η κοινή συνήθεια Τσύπαν εκάλεσεν ου μόνον τον επίπαγον του γάλακτος, αλλά, καθ’ ομοίωσιν, και παν ύφασμα λεπτόν, εξαιρετικώς το ρυσόν εκείνο, δι’ ου αι γυναίκες εκάλυπταν το πρόσωπον. Την αυτήν εφαρμογήν και παραγωγήν έχει, νομίζομεν, η Λατινική λέξις Siparium, ύφασμα στολιδωτόν, δι’ ου εκαλύπτετο προς τους θεατάς η σκηνή· ουδέ διάφορον έχει την παραγωγήν και η Γαλλική Chiffon. Διό, Τσυπόνω, δηλοί καθ’ ημάς καλύπτω το πρόσωπον, και Ξετσυπόνω αποκαλύπτω γυναικός την όψιν· όθεν και Ατσυπη ή Ατσύπωτη ή Ξετσυπωμένη η ασκεπής, και κατά μεταφοράν η αναιδής, η αναίσχυντος γυνή: “Δεν έχει Τσύπα κ’ εντροπήν, ούτε ταπεινωσύνην”».

β) Του Ν.Π. Ανδριώτη (1983): «Τσύπα, η, υμένας· μεσν. τσίπα (= πέπλος, τσεμπέρι)· πβ. μεταγν. “σίφα· χόρια” Ησύχ.».

γ) Του Γεωργίου Μπαμπινιώτη (2009): «Τσίπα μεσν. αρχική σημ. “πέπλος, τσεμπέρι”, σλαβ. tsipa. Η λ. χρησιμοποιήθηκε μτφ. για να δηλώσει την “ντροπή”, αλλά κυρίως σε αρνητικές φράσεις, καθώς και στο επίθ. ξε-τσίπωτος, προκειμένου να δηλωθεί η απροκάλυπτη, αναίσχυντη συμπεριφορά, που χαρακτηρίζεται από αδιαντροπιά».

Δεν συμφωνούν δηλαδή οι ερμηνευτές ως προς την καταγωγή της λέξης. Εντούτοις, δεν υπάρχει καμία διαφωνία όσον αφορά την ηθική ή πολιτισμική σημασία του πράγματος πια και όχι του ονόματος. Μόνο που το πράγμα αυτό έχει μακρότατη ιστορία, χριστιανική, βυζαντινή, αρχαιοελληνική. Η συνέχεια λοιπόν την επόμενη Κυριακή.

Ομιλία στο συνέδριο «Βλασφημία και πολυπολιτισμικότητα», που διοργάνωσαν στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (23-24.11.2018) το Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου και το Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ