ΜΟΥΣΙΚΗ

Sweeney Todd, η ελληνική εκδοχή δοκιμάστηκε στο Ηρώδειο, άντεξε και χειροκροτήθηκε

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Οι πρωταγωνιστές Χάρης Ανδριανός και Νάντια Κοντογεώργη στην ελληνική εκδοχή του διάσημου μιούζικαλ «Sweeney Todd», με τις πολλές συμφωνικές και οπερατικές αξιώσεις.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΘΗΝΑΪΚΑ PLUS

Αν ακούσατε για το «Sweeney Todd», σημειώστε ότι θα επαναληφθεί στο Ηρώδειο, στις 31 Αυγούστου. Η πρεμιέρα του, πάντως, το περασμένο Σάββατο είχε όλα τα στοιχεία μιας μουσικής και θεατρικής φαντασμαγορίας, ή έστω είχε αυτό που περιμένει κανείς: θέαμα, μουσική, ερμηνεία. Απόλαυση να είσαι στο Ηρώδειο και να είσαι μέτοχος, έστω και με την ιδιότητα του απλού θεατή, μιας 100% ελληνικής παραγωγής ενός διάσημου μιούζικαλ, όπως είναι το «Sweeney Todd», η δημιουργία του Στίβεν Σόντχαϊμ.

Από το 1979, που ανέβηκε στο Μπρόντγουεϊ, πέρασε στην ποπ κουλτούρα με έναν τρόπο, πλέον, ανεξίτηλο, όπως έδειξε και η κινηματογραφική εκδοχή του Τιμ Μπάρτον με τον Τζόνι Ντεπ (2007). Αλλά η ιστορία του «Sweeney Todd», που η βάση του, με τον κουρέα-δολοφόνο, ήταν ένας αστικός θρύλος του βικτωριανού Λονδίνου, είναι παλιά, και από την πρωτογενή αυτή ρίζα διατηρεί πολλά και η εκδοχή που παρουσίασε ο Γιώργος Πέτρου με την Καμεράτα και εκλεκτό 26μελή θίασο.

Ακούραστος, ακατάβλητος, ανεξάντλητος, ο Γιώργος Πέτρου που διηύθυνε την Καμεράτα ήταν ο άνθρωπος που παρουσίαζε τη δική του ιδέα, την αναγέννηση δηλαδή αυτού του έργου με τα τόσα σκηνικά και μουσικά ερεθίσματα. Ο ίδιος το έχει μεταφράσει και σκηνοθετήσει, το έργο πήγαζε από μέσα του καθώς διηύθυνε την πάντα ευέλικτη Καμεράτα, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι το «Sweeney Todd» είναι επίσης, αν όχι πρωτίστως, ένα έργο χαρακτήρων, οι ηθοποιοί-τραγουδιστές, δηλαδή, έρχονται να κατοικήσουν το μυαλό του θεατή. Γέμισε το Ηρώδειο, λίγο λίγο, με την γκροτέσκ ατμόσφαιρα του Λονδίνου, όπως εύκολα μπορεί κανείς να συνθέσει ως απόηχο από τα λαϊκά μυθιστορήματα σε συνέχειες που διάβαζαν οι επιβάτες στα βικτωριανά τρένα.

Δεν είναι εύκολο να αναμετρηθείς με ένα τόσο αναγνωρίσιμο μιούζικαλ και να κερδίσεις το χειροκρότημα. Γιατί αυτό που πέτυχε ο Γιώργος Πέτρου και οι συνεργάτες του ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Το σκηνικό του Πάρι Μέξη ήταν ευρηματικό στη λειτουργικότητά του, τα κοστούμια της Γιωργίνας Γερμανού θαυμάσια και ατμοσφαιρικά, οι φωτισμοί του Γιώργου Τέλλου δημιουργούσαν τα απαιτούμενα κοντράστ και η κίνηση της Ζωής Χατζηαντωνίου χορογραφούσε κάθε σκηνή.

Αλλά το κοινό θέλει πρωταγωνιστές και εδώ είχε πολλούς να χειροκροτήσει. Συμβαίνει συχνά, ηθοποιοί του θεάτρου και τραγουδιστές της όπερας να συνυπάρχουν στην ίδια διανομή, και εδώ έτσι ήταν, αλλά όλα ήταν καλοκουρδισμένα, με πολύ χιούμορ, ακρίβεια, ζυγισμένες κινήσεις και, ναι, πολύ όμορφα ελληνικά (με μέτρο, καθαρότητα, οικονομία και χωρίς εκζήτηση).

Εχει έναν ή δύο πρωταγωνιστές το έργο; Εχει πολλούς, και ήταν καλοί έως πολύ καλοί, σε ένα σύνολο που έρρεε. Ο Χάρης Ανδριανός, ο εκλεκτός βαρύτονος της Λυρικής, ως Sweeney Todd είναι πάντα απόλαυση, και δίπλα του η Νάντια Κοντογεώργη ήταν υπέροχη και χυμώδης. Τι να πει, όμως, κανείς για τον Αρη Πλασκασοβίτη (τι ταλέντο), για τον μοναδικό, πάντα, τενόρο της Λυρικής, Γιάννη Χριστόπουλο (σε απολαυστικό ρόλο), για τον Χριστόφορο Σταμπόγλη, τον βαθύφωνο της Λυρικής, με την τεράστια ικανότητα να εσωτερικεύει κάθε ρόλο και να τον αποδίδει σε υψηλή ποιότητα... Απόλαυσα τις δροσερές παρουσίες της Μυρσίνης Μαργαρίτη (που τραγούδησε εξαιρετικά το σόλο της με το «Αηδόνι») και του Γιάννη Καλύβα (σε τέλεια απόδοση βικτωριανού ζεν πρεμιέ), όπως και την Αννα Κουτσαφτίκη μεταμορφωμένη σε ζητιάνα και τον Χρήστο Κεχρή, επίσης με πολύ ωραία φωνή και παρουσία. Αξίζει υποστήριξης αυτό που επιχειρεί σε πολλά επίπεδα ο Γιώργος Πέτρου. Μετά το «Kiss me Kate», και το «West Side Story», το «Sweeney Todd» ακολουθεί μία νέα παράδοση πλέον. «Το μιούζικαλ (αν και στην ουσία τα τρία έργα που έχουμε ήδη παρουσιάσει έχουν σαφείς συμφωνικές και οπερατικές προεκτάσεις) είναι ένα από τα πεδία του μουσικού θεάτρου στα οποία δραστηριοποιείται η Καμεράτα, μαζί με την όπερα και την οπερέτα», λέει ο Γιώργος Πέτρου. «Τολμώ να πω ότι η Καμεράτα έχει τη μεγαλύτερη εμπειρία και ευελιξία στα είδη αυτά και κινείται με μεγάλη ευκολία σε διαφορετικά στυλ. Οι επιλογές γίνονται κυρίως με γνώμονα τα έργα και όχι το μουσικό είδος στο οποίο ανήκουν. Το επόμενο βήμα είναι άγνωστο και εξαρτάται από πολλές συγκυρίες».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ