ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Είναι μια συνήθεια που έχω αποκτήσει τα τελευταία χρόνια. Σε όλες τις επισκέψεις μου στην Κωνσταντινούπολη, φροντίζω ευλαβικά να βρίσκω χρόνο για να επισκεφθώ κάποια παλιά ρωμαίικη συνοικία που δεν γνωρίζω, με την εκκλησία και το νεκροταφείο της. Νιώθω πως είναι ένας οφειλόμενος φόρος τιμής σε ανθρώπους που υπάρχουν πια μόνον στη μνήμη μας. Στο πιο πρόσφατο ταξίδι, λίγο πριν από την εορτή του Πάσχα, είχα τύχη. Δέχθηκα πρόσκληση για ξενάγηση στον ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών του Μεγάλου Ρεύματος Βοσπόρου από τον πρόεδρο της Κοινότητάς του, Γιώργο Παπαλιάρη. «Ελάτε Κυριακή, να γνωρίσετε όλο το ποίμνιο» μου είπε ευγενικά. Γέννημα-θρέμμα Ρωμιός, είναι ένας από τους νεότερους και πιο δραστήριους εκπροσώπους του ελληνισμού της Πόλης.

Καθώς τελεί και επικεφαλής της ιστορικότατης κοινότητας Σταυροδρομίου στο Πέραν, είχε καίριο ρόλο στην πρόσφατη προσπάθεια που διοργανώθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη για την ανάδειξη και συντήρηση των ταφικών μνημείων και του ναού στο Σισλί. Το μεγαλύτερο ελληνορθόδοξο κοιμητήριο εκτός συνόρων, ένα φαντασμαγορικό υπαίθριο μουσείο νεοκλασικής γλυπτικής, βρίσκεται σε περίοπτη θέση στην καρδιά της Πόλης. Ζαρίφηδες, Σκυλίτζηδες, Μαυρογορδάτοι, όλοι οι Ελληνες που μεγαλούργησαν μετά το Τανζιμάτ, εκεί είναι θαμμένοι. Ευτυχώς, η πρωτοβουλία του Πατριαρχείου ανέδειξε τον ιστορικό ρόλο του Σισλί, το οποίο πλέον μπήκε στον κατάλογο των σπουδαίων κοιμητηρίων της Ευρώπης και δεν κινδυνεύει να γίνει «φιλέτο» για τους Τούρκους μεσίτες γης. Είναι, πάντως, σαφές ότι για να διατηρηθούν η περιουσία και η παρουσία του ελληνισμού, δεν αρκεί μόνον η έγνοια του Πατριάρχη. Χρειάζονται άξιοι και έντιμοι έφοροι κοινοτήτων, που να αναλαμβάνουν δράση, σαν τον κ. Παπαλιάρη.

Στο Μέγα Ρεύμα

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά την ώρα που οδηγούσα Κυριακή πρωί προς το Μέγα Ρεύμα (Αρβανιτοχώρι - Αρναβούτκιοϊ, το λένε οι Τούρκοι) με την εκτυφλωτική ασημένια θέα του Βοσπόρου στα δεξιά μου. Οι Ρωμιοί ήταν το κυρίαρχο στοιχείο διαχρονικά σε αυτό το προάστιο, μαζί με το Πέραν, το Φανάρι και τα Ταταύλα. Ιστορικές πηγές λένε πως το 1920 ο αριθμός τους ήταν περίπου 6.000. Σήμερα μετά βίας φθάνει μερικές δεκάδες ανθρώπων. Οταν, πάντως, πέρασα το κατώφλι της εκκλησίας των Ταξιαρχών, είδα με χαρά πολλά παιδιά μαζί με τους νεαρούς γονείς τους να περιμένουν να μεταλάβουν. Ηταν μια ευχάριστη και αισιόδοξη εικόνα.


Σαν βγαλµένη από σελίδες του Σκιαθίτη, η παλαιότερη φωτογραφία σε ναΐσκο στα Θεραπειά της Πόλης, µε τους ευάριθµους πιστούς υπό την πνευµατική σκέπη του σταυροκοπούµενου ιερέα. KΩΣΤΑΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ (OΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ EΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ)

Ο κ. Παπαλιάρης, συνεπής στο ραντεβού, με περίμενε για να με ξεναγήσει στο καλοδιατηρημένο εσωτερικό της εκκλησίας. Δίπλα, υπάρχει μια  μεγάλη αίθουσα, η πιο ευρύχωρη από όλες στις ελληνικές κοινότητες, που κτίστηκε τη δεκαετία του 1950. Εκεί με περίμεναν δεκάδες Ρωμιοί να κουβεντιάσουμε και να με φιλέψουν γλυκίσματα. Ο μητροπολίτης Μυριοφύτου και Περιστάσεως, κ. Ειρηναίος, αρχιερατικός υπεύθυνος για την περιοχή του Βοσπόρου, με καλωσόρισε με πραγματική θέρμη, δίνοντάς μου μάλιστα ευχές για τα 100 χρόνια της έκδοσης της «Καθημερινής». «Ακόμα και εκτός συνόρων, η “Καθημερινή” επιτελεί σπουδαίο έργο διότι συντροφεύει και εμάς που βρισκόμαστε μακριά», συμπλήρωσε.

Καθίσαμε με τον Γιώργο Παπαλιάρη, σε μια γωνιά του μεγάλου τραπεζιού και αρχίσαμε τη συζήτηση. «Το Μέγα Ρεύμα είναι μία από τις εστίες της ρωμιοσύνης. Εδώ είχαν τις επαύλεις τους μερικές από τις γνωστότερες και ισχυρότερες οικογένειες των Ελλήνων. Ηταν, άλλωστε, από τα χωριά του Βοσπόρου με το ωραιότερο κλίμα, μακριά από τον φόβο των μεταδοτικών ασθενειών. Και σήμερα, δόξα τω Θεώ, παραμένει μια ζωντανή κοιτίδα που διατηρεί την ξεχωριστή της ταυτότητα», μου είπε.

Ολοι οι χριστιανοί της Πόλης ετοιμάζονται για τη Μεγάλη Εβδομάδα και την εορτή του Πάσχα. Πώς είναι αυτές οι άγιες ημέρες στην Πόλη; «Υπάρχει βαθιά, ανυπόκριτη συγκίνηση, αλλά έχουμε και τη συναισθηματική ικανοποίηση πως συνεχίζουμε τα ήθη και τα έθιμα των προγόνων μας. Στην περιφορά της Μεγάλης Παρασκευής, κάποιοι από εμάς κρατάμε τον Επιτάφιο, άλλοι τα εξαπτέρυγα, τον Εσταυρωμένο και τις λαμπάδες και περπατάμε στα σοκάκια του Μεγάλου Ρεύματος, όπως έκαναν οι γονείς μας, οι παππούδες μας, οι προπάπποι μας, οι Ρωμιοί που έζησαν εδώ πριν από εκατοντάδες χρόνια. Αισθανόμαστε δεμένοι μαζί τους σαν κρίκοι της ίδιας αλυσίδας. Γνωρίζουμε πως φέρουμε στους ώμους μας τη μνήμη τους. Ξέρετε, όπως λέει και ο Πατριάρχης μας, “Ναι, είμαστε λίγοι πια εδώ. Αλλά είμαστε αμέτρητοι”», τονίζει ο Γιώργος Παπαλιάρης που πίνει μια γουλιά από το καυτό τσάι, ίσως για να κρύψει μια συναισθηματική φόρτιση.

Οι μουσουλμάνοι

«Θα σας πω και κάτι που θα σας προκαλέσει έκπληξη», συνεχίζει. «Τη Μεγάλη Παρασκευή και την Ανάσταση, έχουμε πολλούς μουσουλμάνους από τη γειτονιά που έρχονται στην εκκλησία μας και ανάβουν ένα κερί. Θυμούνται ακόμα πώς ήταν όταν στην Πόλη ζούσαν χιλιάδες Ρωμιοί, με τους οποίους ήταν φίλοι και γείτονες, μοιράζονταν την ίδια καθημερινότητα. Ερχόμενοι οι άνθρωποι αυτοί για να γιορτάσουμε μαζί, το ίδιο παρελθόν νοσταλγούν και εκείνοι όπως και εμείς».


«Οταν ως παιδί πήγα στην Αθήνα, εντυπωσιάστηκα πολύ, μου φάνηκε πιο προχωρημένη από την Κωνσταντινούπολη. Οι δικοί μου, πάντως, δεν έφυγαν διότι λάτρευαν την Πόλη, αλλά και επειδή ήθελαν να προστατεύσουν την ακίνητη περιουσία τους. Ετσι έμεινε όλη η οικογένεια εδώ», λέει ο Γιώργος Παπαλιάρης.

«Μα και η ενίσχυση του ισλαμισμού»; τον ρώτησα σαστισμένη. «Υπάρχει. Ομως η ενδυναμωμένη αίσθηση του σεβασμού προς τη θρησκεία σου, σε κάνει καμιά φορά να σέβεσαι περισσότερο και τη θρησκεία του άλλου. Αυτό συμβαίνει τα τελευταία χρόνια. Αισθανόμαστε τον σεβασμό κράτους και κοινωνίας στη θρησκεία μας και νιώθουμε πολύ μεγαλύτερη ελευθερία στην άσκηση των θρησκευτικών μας καθηκόντων». 

Τα βακούφια, οι «ορφανές» εκκλησίες και η σκληρή πραγματικότητα

Με γονείς Ρωμιούς, μεγαλωμένους πλάι στον Βόσπορο όπως και εκείνος, (είχε μάλιστα και έναν παππού που οι Τούρκοι του έδωσαν τον τίτλο του πασά), ο γεννημένος το 1967 Γιώργος Παπαλιάρης δεν έζησε βέβαια τα γεγονότα του 1955 και τις απελάσεις του 1964. «Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα σε μια καθαρά ελληνική γειτονιά, στο Μέγα Ρεύμα, με ελάχιστα σπίτια Τούρκων, τότε. Η Ελλάδα, βέβαια, ήταν με κάθε τρόπο παρούσα στη ζωή μας. Μεγαλώσαμε με ελληνική συνείδηση, γλώσσα και την επιθυμία να την επισκεφθούμε», μου λέει. «Οταν ως παιδί πήγα στην Αθήνα, εντυπωσιάστηκα πολύ, μου φάνηκε πιο προχωρημένη από την Κωνσταντινούπολη. Οι δικοί μου, πάντως, δεν έφυγαν διότι λάτρευαν την Πόλη, αλλά και επειδή ήθελαν να προστατεύσουν την ακίνητη περιουσία τους. Ετσι, έμεινε όλη η οικογένεια εδώ», υπογραμμίζει.

«Ο πατέρας μου αγαπούσε την κοινότητα και την εκκλησία. Αυτός είναι και ο λόγος που μπήκα και εγώ από νωρίς στα κοινά, παρότι έχω δική μου επιχείρηση». Στην Πόλη υπάρχουν 67 ρωμαίικες κοινότητες, βακούφια όπως τις ονομάζει το κράτος. Ανάλογος είναι και ο αριθμός των ελληνορθόδοξων ναών. Αυτά τα ορίζει ο νόμος περί βακουφίων του 1936, ο οποίος δεν έχει αλλάξει από τότε, παρά το ότι εν τω μεταξύ τα δημογραφικά δεδομένα των Ρωμιών μεταβλήθηκαν δραματικά. Οπως μου εξηγεί ο ίδιος, αυτό έχει ως αποτέλεσμα διάφορες δυσλειτουργίες όπως λ.χ. ότι υπάρχουν κάποιες εκκλησίες των οποίων οι κοινότητες δεν έχουν καθόλου μέλη ούτε περιουσία. Ταυτόχρονα, ο νόμος απαγορεύει τις συγχωνεύσεις κοινοτήτων, ενώ οι εκλογές για τη διοίκηση και τα μέλη που θα πρέπει να γίνονται κάθε τέσσερα χρόνια έχουν «παγώσει» από την τουρκική κυβέρνηση.

«Οι τελευταίες έγιναν το 2012 και μπορέσαμε να κάνουμε μια ανανέωση των στελεχών. Αλλά η κατάσταση αυτή δημιουργεί αρκετά προβλήματα όπως στη διαχείριση των κοινοτικών περιουσιών και όχι μόνον. Ενα βασικό ζήτημα που θέλουμε να οργανώσουμε εμείς οι ίδιοι είναι μια απογραφή του ρωμαίικου πληθυσμού. Υπολογίζουμε ότι είμαστε περίπου 2.500 με 3.000 άτομα. Η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι όντως έχουμε λιγοστέψει. Αυτό όμως αυξάνει την ευθύνη που έχουν οι επικεφαλής. Οφείλουν να είναι δραστήριοι και αποτελεσματικοί, ευέλικτοι και καλοί στις διαπραγματεύσεις, να κερδίζουν και να διατηρούν την εμπιστοσύνη της κοινότητας, και, κυρίως, να σκύβουν πάνω από όλα τα μέλη της και να γνωρίζουν τις ανάγκες τους», προσθέτει ο κ. Παπαλιάρης που φροντίζει να υπάρχει καλό πλαίσιο λειτουργίας σε πολλούς τομείς, από τα σχολεία ώς τον αθλητισμό, την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, τη διοργάνωση των θρησκευτικών εορτών, την κοινοτική ζωή εν συνόλω.

Οι γηραιοί και οι άποροι

Του ζητώ να μου διηγηθεί μια ιστορία που να δείχνει πώς αισθάνονται οι Ρωμιοί σήμερα. Διστάζει λίγο και μετά ξεκινά: «Εχουμε πολλούς γηραιούς και άπορους στην κοινότητά μας. Μια μέρα, μία κυρία που δεν είχε συγγενείς και είχε αρρωστήσει βαριά με κάλεσε από το κρεβάτι του νοσοκομείου. Οταν πήγα να τη δω μου έβαλε στο χέρι ένα δαχτυλίδι. Δεν ήθελε να πεθάνει και να μας επιβαρύνει με τα έξοδα της κηδείας της. Οι άνθρωποι που ζουν εδώ έχουν μια σπάνια αξιοπρέπεια και μια αγάπη για τον πλησίον. Εχουν την αίσθηση του συνανήκειν και αυτό είναι σπουδαίο. Το δαχτυλίδι της το έχουμε φυλάξει, μιας και η κοινότητά μας έχει την οικονομική άνεση να φροντίζει τέτοια έξοδα. Γενικά στεκόμαστε ο ένας στον άλλον και αυτό χαρακτηρίζει εμάς τους Ρωμιούς».

Η συνάντηση

Οι Ρωμιοί τηρούν τις θρησκευτικές παραδόσεις και τη νηστεία. Ετσι με φίλεψαν νηστήσιμα γλυκίσματα και τσάι στην αίθουσα όπου μαζεύεται το ποίμνιο και έχει σε εμφατική θέση τη φωτογραφία του Πατριάρχη μαζί με τη φωτογραφία του Κεμάλ Ατατούρκ. Φεύγοντας από το Μέγα Ρεύμα, επισκέφθηκα το αγαπημένο μου εστιατόριο στην Πόλη, το Karakoy Lokantasi (Kemanke Karamustafa Pa a Mahallesi), όπου πήραμε ελαφρύ μεσημεριανό γεύμα με τον Γιώργο Παπαλιάρη με θαλασσινά, ψαρικά, υπέροχους μεζέδες, που σου γαργαλάνε τη μύτη καθώς περνάνε πάνω σε έναν δίσκο. Στεγάζεται σε ένα παλιό κτίριο, ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό με παραδοσιακά πλακίδια στους τοίχους και πολύ εξυπηρετικό σέρβις. 

Οι σταθμοί του

1967

Γεννιέται στο Μέγα Ρεύμα από γονείς Ρωμιούς.

1985

Αποφοίτηση από την Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή.

1986

Εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, όπου σπουδάζει Οικονομικά και Διοίκηση Επιχειρήσεων.

1989

Παρακολουθεί τη Σχολή Ξεναγών και γίνεται επίσημος ξεναγός στην ελληνική γλώσσα.

1991

Ανοίγει, με συνεταίρους, την πρώτη δική του επιχείρηση στον τομέα των τροφίμων.

1999

Αρχίζει να ασχολείται με τα κοινοτικά. Εκλέγεται πρόεδρος στην επιτροπή Αγίου Φωκά Μεσοχωρίου και μέλος της επιτροπής στον Αγιο Νικόλαο Νιχωρίου.

2007

Εκλέγεται πρόεδρος και στην κοινότητα Μεγάλου Ρεύματος Βοσπόρου, όπου και επανεκλέγεται το 2011, συνεχίζοντας την προεδρία του έως σήμερα.

2010

Εκλέγεται πρόεδρος στην ιστορική Κοινότητα Σταυροδρομίου, την παλαιότερη ελληνορθόδοξη κοινότητα, στο Πέραν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ