ΒΙΒΛΙΟ

Στοχασμοί για τους ανιόντες

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΔΙΓΚΑ 
Το βιβλίο Νο 512
εκδ. Γαβριηλίδης

​​Η Κλεοπάτρα Δίγκα δεν είναι συγγραφέας, είναι ζωγράφος. Η ενασχόλησή της με τη γραφή θα μπορούσε να ιδωθεί σαν παραπλήρωμα της εικαστικής της φύσης, που εκδιπλώθηκε ελεύθερα και ανεξίθρησκα επί χρόνια πολλά, για να αγκαλιάσει τη σκηνογραφία και την εκπαίδευση· τα σύντομά της κείμενα, ιδίως όσα συγκεντρώθηκαν στο βιβλίο της «Θέση 44, παράθυρο» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2013) είναι μικρές αναλαμπές παρατήρησης, ψήγματα στοχασμού, έντονες πινελιές σ’ έναν νοερό καμβά, φωτογραφικά στιγμιότυπα παγιδευμένα σ’ έναν άγρυπνο, εσωτερικό φακό, αλιευμένα στον ηλεκτρικό, στον δρόμο, στα πολλά λεωφορεία με τα οποία αγαπά να ταξιδεύει η Δίγκα. «Το μάτι αγαπά τα πρόσωπα σαν τον φακό της μηχανής», έγραφε σ’ ένα από εκείνα τα ολιγόλογα κείμενα, με τίτλο «Κοιτάζοντας». «Ενα ηδονικό, σχεδόν, γλίστρημα πάνω σε ρυτίδες, σε βλέμματα, πυκνά ή άδεια, σε γωνίες χειλιών. Δεν είναι τα σχήματα που ερεθίζουν το μάτι. Είναι η δύναμη της ύλης». Η δύναμη της ύλης, η αλκή και η φθορά της, προσδίδει στη ζωγραφική της Κλεοπάτρας Δίγκα εκείνη τη διακριτή σωματικότητα την οποία εντόπισε από νωρίς η κριτική. Οπως και το αυτοβιογραφικό στοιχείο, εξάλλου: αδιάκοπα παρόν στο έργο της, αποτυπώνει ένα τεμαχισμένο εγώ το οποίο, θολά περιγραμμένο, ασυνεχές, πάντα αφήνει πίσω του αινιγματικά ίχνη. Εισάγοντας μέσα στο έργο της τον ίδιο τον εαυτό της, η καλλιτέχνις πασχίζει να αναδείξει την ψίχα του, απογυμνώνοντας από το περιττό την εικόνα της.

Το ίδιο λιτά, δίχως καλλιέπειες, ως συγγραφέας πια, καταδύεται στην οικογενειακή ιστορία στο «Βιβλίο Νο 512» (512 είναι ο αριθμός ενός «τετραγωνικού φρεσκοσκαμμένου χώματος, τριγυρισμένου από ένα τσιμεντένιο πεζούλι», όπου βρίσκονται τα «υπολείμματα των γονιών» της), επιχειρώντας να αποδώσει ένα είδος «οντολογικής δικαιοσύνης» στους αγαπημένους νεκρούς, να τους διαφυλάξει από έναν δεύτερο θάνατο, εκείνον της λησμοσύνης. Οι ιστορίες τους δεν της ανήκουν· μέσα από θραύσματα θα στήσει το ταπεινό της μνημείο, αρχαιολόγος του ελάχιστου και αυτή, αναζητώντας ανάμεσα από νεανικές φωτογραφίες, κατάστιχα, σκίτσα και αφηγήσεις την ουσία δυο υπάρξεων που την περιέχουν και τις περιέχει, αφού από εκείνες εκπορεύτηκε, αλλά που μοιραία την προδίδουν και τις προδίδει, αφού παρά την αγάπη, παρά την προσπάθεια να πυκνώσει η εγγύτητα, παρά τις εξιστορήσεις και τις εκμυστηρεύσεις, η εμπειρία του άλλου, έστω κι αν είναι (ή ίσως κυρίως αν είναι) γονιός μας, παραμένει πάντοτε αμετάδοτη.

Προχωρώντας, λοιπόν, μέσα από θραύσματα, η Κλεοπάτρα Δίγκα στήνει ένα θρυμματισμένο, ασυνεχές βιβλίο, όμοιο με τα πετάγματα της μνήμης, όμοιο με τη ρευστή υφή της. Αφηγείται την ιστορία ενός ζευγαριού, την ιστορία των γονιών της. Εκείνος, ένας ευκατάστατος αστός από τη Σμύρνη, που δεν το βάζει κάτω στις αναποδιές και τα χτυπήματα της μοίρας· εκείνη, Αθηναία, επίσης αστή, μεγαλωμένη στο κέντρο της πόλης, με τραυματισμένα παιδικά χρόνια. Ερωτεύονται, παντρεύονται, πέφτουν και ξανασηκώνονται, μεγαλώνουν παιδιά – τίποτε το εξαιρετικό, τίποτε το ιδιαίτερο. Ομως για την αρχαιολόγο-συγγραφέα, οι δυο εκείνοι γονείς που έχουν πια καταλήξει σ’ ένα «τετραγωνικό φρεσκοσκαμμένου χώματος», ενσώματα απόντες στον παροντικό χρόνο αλλά μηδέποτε απουσιάζοντας από τον εσωτερικό χρόνο και τόπο της γράφουσας, είναι «τα κομμάτια του εγώ έξω απ’ αυτό το ίδιο», όπως θα έγραφε ο Πολ Βαλερί στον κύριο Τεστ του, τον οποίο άλλωστε μνημονεύει η Δίγκα στην πρώτη σελίδα του βιβλίου της. Με άλλα λόγια, οι νεκροί μας είναι ο ζωντανός συμβολικός μας πλούτος – και η συγγραφέας τον θησαυρίζει ζηλότυπα μέσα σε εκατόν δέκα επτά μικρού σχήματος σελίδες. Δεν διευθετεί το χάος, δεν μακιγιάρει τα πρόσωπα, δεν κατατάσσει, ούτε υποτάσσει. Απλώς θυμάται – κι «όταν θυμάσαι τους άλλους, θυμάσαι τον εαυτό σου», όπως έγραψε ο Πολ Ρικέρ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ