Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Δημήτρης Παπαδημούλης: Το δόγμα «τουιτάρω, άρα υπάρχω»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Κανείς από τα 320 εκατομμύρια χρηστών του τουίτερ δεν είναι τόσο ετοιμόλογος, όσο νομίζει ότι είναι ο Δημήτρης Παπαδημούλης. Εχει τέτοια άνεση με το Μέσο που προλαβαίνει να σχολιάζει εκλογικά αποτελέσματα πριν καν καταγραφούν – όπως τότε που συνεχάρη το Podemos για τα έξιτ πολ που διαψεύστηκαν· προλαβαίνει ακόμη και να εξιχνιάζει εγκλήματα, πριν επιληφθούν οι ανακριτικές αρχές.

Ετσι, με το δάχτυλο στο πληκτρολόγιο, κυλάει η –τρόπος του λέγειν– πολιτική ρουτίνα του αντιπροέδρου του Eυρωκοινοβουλίου. Τη μια μέρα βαπτίζει τον αντιπρόεδρο της Ν.Δ. «ορφανό του Παττακού». Την επομένη παρουσιάζει τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως «όμηρο της Aκροδεξιάς». Τη μεθεπόμενη τον κατηγορεί ότι έχει γονιδιακή προδιάθεση να «πριμοδοτεί την αποστασία».

Το τουίτερ για τον Παπαδημούλη δεν είναι απλώς ένας πίνακας ανακοινώσεων. Εδώ και τρία χρόνια είναι το πιο κατάλληλο μέσο για να εξακολουθήσει να υπάρχει στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Είναι το βούκινο, διά του οποίου, από τα μετόπισθεν των Βρυξελλών, ο ευρωβουλευτής υπενθυμίζει την ύπαρξή του στο ίδιο του το κόμμα. Υπενθυμίζει στον Τσίπρα τη διαθεσιμότητά του.

Το λέει άλλωστε και ο ίδιος σε κάθε ευκαιρία. «Η κυβέρνηση πρέπει να αυξήσει την αποδοτικότητά της». «Να γίνει καλύτερη διαχείριση». «Να “τρέξουν” τα ζητήματα που έχουν βαλτώσει». «Να γίνει η κυβέρνηση Εθνική Ελλάδος».

Πρόκειται για εκκλήσεις που απέχουν μόνο μια βαθμίδα αυτοσυγκράτησης από το «Αλέξη, επιτέλους. Είμαι κι εγώ εδώ. Υπάρχω».

Δεν είναι ακατανόητη αυτή η ανάγκη για προσοχή – όπως την εκδηλώνει με τη μιντιακή υπερέκθεσή του ο Παπαδημούλης. Θα μπορούσε να του αναγνωρίσει κανείς ότι δικαιούται να ζητάει περισσότερα από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Το 2010, όταν η ευρωπαϊκή πτέρυγα του ΣΥΝ, στην οποία ανήκε, αποσπάστηκε για να συγκροτήσει τη ΔΗΜΑΡ, εκείνος έμεινε νομιμόφρων υπό τον Τσίπρα. Κι έκτοτε, παρότι έβλεπε τους ανασχηματισμούς να περνούν, κολλάει ευλαβικά ένσημα νομιμοφροσύνης, στηρίζοντας το τσιπρικό εγχείρημα ακόμη και στις πιο ριψοκίνδυνες φάσεις του.

Παρά τις προσπάθειες, ο Παπαδημούλης δεν κατόρθωσε μέχρι σήμερα να δραπετεύσει από τη μοναξιά του περιφερειακού στελέχους. Η αποτυχία δεν τον έχει πτοήσει. Αντιθέτως. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι τον έχει εξωθήσει σε ένα αντιπολιτευτικό ρεπερτόριο, που υπερακοντίζει την κομματική ορθοδοξία. Είτε ξεθάβει αντιδεξιά κλισέ περί χούντας και αποστασίας είτε φοράει την κορδέλα του success story, καταλήγει να παπαγαλίζει τη γραμμή σε τόνο οξύτερο του πρωτοτύπου.

Το ρεπερτόριο δεν είναι μόνο ατελέσφορο για την καριέρα του Παπαδημούλη. Είναι τουλάχιστον αμφίβολης αποδοτικότητας και για τη μοίρα του ΣΥΡΙΖΑ. Η οξύτητα και η σκανδαλοθηρία συσπειρώνουν όταν υπάρχει ακροατήριο να συσπειρωθεί.

Η περίπτωση του ακούραστου Παπαδημούλη χρησιμεύει πάντως και ως μέτρο για να ζυγίσει κανείς κατά πόσον ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ικανός να δικαιώσει τις προσδοκίες που επιμένουν ακόμη και σήμερα να προβάλλουν πάνω του ορισμένοι παράγοντες της Κεντροαριστεράς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, έλεγαν, κυβερνώντας θα αλλάξει. Θα εξελιχθεί σοσιαλδημοκρατικά, όχι μόνο μέσω της ώσμωσης με τις γειτνιάζουσες δυνάμεις του Κέντρου, αλλά ενεργοποιώντας και τις λίγες εφεδρείες ευρωπρεπούς Αριστεράς που διέθετε – όπως ο Παπαδημούλης.

Μέχρι στιγμής, η μόνη ώσμωση για την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ αποδείχτηκε πρόσφορος είναι εκείνη με τους Ανεξάρτητους Ελληνες. Αντίστοιχα, ούτε στο εσωτερικό του έδειξε ότι διαθέτει δυνάμεις ικανές να τον οδηγήσουν στη μεταστροφή που οι απολογητές του εξακολουθούν να φαντάζονται ως «κυβερνητική ωρίμανση».

Αν κρίνει κανείς από το παράδειγμα του Παπαδημούλη, συμβαίνει μάλλον το αντίθετο. Τα πιο μετριοπαθή στοιχεία προσαρμόζονται στο κυρίαρχο συριζαϊκό υπόδειγμα, προκειμένου να βρουν μια θέση στη σκηνή της διακυβέρνησης.

Αντί να λειανθούν, οι ροπές του προκυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ καθιερώνονται ως ανεξαίρετος κανόνας. Δεν έγινε ο Πολάκης Παπαδημούλης. Ο Παπαδημούλης γίνεται Πολάκης. Πολάκης άνευ χαρτοφυλακίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ