ΒΙΒΛΙΟ

Η «δύσοσμη, ζοφερή όπερα» του πολέμου

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

Μνημείο πεσόντων του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Γράφοντας μέσα στα ορύγματα, οι νεαροί στρατιώτες προσπαθούσαν να συντηρήσουν μια ψευδαίσθηση μέλλοντος.

Στο «14», την υποβλητική μινιατούρα πολέμου του Ζαν Εσενόζ, στέκεται κανείς σε δύο φράσεις. Η πρώτη: «Ολοι θα επιστρέψετε στα σπίτια σας, τους έταξε ο λοχαγός Βεσιέρ, φουσκώνοντας τη φωνή του όσο μπορούσε. Μάλιστα κύριοι: όλοι θα επιστρέψουμε στο Βαντέ. Προσέξτε αυτό, όμως: αν κάποιοι πεθάνουν στον πόλεμο, θα φταίει η έλλειψη υγιεινής». Και η δεύτερη, κατακλείδα μερικών συγκλονιστικών σελίδων, που διαβάζοντάς τες ο αναγνώστης θαρρεί ότι ακούει τις σφαίρες, τις οβίδες, τα κανόνια να αποχαλινώνονται, ότι μυρίζει τα αέρια, «τυφλωτικά, εκδαρτικά, ασφυξιογόνα, πταρμικά ή δακρυγόνα» που εκτοξεύονται κατά ριπές: «Οι απέναντι είχαν πάρει δύο χαρακώματα που, απ’ ό,τι έλεγαν, τα ξαναπήραμε πίσω – με δυο λόγια, σε δουλειά να βρισκόμαστε». Η πρώτη αποτυπώνει την αισιοδοξία και την αθωότητα με την οποία ξεκίνησαν τον πρώτο μεγάλο πόλεμο οι αντίπαλες δυνάμεις, θεωρώντας ότι η σύγκρουση δεν θα ήταν παρά μια ολιγοήμερη εκδρομή που θα τελείωνε σύντομα· η δεύτερη έρχεται σαν οικτρή διάψευση της πρώτης.

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος θα παραταθεί εξωφρενικά, θα τελματώσει στη στασιμότητα των αψιμαχιών των χαρακωμάτων, θα θερίσει την αλκή της ευρωπαϊκής νεολαίας. Οκτώ εκατομμύρια νεκροί στα πεδία των μαχών, είκοσι δύο εκατομμύρια τσακισμένοι απόμαχοι με ακρωτηριασμένα μέλη και διαλυμένα πρόσωπα από τις εκρήξεις, πνευμόνια κατεστραμμένα από τα αέρια, ψυχές ρημαγμένες από τη φρίκη.

Από την πρώτη του κιόλας εβδομάδα, ο πόλεμος 1914-1918 έβαλε φωτιά στα μολύβια. Η ερευνήτρια Κάθριν Ρίλι έχει μετρήσει 2.225 Αγγλους ποιητές του πολέμου – έστω κι αν απ’ αυτούς ελάχιστοι επιβίωσαν στις ιστορίες της λογοτεχνίας ή στη συλλογική μνήμη. Γράφοντας μέσα στα ορύγματα, οι νεαροί στρατιώτες προσπαθούσαν να συντηρήσουν μια ψευδαίσθηση μέλλοντος, να κατανοήσουν την τρομακτική διάσταση ανάμεσα στο πραγματικό και το ιδεώδες, να δουν, έστω, τη στρατιωτική θητεία και τον θάνατο ως κάτι που εξαγνίζει και εξυψώνει. Στην αρχή του πολέμου, όταν ακόμη το εθνικό αίσθημα ήταν ισχυρό, ο πατριωτισμός ενός Ρούπερτ Μπρουκ –του «ωραιότερου νέου της Αγγλίας» σύμφωνα με τον Γέιτς– που πέθανε άδοξα καθ’ οδόν προς την Καλλίπολη, ήταν ακόμη εμψυχωτικός. Ομως, όσο οι μήνες προχωρούσαν «με το κανόνι να ηχεί μπάσο κοντίνουο, με βραδύκαυστες και εκρηκτικές οβίδες κάθε διαμετρήματος, με τις σφαίρες να σφυρίζουν, να κροτούν, να στενάζουν ή να νιαουρίζουν ανάλογα με την τροχιά τους, με τα πολυβόλα, τις χειροβομβίδες, τα φλογοβόλα και το φοβερό ψύχος», όπως γράφει ο Εσνόζ, ο ζόφος θα βαθύνει. Και τότε, ο Βρετανός Γουίλφρεντ Οουεν θα γράψει τον «Υμνο στην καταδικασμένη νιότη», όπου οι πληγωμένοι «πεθαίνουν σαν σφαχτάρια», ο φίλος του και συμπολεμιστής του Ζίγκφριντ Σασούν θα απεικονίσει ένα πεδίο μάχης που όζει από την αποσύνθεση των αλόγων και τη σήψη των νεκρών, όπου τα κορμιά κείτονται «μπρούμυτα, μέσα στην ανθρωποβόρα λάσπη», ο Γερμανός Γκόντφριντ Μπεν θα μνημειώσει εξπρεσιονιστικά τη φθορά και τη σήψη, ο Γκέοργκ Τρακλ τον αργό θάνατο των τραυματιών, και o Γκιγιόμ Απολινέρ, ειρωνικός υμνητής της  πολεμικής  φαντασμαγορίας και του ρομάντσου της βιομηχανικής τεχνολογίας,  θα  μιλήσει  για  «εκείνη την  ατέρμονη  διαμάχη ανάμεσα σε παράδοση και επινόηση, ανάμεσα στην Τάξη και την Περιπέτεια».

Οι ποιητές, λοιπόν, είναι οι πρώτοι που θέλησαν να αδράξουν την οριακή στιγμή, όταν αιώνες ολόκληροι πολέμου, στιλιζαρισμένου σε πρότυπα σχεδόν ομηρικά, γκρεμίζονταν σε ερείπια. Ο Ρούπερτ Μπρουκ, ο Ζίγκφριντ Σασούν, ο Γουίλφρεντ Οουεν, o Αϊζακ Ρόζενμπεργκ, o Γκιγιόμ Απολινέρ, ο Βρετόνος Ζαν Πιερ Καλόκ, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν επέστρεψαν από το μέτωπο, θα αποτυπώσουν τη φρίκη, θα ξεμπροστιάσουν το ψεύδος της πολεμοκαπηλίας που μεταμφιέζεται σε πατριωτισμό, ή θα καταφύγουν σ’ έναν ιδιότυπο μυστικισμό για να αντέξουν.

Οι πεζογράφοι θα ακολουθήσουν. Ο πρώτος που δημοσίευσε μυθιστόρημα ενώ ακόμη μαινόταν ο πόλεμος, ήταν ο σουρεαλιστής και πασιφιστής Αντριέν Μπερτράν. Εγραψε τα βιβλία του καθηλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου, με τους πνεύμονες κατεστραμμένους από μια οβίδα και πρόλαβε να πάρει το βραβείο Γκονκούρ το 1914 για το μυθιστόρημα «Οταν το χώμα σε καλεί», με θέμα μια ομάδα στρατιωτών παγιδευμένων στη φρίκη του πολέμου, χωρίς διαφυγή. Δυο χρόνια αργότερα, ο Ανρί Μπαρμπίς θα αποσπάσει επίσης το Γκονκούρ για το ωμά ρεαλιστικό του μυθιστόρημα «Φωτιά», μια εικονογραφία θανάτου στα χαρακώματα.

Είναι πικρή, καταγγελτική, ειρωνική ή θρηνητική η λογοτεχνία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Θυμόμαστε τον καλό στρατιώτη Σβέικ του Γιάροσλαβ Χάσεκ, αυτόν τον μοναδικό συνδυασμό ηλιθιότητας και κουτοπόνηρου υπολογισμού, που επιβιώνει όπως-όπως σε μια εποχή που δεν είναι πια επική, ούτε, βεβαίως, κωμική. Θυμόμαστε τους στρατιώτες του Εριχ Μαρία Ρεμάρκ, καθηλωμένους στα χαρακώματα, σε μια προθανάτια ρουτίνα. Τον στρατιώτη που επιστρέφει στο σπίτι του, μα δεν μπορεί να αναγνωρίσει τις τρεις γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του, στο μυθιστόρημα της Ρεμπέκα Γουέστ «Η επιστροφή του στρατιώτη». Την απομυθοποίηση του πολέμου από τον νεαρό εθελοντή στον «Αποχαιρετισμό στα όπλα» του Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Τη δυσοίωνη ομίχλη στο «Τέλος της παρέλασης» του Φορντ Μάντοξ Φορντ. Τη δυσφορία που αποπνέουν τα πολεμικά απομνημονεύματα του Ρόμπερτ Γκρέιβς και του Ε.Ε.Κάμινγκς, αλλά και τη λατρεία της βίας που διαποτίζει τις νιτσεϊκού-βαγκνερικού ηρωισμού αναμνήσεις του Γερμανού Ερνεστ Γιούνγκερ.

Η «δύσοσμη και ζοφερή όπερα» του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως την ονομάζει ο Εσνόζ, απογύμνωσε τις λέξεις ηρωισμός, τιμή, ανδρεία, θάρρος από τη σημασία τους. Και η λογοτεχνία το έδειξε, μετατρέποντας την απελπισία σε αφηγηματική δύναμη.

Αξίζει να διαβάσετε

Ζαν Εσενόζ, «14», μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Ικαρος, 2014, σελ. 112
Ρόμπερτ Γκρέιβς, «Αποχαιρετισμός σε όλα αυτά», μτφρ. Βαγγέλης Κατσάνης, Κάκτος, 1999, σελ. 491
Ερνεστ Χέμινγουεϊ, «Αποχαιρετισμός στα όπλα», μτφρ. Αννα Παπασταύρου, Καστανιώτης, 2004, σελ. 400
Εριχ Μαρία Ρεμάρκ, «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο. Σπίθα ζωής», μτφρ. Ευάγγελος Αρχ. Αντώναρος, Πάπυρος, 1996, σελ. 460
Σεμπάστιαν Μπάρι, «Μακριά, πολύ μακριά», μτφρ. Κίκα Κραμβουσάνου-Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Πόλις, 2007.
Γιάροσλαβ Χάσεκ, «Ο καλός στρατιώτης Σβέικ», μτφρ. Ρενέ Ψυρούκη, Αλφειός, 2004, σελ. 431.
Στράτη Μυριβήλη, «Ζωή εν τάφω. Το βιβλίο του πολέμου», Εστία, 2010, σελ. 360.
Ernst Junger, “Storm of Steel”, Penguin, 2004, σελ. 320.
Sebastian Faulks, “Birdsong”, Vintage, σελ. 528.
Ανρί Μπαρμπίς, «Η φωτιά. Ημερολόγιο μιας ομάδας», μτφρ. Κώστας Αλάτσης, Σύγχρονη Εποχή, 1998, σελ. 437.
Pat Barker, The Regeneration Trilogy, Penguin, 1995.
John Pos Passos, Three Soldiers, Penguin, 1997.
T. E. Lawrence, The Pillars of Wisdom, Wilder, 2011.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ