Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πέτερ Σόοφ: Ενέδρες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Όταν δρας, σε κατηγορούν για παρεμβατισμό. Κι όταν αδρανείς, σε κατηγορούν για απάθεια. Αυτή είναι η θέση της υπερδύναμης που αποφεύγει να συστήνεται ως υπερδύναμη. Που, εκτός από την αναμενόμενη πολιτική καχυποψία, έχει να αντιμετωπίσει και το προπατορικό στίγμα.

Τα τελευταία τριάμισι χρόνια, ο Πέτερ Σόοφ εκπροσώπησε τη Γερμανία στην Ελλάδα με παροξυμένους αυτούς τους κινδύνους. Το όνομά του θα μπορούσε πολύ εύκολα να είχε γίνει πρωτοσέλιδο από μια λάθος φράση, από μια λάθος κίνηση. Ο Γερμανός πρεσβευτής παρέμεινε άγνωστος για το μεγάλο κοινό όχι επειδή κρυβόταν, αλλά επειδή είχε τη διπλωματική ευφυΐα να εμφανίζεται χωρίς να αφήνει ούτε ψιχίο για το χάσκον στόμα του αντιγερμανισμού.

Ο Σόοφ σύρθηκε στο ξέφωτο της δημοσιότητας στο τέλος της θητείας του στην Ελλάδα, με τρόπο που δεν μπορούσε να υπολογίσει: Επεσε θύμα πολιτικής ενέδρας. Το οξύμωρο είναι ότι θα μπορούσε να είχε αποφύγει και την ενέδρα, εάν είχε επιλέξει να βρεθεί με τους προέδρους της ελληνικής και της γερμανικής δημοκρατίας στα εγκαίνια της Documenta, που έγιναν την ίδια ημέρα στο Κάσελ. Προτίμησε, λένε, το Δίστομο. Την ενέδρα, σύμφωνα με τους αυτόπτες, χειροκρότησε μόνο η συμπεριοδεύουσα κλάκα. Ως ζωντανός γνώμονας ιστορικότητας –ως αληθινό θύμα των αληθινών ναζί– ο Γλέζος αποκάλυψε την απόπειρα καπηλείας με τέτοια βουβή έμφαση, που αρκούσε για να ξεκολλήσει τις παρωπίδες και των πιο φανατικών. Θα είχε προκαλέσει το «χάπενινγκ» τον ίδιο αποτροπιασμό, αν δεν τύχαινε να είναι εκεί ο Γλέζος για να το απονομιμοποιήσει ακαριαία;

Μάλλον ναι, λέει η αισιόδοξη εκδοχή. Εχοντας εξακοντιστεί στην άκρη του μίσους, έχοντας εξαντλήσει εμπρηστικά τις σβάστικες και τον Εμφύλιο, η δημόσια ζωή φαίνεται σαν να έχει αρχίσει να αποτοξινώνεται από το μίσος. Οι αντιευρωπαϊστές εξελίχθηκαν σε ευρωρεαλιστές. Οι μερκελοφάγοι έγιναν μερκελόφιλοι. Μέχρι και ο Γλέζος δεν είναι πια ο Γλέζος της πλατείας. Οσο για εκείνους που έσκαβαν την υφαλοκρηπίδα της Ιστορίας, αναζητώντας κοιτάσματα πολεμικών αποζημιώσεων –αξίας 341 δισ.!– βρίσκονται πια στο πολιτικό περιθώριο.

Υπάρχει όμως και η απαισιόδοξη εκδοχή. «Δεν αντέχω να το δω», ήταν η κοινή αντίδραση στο βίντεο από το Δίστομο. Στην πραγματικότητα, ισχύει το αντίθετο. Είναι τέτοια η ωμότητα αυτών των προκλήσεων που δεν αντέχει κανείς να μην τις δει. Κάπως έτσι, με αλυσιδωτά παραληρήματα που ανατίναζαν κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας και κοινής λογικής, η προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ βοήθησε τα αμερικανικά ενημερωτικά δίκτυα να κάνουν ρεκόρ τηλεθέασης. Ηταν τόσο αποκρουστικό το πολιτικό σπλάτερ, που δεν μπορούσε κανείς να του αρνηθεί το βλέμμα του.

Αποτρόπαιος και τηλεφωτογενής ταυτόχρονα, ο εθνικολαϊκιστικός εξτρεμισμός –ο δίδυμος του αντιγερμανισμού– δεν είναι πια κυρίαρχο ρεύμα. Δεν διεκδικεί την καθέδρα της Βουλής. Διεκδικεί όμως λίγα έδρανα σαν ερυθρό κάτοπτρο της Χρυσής Αυγής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ