ΒΙΒΛΙΟ

Ανάμεσα στην οδύνη και στο έλεος

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΡΑΜΟΣ
Ανάμεσα στους τοίχους
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 208

Σ​​το έργο του Γιώργου Μπράμου το άτομο στέκεται περιδεές απέναντι σε μια Ιστορία που το περιγελά και μια κοινωνία που το απομονώνει· συνθλίβεται από τα πάθη του, καμιά φορά ακατανόητα και για το ίδιο, και καταρρέει σαν πάνινη κούκλα, αποσβολωμένο από την ένταση της συντριβής του, και γι’ αυτό βουβό. Στα διηγήματα και στα μυθιστορήματά του ζητούν να ακουστούν οι ηττημένοι, οι ανέστιοι, οι πλάνητες, όσοι ταμπουρώθηκαν σε μιαν άκρα ακινησία, σαν πίσω από ανάχωμα στις επιθέσεις της μοίρας. Και σ’ αυτήν την τελευταία συλλογή, με χαρακτηριστικό τίτλο «Ανάμεσα στους τοίχους» πρωταγωνιστούν άνθρωποι που είτε τους παρέσυρε στο διάβα της η Ιστορία ξεβράζοντάς τους σε μια χαμοζωή είτε τους τσάκισαν τα λάθη και τα πάθη άλλων· άνθρωποι στεγνωμένοι από τη στέρηση, ακυρωμένοι από τις ματαιώσεις, ανέγγιχτοι από χάρη και από χαρά.

Κι όμως η χάρη έρχεται, αναπάντεχη όσο και φευγαλέα, συχνά περιβεβλημένη το ένδυμα του έρωτα. «Ο έρωτας, ο ξαφνικός, επιπόλαιος, γελοίος, αδιέξοδος –όπως θέλεις πες τον– έρωτας είναι το μεγαλύτερο δικαίωμα του ανθρώπου, το ακρογωνιαίο συστατικό της ελευθερίας του», γράφει ο Μπράμος. Κι ας έχει αυτός ο περιύμνητος έρωτας προνομιακούς αποδέκτες – τα νιάτα και την ομορφιά. Κι ας είναι οδυνηρά και επικίνδυνα τα αταίριαστα ζευγαρώματα. «Ποιο είναι το σημάδι πως όλα στερεύουν; Να ακουμπάς τρυφερό δέρμα και το δικό σου να ’ναι μαραμένο», διαβάζουμε. Αλλά όταν τα σώματα είναι ισότιμα, κουρασμένα και άπραγα, καθώς τα έχει προσπεράσει η ζωή κι ο χρόνος τους λιγοστεύει, ίσως και να ευλογηθούν από τη μοιρασμένη χαρά και να φωτίσουν και τους άλλους γύρω τους.

Είναι ένας κόσμος συντεθλιμμένος από το ανεύρετο, το ανέφικτο και το ανείπωτο, ο κόσμος του Μπράμου. Μυστικά, που οι άνθρωποι «κρύβουν σε ντουλάπια, κάτω από στρώματα, σε σπηλιές της θάλασσας», σιωπή που έρχεται να καλύψει όπως όπως τα τραύματα, χωρίς βέβαια να τα επουλώσει –αντίθετα, αφήνοντάς τα ανοιχτά, να χαίνουν και να βασανίζουν κι εκείνους που κρατούν το μυστικό τους κι εκείνους που το υποπτεύονται και ζητούν εναγώνια να το μάθουν– εμφύλιες μάχες που σάρωσαν πριν από μερικές δεκαετίες την Ελλάδα, κληροδοτώντας στους νεότερους βλαστούς της απορίες και θολά ερωτήματα, αποδημία όχι σε αναζήτηση καλύτερης μοίρας, αλλά της λήθης, κι επιστροφή, όταν υπάρχει επιστροφή, είτε ως τέφρα προορισμένη να σκορπιστεί στον «αγρό του αίματος», τον τόπο της προδοσίας, είτε ως σκιά, ξένη σκιά κι αγνώριστη από τους οικείους.

Ο Μπράμος μιλάει για την ανεπίστρεπτη φθορά, τη μοναξιά, την απουσία μέλλοντος. Μιλάει για τις εμμονές, τη μικροψυχία, τη μισαλλοδοξία, ακόμη και τον εσωτερικό ρατσισμό της επαρχίας, με ειρωνεία που σπάει κόκαλα. «Υπήρχαν αρκετοί που είχαν έρθει κυνηγημένοι από τον Πόντο», γράφει, «κάποιοι νόμιζαν ότι κατάγονταν απευθείας από τους αρχαίους Τεγεάτες και Μαντινείς, άλλοι, πιο φαντασμένοι, ιδιαίτερα όσοι είχαν καταγωγή από τη Γορτυνία, αναζητούσαν τίτλους ευγενείας σε Φράγκους και Βενετσιάνους. Δεν υπήρχε ούτε ένας που να παραδεχόταν πως ήταν τουρκόσπορος, κανείς δεν θυμόταν πως από εδώ πέρασαν σλαβικά φύλα και κανένας πάλι δεν έψαχνε αν ήταν Εβραίος, γιατί τα παλικάρια του Κολοκοτρώνη, στην άλωση της Τριπολιτσάς, δεν άφησαν ίχνος από τη φυλή που, όπως λένε οι γιαγιάδες και οι θρησκευόμενοι, σταύρωσε τον Χριστό. Η ντροπή να ανήκεις σε αίμα εχθρών είναι πολύ δυνατό και αποτρόπαιο αίσθημα για τους Τριπολιτσιώτες». Είναι αυτοί που ό,τι δεν κατανοούν το απεχθάνονται και το καταδιώκουν – κι αν ανέχονται τον Εβραίο αποσυνάγωγο, που καταλήγει στα μέρη τους σ’ ένα από τα διηγήματα της συλλογής, είναι από ιδιοτέλεια, όχι από συμπόνια.

Οι ήρωες του Μπράμου είτε «βασανίζονται από την καταφρόνια του περίγυρου» είτε «τα ’χουν καλά με τον εαυτό τους, γιατί αυτός ήταν ο δρόμος της ζωής τους· δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν να κάνουν διαφορετικά». Κι ίσως αυτοί οι τελευταίοι να αξιωθούν μια στάλα χαράς, μια σταγόνα τρυφερότητας, αφού η ζωή δεν είναι καταδικασμένη ανεπίστρεπτα στον ζόφο. Οχι; Τότε γιατί ο Μπράμος αναρωτιέται, μαζί με τον καταχραστή υπάλληλο του πρώτου αφηγήματος: «Τι είναι ο άνθρωπος; Η σκοτεινή πλευρά του είναι όλο του το φως;». Είναι ένα αναπάντητο ερώτημα, που αιωρείται πάνω από το σπαρακτικά ανθρώπινο αυτό βιβλίο, σαν παντοτινά ανεπίλυτη απορία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ