Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Από τη Συκιά του ’60 στο Σόπι του 2019

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

«Τι μπορεί να κάνει ένα μικρό παιδί, μοναχό του όλη μέρα στον κάμπο, χωρίς άλλα παιδιά, χωρίς θέα, χωρίς παιχνίδια; Πώς να περάσει τις ώρες του; Γύρω στο καλύβι έβλεπες μόνο ελιές, συκιές, αμπέλια και καλαμιές. Απόλυτη ακινησία». Η περιγραφή, από το ολιγοσέλιδο, αυτοβιογραφικό, εξαιρετικό στην αυστηρή και συγκινητική λιτότητά του, βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Στ’ αμπέλια» (εκδόσεις Πόλις), που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες. Η ανάγνωση αναθερμάνθηκε καθώς παρακολουθούσα το ντοκιμαντέρ του Χρήστου Πυθαρά «Σόπι - μια ημέρα ακόμη» (προβάλλεται αυτό και το ερχόμενο Σαββατοκύριακο στον «Δαναό»).

Ο συνειρμός, σχεδόν αναπόφευκτος. Τα εννιά καλοκαίρια στ’ αμπέλια ενός χωριού του νομού Λακωνίας, στη δεκαετία του ’60, για τον 65χρονο διακεκριμένο συγγραφέα και δοκιμιογράφο Σταύρο Ζουμπουλάκη, υπήρξαν καθοριστικά, γιατί, όπως ομολογεί και ο ίδιος, «έπαιξαν και αυτά σημαντικό ρόλο στη ζωή του». Ο νεαρός, 38χρονος σκηνοθέτης, καταγράφει «μια συνηθισμένη ημέρα από τη ζωή ενός χωριού κατά τη διάρκεια του τρύγου». Το χωριό (έχει δεν έχει 200 κατοίκους) βρίσκεται στον νομό Ηλείας. Ενα μωσαϊκό χαρακτήρων σε ένα «ντοκιμαντέρ - ραβασάκι σε έναν τόπο και σε ανθρώπους που κουβαλούν τα νοσταλγικά στοιχειώματα των παιδικών μου αναμνήσεων», όπως σημειώνει ο δημιουργός του.  

Οι κάτοικοι και συγγενείς(;) του Χρ. Πυθαρά αφήνονται στην κάμερα. Οχι χωρίς αμηχανία ούτε χωρίς ωραιοπάθεια μερικές φορές. Ο φακός, όμως, συλλαμβάνει πολύτιμο «υλικό». Την πικάντικη αφήγηση μιας ηλικιωμένης, γεμάτη από τα γέλια της, ασυμπλεγμάτιστη και αυθόρμητη· τον καταιγιστικό, χωρίς στίξη και συνέχεια μονόλογο κάποιου άλλου, που δεν ξέρεις αν αυτά που λέει τα έχει ζήσει ή τα έχει επινοήσει. Ο Χέλμουτ Μπέργκερ, που ήταν γείτονάς του, του είχε χαρίσει μία κάντιλακ. Είχε συναντήσει τον Χαϊλέ Σελασιέ όταν πήγε στην Αιθιοπία, «μοχθηρό και αιμοβόρο» και «μην του κοιτάξεις την ανιψιά του», στην οποία είχε μεγάλη αδυναμία... Ενας άλλος αγρότης μεσήλικας, δύσπιστος, σχεδόν πάντα ενοχλημένος και επιθετικός, αποκαλύπτει μοναξιά και μεγάλη καρδιά... Ενας έφηβος αμίλητος «πώς να περάσει τις ώρες του», σε αυτήν τη σχεδόν «απόλυτη ακινησία». Οι επιλογές που έχει είναι διαφορετικές από εκείνες της δεκαετίας του ’60: είναι απορροφημένος από το κινητό του. Στο άναρχα, αφρόντιστα, δομημένο Σόπι, το ημερήσιο τελετουργικό με αγροτικές εργασίες και κουβέντα στο καφενείο, φαγητό, δεκάδες ιστορίες από αυτές τις μικρές και «ασήμαντες», τα επουσιώδη καθημερινά συμβάντα από τα οποία συντίθεται η ζωή του καθενός (μας): μια σπασμένη πόρτα και η επισκευή της, μια επίσκεψη σε δημόσια υπηρεσία, ο καιρός που αλλάζει, η νοστιμιά της πατάτας στον φούρνο... Η «ακινησία» του μικρού τόπου, που όταν την παρακολουθείς ως θεατής ή ως αναγνώστης αποκτά άλλες διαστάσεις. Το «ραβασάκι» του σκηνοθέτη δεν είναι «ερωτικό». Είναι σύνθετο και αμφιθυμικό, οικείο και μακρινό, όπως και οι αναμνήσεις του. 

Ο κόσμος του χωριού Συκιά, που περιγράφει ο Στ. Ζουμπουλάκης, έχει περάσει ανεπίστροφα. Οπως γράφει και ο ίδιος: «...Δεν είχα καμιά διάθεση να διηγηθώ εδώ τα δικά μου παιδικά χρόνια, παρά τόσο μόνο όσο χρειαζόταν για να αποτυπωθεί το χνάρι αυτού του αιωνόβιου, χθεσινού μα και οριστικά καταποντισμένου κόσμου. Στα παιδιά μου είναι ακατανόητος. Αλλά και στα παιδιά που ζουν στο χωριό, τα περισσότερα από όσα γράφω εδώ είναι, όπως έχω διαπιστώσει, άγνωστα. Ούτε τους τα διηγείται κανείς ούτε κι εκείνα έχουν όρεξη να τα ακούσουν και να τα μάθουν. Εμένα αυτός ο κόσμος με συγκινεί βαθιά, όχι γιατί είναι ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας –δεν ήταν άλλωστε αποκλειστικά–, αλλά γιατί είναι ο κόσμος των αγαπημένων μου ανθρώπων, των ανθρώπων που με αγάπησαν και τους αγάπησα πολύ. Τον σκέφτομαι πάντα με συγκίνηση, αλλά δεν τον νοσταλγώ».

Κάπως έτσι αποτυπώνει και ο Χρ. Πυθαράς αυτή τη «συνηθισμένη ημέρα από τη ζωή ενός χωριού κατά τη διάρκεια του τρύγου». Με συγκίνηση αλλά όχι νοσταλγία. Ενδεχομένως και περιέργεια. Ξανασυναντά ανθρώπους που γνωρίζει αλλά παρακολουθεί  αιφνιδιασμένος λες, καμιά φορά, τις αντιδράσεις τους. Τους επισκέπτεται γιατί τους αγαπά αλλά γι’ αυτόν είναι ήδη παρελθόν. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ