ΒΙΒΛΙΟ

Καλοκαιρινή μελαγχολία

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Π​​ριν από λίγες ημέρες η καλή συνάδελφος Τασούλα Επτακοίλη πόσταρε στη σελίδα της στο Facebook τον πίνακα του Εντουαρντ Χόπερ που συνοδεύει το σημερινό σημείωμα. Τον είδε ο κύριος Γκρι και αναφώνησε εκστασιασμένος. Λατρεύει τον Αμερικανό ζωγράφο, αλλά πρώτη του φορά έβλεπε το συγκεκριμένο έργο.

«Ground Swell» ο τίτλος του, παραπέμπει στην ανήσυχη θάλασσα που φουσκώνει επικίνδυνα. «Ο Χόπερ ήταν πάντοτε ταυτισμένος στο μυαλό μου με αστικά τοπία, με νουάρ ατμόσφαιρες, μοναχικές φιγούρες, άνδρες και γυναίκες είτε σε γυμνά δωμάτια είτε σε σκιερούς δρόμους και άδεια καφέ. Πέρα από κάτι θαυμάσιους φάρους, δεν θυμάμαι πολλά θαλασσινά θέματα στα έργα του. Κι αυτό το έργο είναι τόσο, μα τόσο ωραίο», σχολιάζει ο κύριος Γκρι.

Κι όμως, ο Χόπερ λάτρευε τη θάλασσα από την εποχή που μεγάλωνε σε ένα λιμάνι της Νέας Υόρκης, παρατηρώντας τον ποταμό Χάντσον να χύνεται στον Ατλαντικό. Μεγαλώνοντας, έχτισε ένα σπίτι, μαζί με το εργαστήρι του, στο Νότιο Τρούρο της Μασαχουσέτης, κοντά στο παραθαλάσσιο Κέιπ Κοντ, αγαπημένο καλοκαιρινό θέρετρο για τους Αμερικανούς της Ανατολικής Ακτής. Εκεί, ο σπουδαίος ζωγράφος έζησε με τη γυναίκα του και φιλοτέχνησε σειρά ελαιογραφιών και υδατογραφιών με θαλασσινά θέματα – εξ ου και οι φάροι. Το ακρωτήρι του Κοντ είναι γεμάτο από μυστηριώδεις, μοναχικούς, αλατισμένους φάρους που τον γοήτευσαν.

Τρεις ηλιοκαμένοι νέοι άνδρες, μία κοκκινομάλλα και ακόμα ένα κεφάλι αδιευκρίνιστου φύλου που μόλις και διακρίνεται πάνω σε ένα μικρό ιστιοφόρο, όλοι παρατηρούν με εξημμένη περιέργεια έναν κωδωνοφόρο σημαντήρα ή απλώς σημαδούρα. Ως γνωστόν, οι σημαδούρες τοποθετούνται στα ανοιχτά προς επισήμανση συγκεκριμένου σκοπού και η συγκεκριμένη φέρει μια καμπάνα, κυριαρχώντας το κέντρο του έργου, έρμαιο στους αλλεπάλληλους κυματισμούς μιας θάλασσας ειδυλλιακής μα και ανήσυχης. Στον γαλανό ουρανό, κυριαρχούν Θύσανοι, τύποι νεφών που όχι σπάνια είναι αγγελιοφόροι επικείμενης καταιγίδας.

«Μια απατηλή γαλήνη απλώνεται παντού», σχολιάζει ο κύριος Γκρι, παρατηρώντας τον πίνακα υπνωτισμένος. «Πώς το κάνει αυτό ο Χόπερ; Να επικρατεί τέτοια γαλήνη, ακόμα και μια ηδονιστική, αισθησιακή ατμόσφαιρα καλοκαιριού, μα τα πάντα να τυλίγονται την ίδια στιγμή από ένα αίσθημα μόνωσης και απειλής; Κοίταξέ τους· κανένας δεν μιλάει και κανένας δεν κουβεντιάζει. Μόνοι τους σαν τα “μεσονύκτια γεράκια”, τους απομονωμένους νυχτερινούς πότες του γνωστότερου έργου του, οι άνθρωποι αυτοί κινδυνεύουν αλλά δεν μοιάζουν να έχουν ο ένας τον άλλο για να αντιμετωπίσουν αυτό τον κίνδυνο, όποιος κι αν είναι αυτός».

Ο Χόπερ δούλεψε αυτό το έργο από τον Αύγουστο έως τις 15 Σεπτεμβρίου του 1939, όταν ο κόσμος βυθιζόταν στον πόλεμο. Ο κύριος Γκρι ακούει το σχόλιό μου και μορφάζει. «Ναι, εντάξει, ίσως είναι αυτό, κάπου στον αέρα. Εγώ όμως θα κρατούσα απλώς την αιφνιδιαστική μελαγχολία που μπορεί να φέρει, ύπουλα, υπόγεια, το ίδιο το καλοκαίρι. Απλώς και μόνον επειδή είναι καλοκαίρι. Τόσο γαλάζιο και όμως τίποτα ποτέ να μην είναι αθώο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ