Νίκος Βατόπουλος ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Λαθραίες ματιές στην οδό Αχαρνών

ΠΟΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Στην οδό Αχαρνών ξαναγυρνώ, με μία διάθεση εξερεύνησης ενός κόσμου στο όριο της πραγματικότητας και της φαντασίας. Δεν έχω πολλές προσωπικές αναφορές: θυμάμαι μερικές ταινίες που είχα δει στη «Γωγώ» και στον «Αρη», τη δεκαετία του ’70, κάποια σκόρπια σπίτια φίλων ολόγυρα, σε παρόδους, ένα ωραίο μονώροφο στην οδό Αγρινίου, ένα φλεγόμενο δίπατο νεοκλασικό στην οδό Φυλής, ένα ήσυχο απομεσήμερο. Οι φλόγες έβγαιναν θεόρατες από τα παράθυρα, ήταν σαν μια εικόνα από λαϊκό παραμύθι.

Αλλά τώρα, η οδός Αχαρνών έχει δράμα. Με την έννοια ότι η θέασή της και το φευγαλέο βίωμα της ανάγνωσης του δρόμου με το αδηφάγο βλέμμα του περιπλανώμενου συλλέκτη εντυπώσεων, προκαλεί την απαραίτητη εκείνη ρηγμάτωση, αναγκαία για να διαχυθεί η συγκίνηση στη λογική επεξεργασία. Είναι ένα κεφάλαιο «αστικού δράματος».

Είχα στον νου μου μια φωτογραφία από τις πολλές που έχουν στοιχειώσει τη φαντασία μου. Το μικρό σπίτι στη γωνία με την οδό Διδύμου, κάτω από τη Βικτώρια, ένα άσημο δρομάκι στεφανωμένο στην είσοδό του από ένα μικρό θαύμα λαϊκής αρχιτεκτονικής. Το είχα δει ως φωτογραφία του Μανόλη Βερνάρδου στην αξεπέραστη έκδοση του 1967 «Νεοκλασική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα» της Εμπορικής Τράπεζας. Και συχνά το ανακαλούσα στη μνήμη, βέβαιος ότι είναι και αυτό ένας από τους «πολλούς νεκρούς». Σπαράγματα της παλιάς Αχαρνών έφερνα στον νου καθώς την περπατούσα την περασμένη Κυριακή το μεσημέρι, μόνος, σε μια έρημη λεωφόρο, τυλιγμένη στην γκρίζα πάχνη μιας κρύας μέρας. Εβλεπα φιλήσυχα πρόσωπα πού και πού, από άλλες χώρες, φωλιασμένα σε καφενεία ή εισόδους πολυκατοικιών, ξεφτισμένες και θαμπές. Είχε ένα φως σαν να διαχεόταν από μεμβράνη, και έπεφτε πλάγια από τον χλωμό ήλιο σε παλαιοκαιρισμένες προσόψεις.

Στην οδό Διδύμου, όταν έφτασα, ένα τόσο δα δρομάκι, έψαξα να βρω σε ποια από τις τέσσερις γωνίες θα βρισκόταν το άλλοτε όμορφο, μικρό σπίτι με τα πήλινα αγάλματα θεών και ημίθεων στη σκεπή του. Υπέθεσα ότι θα ήταν εκεί όπου έβλεπα μία εξαώροφη πολυκατοικία που σκέφτηκα ότι μπορεί να χτίστηκε το 1971 ή το 1972, έτσι μου φάνηκε από το ύφος και την αδιαφορία που είχε για τη δική της βαρβαρότητα. Αλλά απέναντι, σε μια διαγώνια θέση, έβλεπα ένα άλλο, όμορφο σπίτι, δίπατο αυτό, με αχνά στοιχεία του Jugendstil, φιλτραρισμένα στολίδια μιας ξέπνοης αρ νουβώ οργανωμένα σε μία αμήχανη, αλλά τόσο συμπαθή, εκλεκτικιστική όψη του 1920.

Είχα πάρει την ανταμοιβή μου καθώς συνέχισα την περιδιάβασή μου στην Αχαρνών έως την πλατεία Βάθης, με το βλέμμα να διαβάζει μάντρες, χαλάσματα, πολυκατοικίες του ’60, γραφεία του ’80, ψιλικατζίδικα, περίπτερα και μικρομάγαζα, σκόρπια θραύσματα των «ιστορικών» ρυθμών, μιας Αχαρνών που κρατούσε μία επίφαση αστικής ζωής. Σαν από χαραμάδες έβλεπα τις οικογένειες των συμμαθητών και των συγγενών και των φίλων τους, όταν χρόνια πριν, πύκνωναν με την παρουσία τους αυτόν τον ίδιο δρόμο, που τώρα, γυμνό τον έβλεπα, άδειο και μισοναρκωμένο. Σε ένα έρημο σπίτι, Αχαρνών και Μακεδονίας, μέσα από την εξώθυρα έκλεψα τη θέα μιας ξύλινης σκάλας που έφευγε στριφογυριστά προς τα πάνω...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ