ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Ενα 24ωρο με την κριτικό λογοτεχνίας Κατερίνα Σχινά

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Κατερίνα Σχινά: «Υπάρχουν και οι μέρες που αγαπώ –Δευτέρα, Παρασκευή, Σάββατο– οι μέρες που μένω σπίτι, διαβάζω, μεταφράζω, γράφω για μένα, μαγειρεύω για φίλους, και... όχι, δεν πλέκω πια».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Χρονογραμμή

08.00 - 12.00

Ξυπνάω πρωί, φτιάχνω καφέ ή μάλλον καφέδες, διαβάζω εφημερίδα ή μάλλον εφημερίδες – ανήκω στη μειοψηφία, δεν ενημερώνομαι από το Διαδίκτυο. Οταν έχω κέφι και χρόνο, φτιάχνω και πρωινό – παράξενα παρασκευάσματα που μάλλον απωθούν τους οικείους μου, πασπαλισμένα με υπερβολικές δόσεις κανέλας (επιβίωση μιας παιδικής εμμονής). Χρειάζομαι τουλάχιστον μία ώρα ολότελα δική μου, όταν το σπίτι είναι ακόμη σιωπηλό, προτού εφορμήσω στην ασθματική μου καθημερινότητα, κι αυτή την ώρα την περνάω στην περίκλειστη από φυτά βεράντα, φυτά που όλο και με αποσπούν, μ’ ένα ξεραμένο τους κλαδί, ένα μαραμένο λουλουδάκι που ζητάει νερό επειγόντως. Βγάζω βόλτα το σκυλί. Ξαναγυρίζω στο σπίτι. Πλάθω τον κιμά για τα μπιφτέκια, τον αφήνω στο ψυγείο (ίσως δεήσει η κόρη μου να τα βάλει στο φούρνο, αν και δεν είναι βέβαιο). Μαζεύω χαρτιά, βιβλία, καμιά φορά βάζω στην τσάντα μου και τον υπολογιστή μου, όταν η μέρα μου προβλέπεται μακρά, με κενά ανάμεσα στις δουλειές, που τα περνάω στα καφενεία δουλεύοντας. (Παλιά συνήθεια, εφηβική, τα καφενεία. Ισως η μακρά θητεία στις εφημερίδες να μ’ έμαθε να συγκεντρώνομαι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, κι έτσι ο βόμβος των θαμώνων, τα παραγγέλματα των γκαρσονιών, οι ήχοι από τα κουταλάκια φτιάχνουν ένα κουκούλι μέσα στο οποίο εγκαθίσταμαι πανευτυχής και... αποδίδω.) Κατά τις δέκα και μισή, είμαι στον δρόμο. Υπάρχουν, βέβαια, και μέρες που τα πρωινά είναι πιο μακρόσυρτα, οι μέρες που αγαπώ –Δευτέρα, Παρασκευή, Σάββατο– οι μέρες που μένω σπίτι, διαβάζω, μεταφράζω, γράφω για μένα, μαγειρεύω για φίλους, και... όχι, δεν πλέκω πια.

11.00 - 19.00

Στη δουλειά μου, στον εκδοτικό οίκο. Κάνω μια μεγάλη βουτιά στον ξένο Τύπο, διαβάζω βιβλία ολόκληρα σε ηλεκτρονική μορφή, γράφω σύντομες αξιολογήσεις γι’ αυτά που διαβάζω, κατά κύριο λόγο μυθιστορήματα, σπανιότερα διηγήματα που στέλνουν στον εκδοτικό ξένα πρακτορεία ή εκδότες εν είδει πρόσκλησης ενδιαφέροντος. Οι αναρίθμητες σελίδες που καταναλώνω καθημερινά, συνήθως στα αγγλικά, με κάνουν, καμιά φορά, να μελαγχολώ: σκέφτομαι πόσο καλή λογοτεχνία γράφεται στα ελληνικά –συγκριτικά με όσα, υποχρεωτικά, διαβάζω– πόσο πιστά ακολουθεί η πλειονότητα των νέων, γενναία αμειβόμενων με δυσθεώρητες προκαταβολές, ξένων συγγραφέων μια πολύ διαδεδομένη συνταγή (ένα οικογενειακό μυστικό, καλά κρυμμένο επί δεκαετίες, που ξαφνικά αποκαλύπτεται ανατρέποντας δραματικά τη ζωή των ηρώων, π.χ.) και πόσο διαφορετικά, ευφάνταστα, έξυπνα και απροσδόκητα βιβλία γράφουν συχνά οι Ελληνες ομότεχνοί τους, βιβλία που θα είχαν θαυμάσιες προοπτικές, αν η γλώσσα μας δεν ήταν τόσο μικρή, αν η προώθηση του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό γινόταν συστηματικά και οργανωμένα, αν... αν... Η ώρα περνάει γρήγορα, σχεδόν δεν την καταλαβαίνω. Εχοντας δουλέψει χρόνια ολόκληρα από το σπίτι (τη λησμονημένη πια εποχή της «Βιβλιοθήκης» της «Ελευθεροτυπίας» ανέβαινα μόνο μία φορά την εβδομάδα στο κτίριο της εφημερίδας στον Νέο Κόσμο) την ατμόσφαιρα του γραφείου την απολαμβάνω.

19.00 - ...

Επιστροφή στο σπίτι, επιτέλους συνάντηση με την κόρη μου, μαγειρική, φίλοι (κυρίως δικοί της), κι όταν το φέρει η στιγμή, συζητήσεις επί παντός επιστητού (αν και η πολιτική έχει την πρωτοκαθεδρία) ώς τις μικρές ώρες. Υπήρξα μαμά πολλών παιδιών όσο μεγάλωνα το δικό μου, κι αυτές οι ώρες της ισότιμης, πια, συνομιλίας με νέους που γνωρίζω απ’ τα μικράτα τους, είναι ένα δώρο που εξανεμίζει την κούραση της ημέρας. Είναι έξυπνοι, φλογεροί, έχουν όνειρα και επιδιώξεις, και πολύ συχνά με αιφνιδιάζουν με την καθαρότητα της σκέψης, με την ακρίβεια της ανάλυσης· ακόμη κι όταν παίρνει το πάνω χέρι η απαισιοδοξία τους –ένας τραχύς ρεαλισμός που τείνει ενίοτε προς τον κυνισμό– δεν τους βαραίνει η σκιά της παραίτησης. Είναι βέβαια και φορές που γυρίζω σπίτι πολύ μετά τα μεσάνυχτα. Και τότε, μπαίνω αθόρυβα, οσμίζομαι την ατμόσφαιρα, οι πάντες λείπουν, ευτυχώς και το σκυλί. Ανοίγω το ψυγείο για ένα ποτήρι νερό και διαπιστώνω πως εκείνα τα μπιφτέκια που ετοιμάστηκαν βιαστικά, «να έχει κάτι να φάει το παιδί», βρίσκονται, άψητα ακόμη, στο πάνω πάνω ράφι.

​​To βιβλίο της Κατερίνας Σχινά «Μυστικά του συρταριού – Η τέχνη και οι τεχνίτες της ημερολογιακής γραφής» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ