Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Σε μια παλιά Μερσεντές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​​Εμφανίζονται ως συμβάντα σποραδικά, όμως αποτελούν διηνεκή καρπό της αναιμικής προνοιακής μας οργάνωσης και μέτρο του αφανούς εύρους του οικονομικού περιθωρίου. Σήμερα είναι ο 50χρονος με τη 16χρονη κόρη και τον 17χρονο γιο στα Χανιά. Χθες ήταν ο 26χρονος με τους ηλικιωμένους γονείς στoν Πειραιά, το ζευγάρι με τρία νήπια στη Ναύπακτο, η πενταμελής οικογένεια στο Ηράκλειο... Ολοι τους ζουν στο αυτοκίνητο. Είναι εκείνη η κατηγορία αστέγων, που προσπαθούν να κρατηθούν από το τελευταίο νήμα που τους συνδέει με την κανονικότητα. Μπορεί να παίρνουν ένα μικρό επίδομα ή να κάνουν μια δουλειά του ποδαριού, αλλά αδυνατούν να συντηρήσουν σπίτι και διαβιούν στο πλέον μοναδικό καβούκι ιδιωτικότητας, στο τελευταίο απομεινάρι, μαζί με το κινητό, από τα χρόνια της ευημερίας. Αστεγοι πολυτελείας, αν συγκριθούν με εκείνους που κοιμούνται σε χαρτόκουτα, σε παγκάκια, σε στοές, σε καροτσάκια σούπερ μάρκετ ή σε κάδους. Με ένα ιδιωτικό σημείο αναφοράς να συντηρεί κομμάτι της ταυτότητάς τους. Εχουν ακόμη ένα μέρος να λουφάξουν, σχετικά προφυλαγμένοι από τα σκανδαλισμένα, αδιάφορα ή συμπονετικά βλέμματα, από τον κίνδυνο τούτο το βράδυ να μη βγει, να δολοφονηθούν στην προσπάθεια να προστατέψουν την καβάτζα τους, να αρρωστήσουν βαριά, να χαθούν μέσα στο σκοτάδι του αλκοόλ για πάντα. Είναι κάπως σαν τον ήρωα του Μαρκ Οζέ στο «Ημερολόγιο ενός άστεγου», που έμενε στην παλιά του Μερσεντές, πλενόταν σε τουαλέτες σταθμών και «έκλεβε» από μακριά εικόνες από τις ζωές των άλλων.

Ομως η πραγματικότητα δεν έχει ίχνος ρομαντισμού. Αιφνίδια μετάβαση στην κόλαση της μόνιμης κακουχίας, σταδιακή ολίσθηση έξω από τον κύκλο που περικλείει τα όντα σε μια κοινότητα δραστηριοτήτων, αισθήματα ενοχής για την κοινωνική αχρηστία. Και λίγο λίγο χάνεται η εικόνα του εαυτού, η αλυσίδα των στερήσεων μεγαλώνει την απόσταση από όσους έχουν ένα μισθό, ένα κρεβάτι, ένα στρωμένο τραπέζι, δεν έχουν πέσει από μια τρύπα του κοινωνικού κόσκινου στην τάφρο της κρίσης.

Ζουν σε έναν κόσμο χωριστά, όλα μοιάζουν να τους αρνούνται. Ωστόσο δεν είναι ολότελα έξω από τη γεωγραφία του κόσμου, στην κοινωνία όλα συνδέονται. «Στο μυαλό μας ένας τυπικός άστεγος είναι ένα αηδιαστικό επικίνδυνο πλάσμα, που θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να δουλέψει ή να πλυθεί, και δεν θέλει τίποτ’ άλλο από το να ζητιανεύει, να πίνει και να κλέβει... Είναι τα πιο πειθήνια, συντετριμμένα άτομα που μπορεί κανείς να φανταστεί. Ο άστεγος δεν είναι άστεγος επειδή του αρέσει· ένας νόμος τον εξαναγκάζει να το κάνει. Δεν είναι κοινωνικά εξαμβλώματα, αλλά κανονικοί άνθρωποι...» έλεγε το 1933 ο Τζορτζ Οργουελ («Οι αλήτες του Παρισιού και του Λονδίνου») περιγράφοντας τις ώρες του άφραγκου παρία, που βιώνει τον κόσμο σαν «μια μπότα που τσαλαπατά το πρόσωπό σου ξανά και ξανά και συνέχεια».

Ο διαμένων σε Ι.Χ. βιώνει επιπλέον τον ίλιγγο του κενού, την παγερή έκθεση στην αβεβαιότητα, εκείνα τα δραματικά λεπτά πριν από την πτώση. Διότι, μετά το αυτοκίνητο, τι; Το θαύμα της επιστροφής σε σπίτι ή ο δρόμος; Προσωρινή η αλληλεγγύη, η καλοσύνη που εξιλεώνει και η ελεημοσύνη που ξορκίζει την ανοίκεια δυστυχία, σισύφεια η αποκόλληση από τον πυθμένα της υλικής απώλειας, τη ρίζα της δυσπραγίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ