ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ «Κ»

Δημήτρης Γόντικας: Το Πρίνστον είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την Ελλάδα

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

Εικονογράφηση: TITINA XAΛMATZH

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Πρόσφατα η πολύ καλή συνάδελφος, Μαρία Κατσουνάκη, σε πρωτοσέλιδο σχόλιό της στην «Κ» έγραφε: «Και στην Ελλάδα υπάρχουν νησίδες αριστείας, οάσεις έρευνας και καινοτομίας. Η διαφορά είναι ότι εδώ, σε σχέση με άλλες χώρες, το κάθε επόμενο βήμα πρέπει να γίνεται στις μύτες των ποδιών, αθόρυβα, σχεδόν στην παρανομία». Την αναφορά αυτή σκέφτηκα μετά τη συνάντηση με τον Δημήτρη Γόντικα, όταν τον άκουσα να μου μιλά με πάθος αλλά και με έγνοια όλα να γίνουν προσεκτικά και σε χαμηλούς τόνους, για το νέο σχέδιο του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών στο ιστορικό Πανεπιστήμιο Πρίνστον, να αποκτήσει μια «εστία» στην Αθήνα, ένα κέντρο ερευνών και μελέτης του ελληνικού πολιτισμού. Αλλωστε, όπως λέει ο ίδιος, «το Κέντρο μας στο Πρίνστον είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την Ελλάδα, τον τόπο και τους ανθρώπους. Προσφέρει ακαδημαϊκά προγράμματα στο Πρίνστον, σε ευθεία σχέση με το επιστημονικό και καλλιτεχνικό γίγνεσθαι εδώ». Η αρχή έγινε το 1979, όταν ιδρύθηκε στο Πρίνστον το Πρόγραμμα Ελληνικών Σπουδών με τη γενναία δωρεά-προικοδότηση του φιλέλληνα και απόφοιτου του Πρίνστον Στάνλεϊ Τζ. Σίγκερ που γνώρισε την Ελλάδα από το 1950, αγάπησε τον ελληνικό πολιτισμό στη διαχρονία του και μάλιστα απέκτησε ελληνική υπηκοότητα το 1974. Το Πρόγραμμα, καθώς κρίθηκε ιδιαίτερα επιτυχημένο, μετεξελίχθηκε στο, θεσμικά ισχυρότερο, Κέντρο Ελληνικών Σπουδών. «Η συνετή και μακρόπνοη διαχείριση αυτής της γενναίας προικοδότησης είναι πράξη κοινωνικής ευθύνης για τον καθένα μας. Ο ακαδημαϊκός δάσκαλος προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο πολλαπλά, με το να καλλιεργεί τον νηφάλιο λόγο και την αναλυτική σκέψη, προετοιμάζοντας ενεργούς πολίτες του κόσμου για να συμβάλουν στα κοινά και στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας» τονίζει.

– Ποιο είναι το επόμενο βήμα;

– Το νέο Κέντρο μας στην Αθήνα έχει ως στόχο την υποστήριξη υψηλού επιπέδου έρευνας στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες και την προώθηση των ελληνικών σπουδών. Σκοπεύουμε να ενισχύσουμε το ήδη ενεργό επιστημονικό μας δίκτυο συνεργασιών με Eλληνες πανεπιστημιακούς και ελληνικά ιδρύματα.

– Με ποια κεφάλαια δημιουργείται το νέο Κέντρο στην Αθήνα;

– Οι πόροι προέρχονται εξ ολοκλήρου από τα εισοδήματα που προκύπτουν από την προικοδότηση Σίγκερ, καθώς και από δωρεές αποφοίτων και φίλων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πρίνστον.

– Πού θα έχει την έδρα του;

– Σε ένα μικρό μεσοπολεμικό κτίριο που έχουμε ανακαινίσει με σεβασμό στην αρχιτεκτονική του ταυτότητα και με σύγχρονο εξοπλισμό. Επιλέξαμε μια αθηναϊκή αστική γειτονιά, στο Παγκράτι, με δυναμική, σε μικρή απόσταση από επιστημονικά ιδρύματα, μουσεία και βιβλιοθήκες.

Αποδοχή του «άλλου»

– Πώς βλέπετε, από το εξωτερικό, την Ελλάδα της κρίσης;

– Εργάζομαι στην Αμερική, αλλά οι επαγγελματικοί και προσωπικοί μου δεσμοί με την Ελλάδα είναι ισχυρότατοι. Αρα, έχω εικόνα από πρώτο χέρι. Παρά τα πάνδεινα της κρίσης σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, θεσμικό, κοινωνικό), η ελληνική κοινωνία έχει αντέξει. Δεν έχει διαρραγεί. Εκτιμώ ότι αυτό δεν οφείλεται στις δομές και στους προνοιακούς θεσμούς του κράτους που εν πολλοίς έχουν καταρρεύσει. Η ελληνική οικογένεια εμφορείται από αξίες, συνέχεται από μία αίσθηση αξιοπρέπειας, εκφράζει το ελληνικό φιλότιμο. Παρά την ύπαρξη ακραίων, αντιδημοκρατικών και βίαιων φαινομένων στον δημόσιο βίο, ο οικονομικός μετανάστης, πρώην «ξένος», έχει πλέον γίνει μέλος της κοινωνίας, τον αποδεχθήκαμε, σεβόμενοι –εν τέλει– και τη διαφορετικότητά του. Και πάμε στο αρχικό σας ερώτημα περί μείωσης της χρηματοδότησης για τις ανθρωπιστικές σπουδές. Η πολιτιστική ευελιξία να συν-υπάρξεις με τον «ξένο», να εξελιχθείς έτσι και εσύ, είναι αυτά που κουβαλάμε από αιώνες πολιτιστικών διαλόγων με τον «άλλο» – είναι ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που πρέπει να καλλιεργούμε, χωρίς οίηση βέβαια. Το βλέπουμε και στον τρόπο με τον οποίο έχουμε αντιδράσει ως κοινωνία στο προσφυγικό δράμα.

– Πιστεύετε ότι η Ελλάδα μπορεί να αναζητήσει λύσεις στην ελληνική διασπορά;

– Η ελληνική διασπορά από μόνη της δεν μπορεί να βρίσκει λύσεις για την Ελλάδα. Ομως, με στρατηγικό όραμα, φαντασία και εκατέρωθεν καινοτόμο σκέψη, «των Ελλήνων οι κοινότητες» μπορούν να μπολιάσουν τον τόπο μας με νέες ιδέες και ανθρώπους. Η ανακοπή/αναστροφή της φυγής ανθρώπινου δυναμικού και οι ισότιμες συνεργασίες με Ελληνες του εξωτερικού πρέπει να είναι προτεραιότητα για ένα άλμα πέρα από την κρίση.

Πριν από δύο αιώνες οι πρώτες υποτροφίες σε Ελληνες

«Στο σχολείο είχα καλή απόδοση και με αυτή την ορμή συνέχισα στο Πρίνστον. Το αμερικανικό σύστημα επιλογής μου έδωσε τη δυνατότητα να σπουδάσω θετικές επιστήμες, αλλά παράλληλα και ελληνικό πολιτισμό» λέει, μιλώντας για τα μαθήματα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Εντμουντ Κίλι και του Γ. Π. Σαββίδη που παρακολούθησε. Μέσα από τη διήγησή του παρουσιάζεται ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δεν εγκλωβίζει τους νέους στην πρώτη τους –ίσως «άγουρη»– επιλογή σπουδών, αλλά τους δίνει τη δυνατότητα να διερευνήσουν διαφορετικά πεδία έως ότου κατασταλάξουν. Παράλληλα με τα μεταπτυχιακά του στο ΜΙΤ, εργάστηκε στο Χάρβαρντ ως βοηθός στα μαθήματα Νεοελληνικής Γλώσσας και επόμενο βήμα ήταν η «μετακόμιση» στο Πρίνστον αποδεχόμενος την πρόκληση να διδάξει τη Νεοελληνική ως ξένη γλώσσα. Σύντομα, το ίδρυμα του ανέθεσε την οργάνωση του Προγράμματος Ελληνικών Σπουδών. Ηταν τότε μόλις 25 ετών.

«Το Πρίνστον έχει μακρά παράδοση υποτροφιών για Ελληνες φοιτητές. Οι πρώτοι δύο ξένοι φοιτητές που σπούδασαν με υποτροφία στο Πρίνστον ήταν Ελληνες! Το 1825 τους έφεραν από την Κεφαλονιά και τους παρουσίασαν στο πανεπιστήμιο ως απογόνους του Περικλή και του Πλάτωνα», λέει. «Εχω σταθεί εξαιρετικά τυχερός, αφού έχω τη μεγάλη τιμή να υπηρετώ τα ελληνικά γράμματα σε ένα κορυφαίο πανεπιστήμιο που καλλιεργεί τις ανθρωπιστικές σπουδές, σε ένα άψογο ακαδημαϊκό περιβάλλον όπου οι ελληνικές σπουδές έχουν γερά θεμέλια. Εχω την ευκαιρία να συνεργάζομαι με διακεκριμένους συναδέλφους –Εντμουντ Κίλι, Αλέξανδρο Νεχαμά, Πίτερ Μπράουν κ.ά.– που με το έργο τους αναδεικνύουν τις ελληνικές σπουδές διεθνώς και που υποστηρίζουν τη συλλογική μας προσπάθεια» τονίζει, και συμπληρώνει: «Από την πρώτη στιγμή, πέρα από τα προγράμματα σπουδών και τις ακαδημαϊκές θέσεις που θεσπίσαμε, ενισχύουμε καθηγητές και φοιτητές μας να έρχονται τακτικά στην Ελλάδα, για επιτόπια έρευνα και σπουδές, για συνεργασίες με τους Ελληνες ομολόγους τους. Συνδυάσαμε την ποίηση, την ζωγραφική και τη μουσική, τις τέχνες με τα γράμματα. Η διεπιστημονικότητα τότε δεν ήταν δεδομένη. Προσφέρουμε –μέσα από αυστηρά ανταγωνιστικές διαδικασίες– ερευνητικές υποτροφίες σε ξένους και Ελληνες επιστήμονες, συνεργαζόμαστε με ελληνικά μουσεία και ιδρύματα. Θελήσαμε το Πρόγραμμα και μετά το Κέντρο μας να αποτελέσει γέφυρα μεταξύ διαφόρων επιστημονικών πεδίων, ως σύνδεσμος μεταξύ του Πρίνστον και της Ελλάδας και ευρύτερα της Ανατολικής Μεσογείου».

Είναι απογοητευτικό που η αριστεία δεν έχει γίνει εθνικός στόχος

– Εν μέσω οικονομικής κρίσης και μείωσης της χρηματοδότησης, πώς πρέπει να δράσουν τα προγράμματα ελληνικών σπουδών ανά τον κόσμο για να επιβιώσουν;

– Κάθε ακαδημαϊκό πρόγραμμα χαράζει τη δική του στρατηγική, ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί. Ως γενική κατεύθυνση, τα προγράμματα, οι κοιτίδες νεοελληνικών σπουδών οφείλουν να αναζητήσουν τρόπους συνεργασίας με συναφή ακαδημαϊκά προγράμματα. Να γίνουν πιο ευέλικτα, συγκριτικά, εξωστρεφή και λιγότερο εξειδικευμένα και ελληνοκεντρικά. Μπορούν, π.χ., οι νεοελληνιστές ιστορικοί να συνεργαστούν με οθωμανολόγους, ενώ οι βυζαντινολόγοι να συνομιλούν με όσους μελετούν τον δυτικό μεσαίωνα ή και τον περσικό ή τον κινεζικό πολιτισμό. Απαιτείται, βέβαια, μακροχρόνια στρατηγική. Ωστόσο, το πρόβλημα της υποχρηματοδότησης των ανθρωπιστικών σπουδών είναι έντονο και ευρύτερο. Σε περιόδους κρίσης, οι πόροι κατευθύνονται στην τεχνολογία και στην επαγγελματική κατάρτιση. Και ίσως είναι εύλογο αυτό, ωστόσο τέτοιες επιλογές περιθωριοποιούν τις ανθρωπιστικές επιστήμες, και έτσι η κοινωνία χάνει. Οι επιστήμες του ανθρώπου βλέπουν πιο μακριά, αυτά που μας διδάσκουν οδηγούν σε έναν καλύτερο κόσμο, ανοίγουν πνευματικούς ορίζοντες, μας κάνουν πιο ανεκτικούς, πιο κοσμοπολίτες, συνειδητοποιημένα μέλη της κοινωνίας. Από τον διάλογο του παρελθόντος με το παρόν διδασκόμαστε πολλά, τα οποία δεν έχουν άμεση επίπτωση στο ΑΕΠ. Ωστόσο, η ευημερία των οικονομικών δεικτών από μόνη της δεν βελτιώνει τον κόσμο. Η σχέση του πολιτισμού με τη βάση και το εποικοδόμημα είναι σύνθετη. Αυτό που μελετάμε είναι οι εκφάνσεις πολιτισμού στο σπίτι και στην οικογένεια, στον δημόσιο χώρο, στην πλατεία, στην αίθουσα διδασκαλίας, στον χώρο της δουλειάς, αλλά και στις διαπροσωπικές σχέσεις, σε χώρους που δεν ελέγχονται από τις κεντρικές εξουσίες. Ο πολιτισμός βιώνεται και παράγεται αθόρυβα, υποδόρια, διαχρονικά.

Τα Συμβούλια των ΑΕΙ

– Πρόσφατα υπογράψατε κατά της υποβάθμισης που προωθεί η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας για τον ρόλο των Συμβουλίων στα ΑΕΙ, στα οποία μετείχαν διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και εσείς στο Συμβούλιο του Παντείου Πανεπιστημίου. Τι θα μπορούσε να προσφέρει σε ένα ελληνικό ΑΕΙ το Συμβούλιο;

– Υψηλή εποπτεία (κατά το σύστημα «checks and balances»), συντονιστικό ρόλο στη χάραξη στρατηγικής, προσέλκυση πόρων και διεθνείς διασυνδέσεις. Η στενή συνεργασία των Συμβουλίων με την ακαδημαϊκή κοινότητα και οι συναινετικές διαδικασίες είναι προϋποθέσεις για την επιτυχία της προσπάθειας.

– Ποιο θεωρείτε μείζον πρόβλημα των ελληνικών πανεπιστημίων;

– Δεν θέλω να απαντήσω επιγραμματικά και επιπόλαια σε ένα τόσο καίριο και σύνθετο θέμα. Μερικές σκέψεις: Στην Ελλάδα το δημόσιο πανεπιστήμιο είναι συγκεντρωτικό και διοικητικά δυσκίνητο ως προς τη δομή του. Οι παρεμβάσεις του κράτους συχνά δημιουργούν δυσλειτουργίες, αντί να λύνουν προβλήματα. Στον δυτικό κόσμο τα ΑΕΙ οργανώνονται με βάση τους δικούς τους στόχους και λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό αυτόνομα, υπό όρους διαφάνειας και συνεχούς (εσωτερικής και εξωτερικής) αξιολόγησης. Ενώ στον τόπο μας έχουμε σημαντικότατες κοιτίδες αριστείας και πάμπολλοι επιστήμονες –στην Ελλάδα και στη διασπορά– είναι καταξιωμένοι διεθνώς, πρέπει να μας προβληματίσουν σοβαρά οι χαμηλές επιδόσεις των ελληνικών ΑΕΙ στις διεθνείς κατατάξεις. Είναι απογοητευτικό το ότι η αριστεία δεν είναι εκπεφρασμένος εθνικός στόχος. Και είναι ευρύτερο το ζήτημα, αφορά όλη τη χώρα. Ο τρόπος που είναι οργανωμένη η κοινωνία, οι θεσμικές δομές σπάνια προσφέρουν κίνητρα για ευγενή άμιλλα υπό συνθήκες διαφάνειας. Ωστόσο, το ανθρώπινο δυναμικό υπάρχει, είναι ανταγωνιστικό και εξωστρεφές, αλλά δεν του δίνεται η δυνατότητα να ανθίσει. Βεβαίως, απαιτείται τόλμη και ψυχική γενναιοδωρία για να κάνεις τόπο στους νεότερους και στους άξιους, ώστε να δημιουργήσουν και να αναλάβουν ηγετικές θέσεις σε κέντρα αποφάσεων και σε θεσμούς.

– Μπορεί να αλλάξει το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο;

– Ε, τώρα τι ερώτηση είναι αυτή; Φυσικά και μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο, φτάνει να το θέλει πρωτίστως η ίδια η πανεπιστημιακή κοινότητα και βέβαια η Πολιτεία να το επιτρέψει θεσμικά και να το ενισχύσει οικονομικά. Πρέπει να υπάρχουν σχεδιασμός και στρατηγική, ιεράρχηση προτεραιοτήτων και όχι αποσπασματικές κινήσεις. Να γίνονται συνθέσεις, με βάση τα αντικειμενικά δεδομένα και τις αντοχές. Να συναφθούν συνεργασίες με κορυφαία ιδρύματα του εξωτερικού, να ενεργοποιηθούν στον μέγιστο βαθμό οι σχέσεις με την ελληνική επιστημονική διασπορά, με χώρους δημιουργικής σκέψης και με την υγιή επιχειρηματικότητα. Να επενδύσει η πολιτεία –ενίοτε και με συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα– στη γνώση και στην καινοτομία, με κριτήρια αξιοκρατικά.  Ατομα μόνα τους δεν μπορούν να φέρουν την αλλαγή, χρειάζονται ευρύτερες συναινέσεις και συνέργειες, πρέπει η κοινωνία να απαιτήσει την εξωστρέφεια και την αριστεία σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Η συνάντηση

Διάλεξε να γευματίσουμε στο εστιατόριο Fatsio, Ευφρονίου 5 στο Παγκράτι, καθώς είναι κοντά στο σπίτι του στην Αθήνα. Παρότι ακούγεται ιταλικό, το εστιατόριο προσφέρει καλή ελληνική και πολίτικη κουζίνα. Η οικογένεια Φάτσιου έχει καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη –εκεί διατηρούσε δύο εστιατόρια– αλλά από το 1969 ο Κωνσταντίνος Φάτσιος εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα ανοίγοντας εστιατόριο στο Παγκράτι. Επιλέξαμε γεμιστά, φασολάκια, κολοκυθάκια, γαύρο και φέτα λαδορίγανη, όλα εύγευστα, με το σέρβις υποδειγματικό. Ηπιε νερό, εγώ δύο (μικρές) μπίρες χωρίς αλκοόλ γιατί είχα κατόπιν άλλο επαγγελματικό ραντεβού. Ο λογαριασμός ήταν μόνο 27,5 ευρώ.

Oι σταθμοί του

1955
Γεννιέται στην Αθήνα.

1974
Αποφοίτηση από το Κολλέγιο Αθηνών.

1978
Πτυχίο Φυσικής στο Πρίνστον, μεταπτυχιακά στο ΜΙΤ.

1980
Λέκτωρ Νέων Ελληνικών, Πρίνστον.

1989
Αντιπρόεδρος Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, ΗΠΑ.

1999
Βιβλίο με C. Issawi, «Ottoman Greeks in the Αge of Νationalism».

2003
Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών.

2004
Βιβλίο με P. Bien κ.ά., «Greek Τoday: Α Course in the Modern Language & Culture».

2010
Διευθυντής του Κέντρου  Ελληνικών Σπουδών,  Πρίνστον.

2013
Βιβλίο με M. Brownlee,  «Renaissance Εncounters: Greek East & Latin West».

2016
Διευθυντής του Αθηναϊκού Κέντρου Ερευνών και Ελληνικών Σπουδών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ