Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Κοψοδαχτύληδες, κοψοχέρηδες και διπλοκοψοχέρηδες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τρίπτυχο (τμήμα) από την έκθεση «Αναφορά στην Γκουέρνικα» του Κυριάκου Κατζουράκη, που διοργανώνει το Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης στο Μέγαρο Εϋνάρδου, Αγίου Κωνσταντίνου 20 & Μενάνδρου. Εως 27 Ιουλίου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Στις εκλογές της Ινδίας, που κρατάνε πάνω από μήνα, εξαιτίας του τεράστιου πληθυσμού της χώρας, κάποιος ψηφοφόρος, ονόματι Παγουάν Κουμάρ, έγινε αστραπιαία παγκοσμίως γνωστός, τον Απρίλιο, λόγω μιας αιματηρής αυτοτιμωρητικής πράξης του. Σε βίντεο που ανέβασε ο ίδιος στο Διαδίκτυο εμφανίζεται με τον δείκτη του δεξιού του χεριού τυλιγμένο με γάζες, διατείνεται δε ότι έκοψε το δάχτυλό του επειδή, αυτονομηθέν από την εγκεφαλική εντολή, ψήφισε λάθος κόμμα. Σημειωτέον, οι εκλογές στην Ινδία γίνονται ηλεκτρονικά, με μηχανές, όχι με χάρτινα ψηφοδέλτια και κάλπες, πλαστικές τώρα, ξύλινες κάποτε. Πατάς στην οθόνη το σύμβολο του αγαπημένου σου κόμματος κι αυτό είναι. Απλώς, έπειτα η εφορευτική επιτροπή σού σημαδεύει τον δείκτη με ανεξίτηλο μελάνι, για να αποφευχθούν οι διπλοψηφίες. Πιθανότητες να αντιμετωπίσουν κάποιοι παλίμπαιδες ψηφοφόροι την εκλογική μηχανή σαν φλιπεράκι ή σαν ταλιροφάγο πρώιμων εποχών υπάρχουν, αλλά μόνο στη θεοπάλαβη πόλη Σπρίνγκφιλντ των «Σίμσονς», της εξαιρετικής σειράς κινουμένων σχεδίων.

Ενα κόμμα της αντιπολίτευσης, με σύμβολο τον ελέφαντα, ήθελε να ψηφίσει ο Παγουάν Κουμάρ. Από το άγχος του όμως μπερδεύτηκε και ψήφισε το κυβερνών, με σύμβολο τον λωτό. Με τη συγκρατημένη τελικά αυτοτιμωρία του (σκεφτείτε να καταλόγιζε ευθύνη στο μάτι του, που δεν διέκρινε έγκαιρα τη διαφορά λωτού και ελέφαντα, και να προέβαινε σε σωφρονιστική αυτοοφθαλμωρυχία), εισήχθη στη διεθνή εκλογική φιλολογία ο όρος «κοψοδαχτύλης», σαν συγγενικός του «κοψοχέρη» παλαιόθεν γνωστού στον τόπο μας. Δεν μπορεί, αντίστοιχοι όροι θα υπάρχουν σε πολλές γλώσσες.

Εκλογές δίχως κοψοχέρηδες δεν γίνονται. Δίχως ανθρώπους που μετάνιωσαν ή λένε ότι μετάνιωσαν για την ψήφο που κατέθεσαν στην κάλπη πότε με μισή καρδιά, πότε κάνοντας την καρδιά τους πέτρα κ.τ.λ. Επειδή αφέθηκαν να παγιδευτούν από τα διλήμματα που κόβει και ράβει ο ακαταμάχητος μανιχαϊσμός (Καλό/Καλό, Φως/Σκότος), επειδή παρασύρθηκαν από τον βραδινό τους τον θυμό και δεν τον κράτησαν για το πουρνό, κατά την παροιμιακή συμβουλή, επειδή βιάστηκαν να επιβιβαστούν σε κάποιον καλογυαλισμένο συρμό... Οι μόνοι που δεν μετανιώνουν ποτέ είναι οι ιδιώτες και μη πολίτες. Οσοι δηλαδή έχουν ενστερνιστεί πλήρως (από αμοραλισμό, από αδιαφορία για την καθαυτό πολιτική, κάποιες φορές και από ανάγκη) τη λογική και την ηθική μιας ψήφου που θα μπορούσε να αποκληθεί ανταλλακτική, ρουσφετολογική ή πελατειακή:

Δίνεις για να πάρεις. Δίνεις ψήφο (τη δική σου και του σογιού σου) και παίρνεις υπόσχεση. Αν σε ξεγελάσουν, πράγμα πιθανό, αν δεν διορίσουν την κόρη σου ή δεν μεταθέσουν στην πρωτεύουσα τον φαντάρο ανιψιό σου, δεν θα κόψεις το δικό σου χέρι. Θα επιχειρήσεις να τιμωρήσεις τον απατεώνα, όχι βέβαια ακρωτηριάζοντάς τον, α λα Χαμουραμπί, αλλά εκθέτοντάς τον, αποκαλύπτοντας την αγυρτεία του. Τίποτε δεν θα καταφέρεις φυσικά.

Αντίθετα, η ιδεολογική ψήφος, η πολιτικοποιημένη (μια υποκατηγορία της οποίας είναι η ψήφος που οι διεκδικητές της εξουσίας την αποκαλούν με μειωτική έπαρση «χαμένη», «μη χρήσιμη», ενίοτε και ανόητη), είναι αρκετά πιθανό να προκαλέσει τύψεις. Για παράδειγμα, για να τιμωρήσεις το κόμμα σου, που δεν τήρησε τις δεσμεύσεις του ή γενικότερα δεν πολιτεύτηκε όπως ακριβώς θα ήθελες, αποφασίζεις να το τιμωρήσεις. Ψηφίζεις λοιπόν ένα μικρότερο συγγενικό του ή ένα από τα αντίπαλά του, ώστε να το νουθετήσεις. Την ώρα τού «έλαβον» όμως διαπιστώνεις ότι το ίδιο ακριβώς σκέφτηκαν και πολλοί άλλοι «μαζοχιστές» ομοϊδεάτες σου, με αποτέλεσμα να στραπατσαριστεί ο πολιτικός σου χώρος. Και κόβεις το χέρι σου. Ή χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο. Ή καταπίνεις δυο-τρία ηρεμιστικά. Πάντα υπάρχουν επιλογές.

Εκτός από τους κοψοχέρηδες αυτού του είδους, με μακρά παράδοση στον τόπο μας, υπάρχουν και οι διπλοκοψοχέρηδες. Πρόκειται για τους οπαδούς του διαταξικού κινήματος «δεν ψηφίζω! δεν ψηφίζω!», οι οποίοι κρίνουν πολιτικά ανίσχυρη ή και ασήμαντη την ψήφο, είτε γενικά είτε σε μια συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση.

Επιλέγουν λοιπόν την αποχή, που τη χαρακτηρίζουν πολιτική, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι αθροίζεται αδιακρίτως με την απολίτικη (των νοσηλευόμενων, των γερόντων, των ξενιτεμένων). Με εκ προοιμίου κομμένα και τα δυο τους χέρια, αρνούνται να πορευτούν μέχρι το εκλογικό τους τμήμα. Κατά κάποιον τρόπο αυτοαφοπλίζονται, γιατί η ψήφος, μια κατάκτηση που απαίτησε σκληρούς αγώνες, όπου γης, παραμένει όπλο. Ισως φθαρμένο, ίσως όχι πάντα εύστοχο, πάντως όπλο. Δεν έχουμε πολλά στη διάθεσή μας ώστε να παραδώσουμε έστω και τα φθαρμένα.

Και δεν είναι ισοδύναμα της ψήφου τα εκτονωτικά τιτιβίσματα στο τουίτερ, οι αναρτήσεις στο φέισμπουκ ή τα συνθήματα στον τοίχο. Κανείς, μα κανείς δεν χαίρεται περισσότερο από τους επαγγελματίες πολιτικάντηδες όταν τα ποσοστά της αποχής είναι μεγάλα. Τα χέρια τους λύνονται.

Δεν δένονται.

Υπάρχουν πάντα (στο μυαλό ή στην ψυχή μας, ακόμα και στο σώμα μας, όταν ασθενεί) χίλιοι λόγοι για να μην πάμε να ψηφίσουμε: το αντιπροσωπευτικό σύστημα έφτασε να λειτουργεί υπέρ του αντιπροσωπεύοντος παρά υπέρ του αντιπροσωπευόμενου, η δημοκρατία με κόμματα ευτελίστηκε σε δημοκρατία των κομμάτων, η Βουλή έχει μικρότερη δύναμη από έναν ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό, το Ευρωκοινοβούλιο μόνο η καλή μας καρδιά δεν το χαρακτηρίζει διακοσμητικό, κ.τ.λ. Υπάρχουν, όμως, πάντα χίλιοι και ένας λόγος για να πάμε να ψηφίσουμε, και μάλιστα ο επιπλέον δεν είναι ο χιλιοστός πρώτος αλλά ο πρώτος και σπουδαιότερος: η ίδια η δημοκρατία, που όσο νόημα διασώζει, το διασώζει ακριβώς όταν η συμμετοχή των πολιτών αναζωογονεί το εκλογικό τελετουργικό. Σε κάθε είδους εκλογές: εθνικές, ευρωεκλογές, αυτοδιοικητικές, της σχολής ή του συνδικάτου. Η δημοκρατία, το ξέρουμε, απαιτεί και τη σωματική, την υλική παρουσία μας, ήδη από την εποχή της εκκλησίας του δήμου και της περίφημης αμεσότητας. Τότε που Σκύθες τοξότες, απαθανατισμένοι από τον Αριστοφάνη στους «Αχαρνής», περιπολούσαν στην αγορά, κι αν πετύχαιναν κάποιον πολίτη να κουβεντολογάει εκεί με την παρέα του αντί να συνεδριάζει στην Πνύκα, όπως όφειλε, του έβαζαν απουσία στιγματίζοντάς τον.

Κοκκινίζοντας δηλαδή τον χιτώνα του με το ειδικό σχοινί που κρατούσαν, βαμμένο με μίλτο («σχοινίον μεμιλτωμένον»). Για να τον ξεμπροστιάσουν ως ανάξιο της ιδιότητας του πολίτη, αλλά και για να μην μπορεί να πάει, έτσι κοκκινισμένος, να πάρει την προβλεπόμενη αμοιβή για τη συμμετοχή του στην εκκλησία του δήμου.

Η πολύτιμη ιδιότητα του πολίτη προφανώς και δεν εξαντλείται στη συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία. Κάθε μέρα ψηφίζουμε. Με τη στάση μας. Με τα λόγια και τις πράξεις μας. Στα μικρά και στα μεγάλα, αν και φαίνεται ότι γίνεται όλο και πιο δύσκολο να συμφωνήσουμε ποια τα όντως μεγάλα και ποια τα μικρά. Για παράδειγμα, τι είναι πατριωτικότερο: να υψώνουμε στο μπαλκόνι μας τη σημαία (οποιασδήποτε χώρας τη σημαία) ή να βάζουμε εκεί τρεις-τέσσερις γλάστρες;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ