Οταν στομώνει το δρεπάνι του θανάτου

Οταν στομώνει το δρεπάνι του θανάτου

Παιχνίδια με το παράδοξο στη γεμάτη από ιστορία και θρύλους Δυτική Γαλλία

3' 32" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

MATHIAS ENARD
Το ετήσιο συμπόσιο της συντεχνίας των νεκροθαφτών
μτφρ. Σοφία Διονυσοπούλου
εκδ. Στερέωμα, 2022, σελ. 584

Στο «Συμπόσιο της συντεχνίας των νεκροθαφτών» του Ματιάς Ενάρ, το μυθιστορηματικό είδος ανακτά τα στοιχειακά χαρακτηριστικά του, όπως τα όρισε ο μέγας Κούντερα: παιχνίδι με το παράδοξο, χώρος των υποθέσεων, πεδίο απεριόριστης ελευθερίας, τόπος ατέλειωτης ευδιαθεσίας, ενδεχομένως και παρωδίας του ίδιου του συγγραφικού εγχειρήματος. Oλα συναντιούνται, συγκλίνουν και συναιρούνται εδώ: χοϊκός ρεαλισμός και μεταφυσικά άλματα, απολαύσεις του σώματος και αναζητήσεις της διάνοιας, λαϊκές παραδόσεις και σύγχρονες περιβαλλοντικές ανησυχίες, άσεμνο και υψηλό, απρέπεια και σοβαρότητα, χιούμορ και μελαγχολία, πληθωρική γλώσσα και στοχαστική ενατένιση. Ο ανεμοστρόβιλος της ζωής και ο τυφώνας του θανάτου. Η εγγραφή της ιστορίας μιας περιοχής στο ανεξάντλητο βιβλίο της θνητής αλλά συνεχώς αναγεννώμενης ανθρωπότητας.

Συναντάμε εδώ τις συγκρούσεις μεταξύ αγροτών και αστυνομίας για το ζήτημα του νερού – οι ίδιες συγκρούσεις που προκαλούν αυτές τις μέρες ανάφλεξη στην περιοχή Ντε Σεβρ.

Eνας νεαρός «Παριζιάνος» ανθρωπολόγος φτάνει σ’ ένα χωριουδάκι της περιοχής Ντε Σεβρ για να μελετήσει τη ζωή στην αγροτική Γαλλία τον 21ο αιώνα. Στην αρχή, αισθάνεται περίπου όπως ο Μαλινόφσκι όταν μελετούσε τον νησιωτικό πληθυσμό της Γουινέας, φτάνει μάλιστα να ονομάσει το ταπεινό κατάλυμά του «Aγρια σκέψη» – δανειζόμενος τον τίτλο της κλασικής μελέτης του Κλοντ Λεβί-Στρος. Σταδιακά, εξοικειώνεται με τους ντόπιους, τα πίνει με τον δήμαρχο και νεκροθάφτη του χωριού, συνδέεται με τον Μαξ, έναν αινιγματικό καλλιτέχνη, εντυπωσιάζεται από τη Λουσί, που «καλλιεργεί ζαρζαβατικά» και τα πουλάει στην αγορά, και από τη συγκατάβαση περνάει στο ενδιαφέρον και στη συμπάθεια.

Το φορτηγάκι που θα αγοράσει για να μετακινείται στην περιοχή, βολικό, παρότι «βρομάει και ζέχνει» είναι ο «κλώτσος» που θα γυρίσει την ανέμη για τη μετάβαση στο κεντρικό κομμάτι του μυθιστορήματος. Εδώ κυριαρχεί ο θάνατος, ή μάλλον ένας ατέρμων κύκλος μετενσαρκώσεων. Aνθρωποι, ζώα, έντομα πεθαίνουν, κάνουν ένα σύντομο πέρασμα από το Μπάρντο, «τον κόσμο ανάμεσα στους κόσμους» και εκτοξεύονται «προς μια άμεση αναγέννηση» σε καινούργια σώματα, στον «μεγάλο Τροχό της οδύνης όπου βυθίζεται το κάθε τι».

Σ’ αυτό το βαρύ από ιστορία και θρύλους κομμάτι της Δυτικής Γαλλίας που βρέχεται από τα νερά του Βόρειου Ατλαντικού, οι εποχές αλληλεπικαλύπτονται και διαπλέκονται, η διαστρωμάτωση των ιστοριών εμφαίνει τη διάρκεια, το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν, ο Καίσαρας πολεμάει στο «δρυιδικό δάσος» του Μαραί, ο Κάρολος Μαρτέλος κατατροπώνει τον αραβικό στρατό στη μάχη του Πουατιέ, ο οίκος των Λουζινιάν ξεκινάει για την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ και της Κύπρου, ο Ναπολέων περνάει από εκεί στην αποτυχημένη προσπάθειά του να διαφύγει στην Αμερική, τα ναζιστικά στρατεύματα ανασυντάσσονται στους γειτονικούς βάλτους.

Oλα αναχωνεύονται μέσα σε μιαν οιστρήλατη αφήγηση –θαυμαστά μεταφερμένη στη γλώσσα μας από τη Σοφία Διονυσοπούλου– που ανακαλεί όλα όσα συνθέτουν έναν τόπο: πόλεμο και έρωτα, οδύνη και χαρά, εγκλήματα και αγαθοσύνη, λογοτεχνία και φαγητό. Γιατί στην καρδιά αυτού του τόπου ο πληθωρικός δήμαρχος και νεκροθάφτης διοργανώνει το ετήσιο συμπόσιο της συντεχνίας του.

Οταν στομώνει το δρεπάνι του θανάτου-1Αν ο Χένρι Φίλντινγκ, ο συγγραφέας του εκρηκτικά κωμικού μυθιστορήματος «Τομ Τζόουνς» (1749), χαρακτήριζε τον εαυτό του «εστιάτορα» και το βιβλίο του «συμπόσιο με πολλά εδέσματα», ο Ματιάς Ενάρ μετατρέπει τη μεταφορά σε κυριολεξία κι αναμετριέται θαρραλέα με τον Ραμπελαί. Yμνο στη μοιρασμένη χαρά του φαγητού, φόρος τιμής στην πλούσια γαλλική γαστριμαργική παράδοση, εγκώμιο της αμπελουργικής και οινοποιητικής τέχνης της Γαλλίας, πανταγκρουελική γιορτή που για τρεις μέρες στομώνει το δρεπάνι του θανάτου και τον θέτει σε αναγκαστική αργία, το τσιμπούσι των νεκροθαφτών δεν θα μπορούσε να μη διανθιστεί, όπως κάθε συμπόσιο άξιο του ονόματός του, με τραγούδια, αφηγήσεις και οιονεί φιλοσοφικές συζητήσεις, ενώ ανάμεσα στα τραπέζια περιφέρονται αόρατα, αλλά συντριπτικά παρόντα, τα φιλικά ή ανησυχητικά φαντάσματα της ιστορίας και του θρύλου.

Eρχεται, όμως, η στιγμή που η αφήγηση γειώνεται. Ο νεαρός ανθρωπολόγος εγκαταλείπει τη διατριβή του προς χάριν του αγροτικού βίου και των θελγήτρων της Λουσί και η εξιστόρηση αποκτά πολιτική χροιά. Συναντάμε εδώ τις συγκρούσεις μεταξύ αγροτών και αστυνομίας για το ζήτημα του νερού (οι ίδιες συγκρούσεις που προκαλούν αυτές τις μέρες ανάφλεξη στην περιοχή Ντε Σεβρ, όπου εξάλλου εκτυλίσσεται το «Συμπόσιο»), τα προβλήματα των Γάλλων αγροτών, το οξύ περιβαλλοντικό ζήτημα, τη «στρεβλή και κοντόφθαλμη λογική» της ανάπτυξης. Αλλά το τέλος είναι αίσιο.

Αίσιο όπως η ζωτικότητα της φύσης, το μεγαλείο της ανθρώπινης κατάστασης ακόμα και μέσα στη μικρότητά της και η δύναμη του μυθιστορήματος, τις φορές που καταφέρνει να ρίξει στον κόσμο ένα βλέμμα σαγηνευμένο και ταυτόχρονα διαυγές και απομαγευμένο.

 

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή