ΒΙΒΛΙΟ

O κόσμος των ναυτικών

ΣΙΣΣΥ ΑΛΩΝΙΣΤΙΩΤΟΥ

«Το ναυάγιο» του Βρετανού ζωγράφου Ουίλιαμ Τέρνερ, πίνακας φιλοτεχνημένος το 1805.

MARKUS REDIGER
Ανάμεσα στη Σκύλλα
και τη Χάρυβδη
Ναυτικοί, πειρατές και ο κόσμος
της θάλασσας, 1700-1750
μτφρ.: Κώστας Αντύπας
επιστημονική θεώρηση:
Απόστολος Δελής
εκδ. Αλεξάνδρεια,

Στα μέσα Οκτωβρίου του 1633, η οικογένεια Κάλβερτ, πιστή στον βασιλιά Κάρολο Α΄ της Αγγλίας, μισθώνει δύο πλοία για να μεταφέρει στον Νέο Κόσμο περίπου 200 καθολικούς αποίκους. Ανήμερα την 25η Μαρτίου, περίπου τέσσερις μήνες αφότου άφησαν πίσω τους το Gravesend, φτάνουν στον τόπο προορισμού και τον ονομάζουν «Πολιτεία της Παρθένου Μαρίας»: το σημερινό Maryland των ΗΠΑ. Ο θρύλος λέει ότι έφτασαν μερικές μέρες νωρίτερα, αλλά περίμεναν την ημέρα της 25ης προκειμένου να συμβολοποιήσουν την άφιξή τους.

Το μεγαλύτερο πλοίο, το «Arc», έφτασε με τις προβλεπόμενες ταλαιπωρίες. Οι επιβάτες όμως του «Dove» έζησαν μαζί με το πλήρωμα στιγμές φρικτής αγωνίας και κάποιοι από αυτούς, όπως ο ιερέας Andrew White, τις περιέγραψαν στο ημερολόγιό τους.

Με την περιγραφή αυτών των εμπειριών επιλέγει ο Αμερικανός συγγραφέας Marcus Rediger να ξεκινήσει προκειμένου να μας εισαγάγει στον κόσμο των ναυτικών τα χρόνια 1700-1750: «Οι άνεμοι φυσούσαν σκορπώντας τον τρόμο και η θάλασσα σπίθιζε σαν να ήταν όλη μια φλόγα [...] αφρισμένα κύματα χτυπούσαν τα πλευρά του πλοίου που χόρευε πάνω στο νερό [...] το φορτίο κάτω από το κατάστρωμα μετατοπιζόταν και αναποδογύριζε [...] πόσο φρικτά κραύγαζε ο κόσμος, περιμένοντας το μοιραίο από λεπτό σε λεπτό, ένας ναύτης τσακίστηκε ανάμεσα στο κατάρτι και στην κουπαστή».

Ο Ισμαελ στο «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ, ο «Ροβινσών Κρούσος» και άλλα τέτοια πασίγνωστα μυθιστορήματα έχουν δημιουργήσει μια ρομαντική εικόνα για την πραγματικότητα της ζωής στη θάλασσα, που ελάχιστη σχέση έχει με τις ζωές των Αγγλοαμερικανών ναυτικών στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα. Τα περισσότερα μυθιστορήματα έχουν επικεντρωθεί στην πάλη του ανθρώπου με τη φύση, αποκλείοντας τη συγκλονιστική αντιπαράθεση μεταξύ των ίδιων των ανθρώπων.

Ο Rediger επικεντρώνεται στην προσπάθεια ανασύστασης του ιστορικού πλαισίου, που είναι ο αιώνας του εμπορίου (18ος), και των συνθηκών που δημιούργησαν τον κόσμο των ναυτεργατών και οι οποίες, με έναν τρόπο, όρισαν τον ναυτεργάτη ως τον πρώτο «ελεύθερο μισθωτό».

Είναι η εποχή κατά την οποία η διεθνής αλυσίδα αγορών συστηματοποιείται και ο ναυτικός είναι ο άνθρωπος που δεν συνδέεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τη γη και ούτε καν με την ασφάλεια των ελάχιστων αλλά σταθερών παροχών ενός γαιοκτήμονα προς τον κολίγο. Είναι υποχρεωμένος να ζήσει κάτω από τραγικές συνθήκες «πουλώντας» την εργασία του έναντι του μισθού και τελικά να βρει εκείνες τις μορφές αυτοοργάνωσης που θα του επιτρέψουν να εισπράξει τον μισθό: οι εργοδότες πλήρωναν στο τέλος του ταξιδιού αφού πολλοί ναύτες, μη αντέχοντας τις συνθήκες, έφευγαν στο πρώτο λιμάνι που έπιαναν τα ξύλινα καράβια της εποχής.

Η νέα αυτή κοινωνική τάξη αποκτά το δικό της γλωσσικό ιδίωμα, τους τρόπους συμπεριφοράς που οδηγούν στη στερεοτυπική κινηματογραφική εικόνα του μεθυσμένου που κάποιος τον πετάει έξω από μια παμπ κάπου στη Γλασκώβη, τα δικά της αποφθέγματα σοφίας, στην ευρεία χρήση των τατουάζ στον δυτικό κόσμο: μια δήλωση ατομικότητας και αποκλειστικότητας πάνω στο μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του ναυτεργάτη – το σώμα του.

Στη διάρκεια των πολέμων με την Ισπανία και την Ολλανδία, όπως εξάλλου και συνάδελφοί τους από αυτές τις χώρες, θα προτιμήσουν να ενταχθούν στα πειρατικά πληρώματα, παράνομοι και ελεύθεροι ή, αν είναι αρκετά ικανοί από κάθε άποψη για να τα καταφέρουν, να υπηρετήσουν στα πλοία των κουρσάρων που δρουν ως τμήμα της κρατικής πολεμικής μηχανής. Αυτή η διάκριση ανάμεσα στους ελεύθερους πειρατές και τους κουρσάρους, οι οποίοι παίρνοντας ειδικές κρατικές άδειες λεηλατούσαν τα εμπορικά πλοία με εχθρική σημαία κατά τη διάρκεια των πολέμων αποδίδοντας ένα τμήμα της λείας στο κράτος, σηματοδοτούσε μια άλλη ηθική διαμάχη ανάμεσα στους ίδιους τους ναυτεργάτες.

Ολοι πάντως αποτελούν γρανάζι της ίδιας μηχανής που, δουλεύοντας νυχθημερόν σε στεριά και πελάγη, κατέστησε το Λονδίνο έδρα των μεγαλύτερων περιουσιών επί της γης και το Σίτι την καρδιά του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Ολοι επίσης, πλοιοκτήτες και ναυτεργάτες, θα φέρουν στην Ευρώπη το ταμπάκο και άλλα εξωτικά προϊόντα, θα μεταφέρουν στοn Νέο Κόσμο υφάσματα, ζάχαρη και μπαχαρικά από τις αποικίες, ενώ θα ανταποκριθούν με συνέπεια στην ανάγκη των παλαιότερων αποίκων για επικοινωνία με τους γενέθλιους τόπους.

Εκπροσωπούν ίσως το σημαντικότερο κομμάτι των γενεών που ξεκίνησαν, έζησαν, απόλαυσαν και υπέστησαν τη Βιομηχανική Επανάσταση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ