Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κωστας Αχ. Καραμανλης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ολα τα ερωτήματα αληθείας μετατρέπονται σε ερωτήματα εξουσίας. Το έλεγε με το σκοτεινό του ύφος ο Αντόρνο. Η τελευταία εβδομάδα μάς βοήθησε να καταλάβουμε τι εννοούσε. Το ερώτημα ήταν αν ο υπουργός Δικαιοσύνης έπρεπε να αρνηθεί τη συμμετοχή του στο συνέδριο της εσθονικής προεδρίας για τα θύματα του ολοκληρωτισμού. Αυτό το πολιτικό ερώτημα μεταλλάχθηκε σε παραπειστικό στρατήγημα. Σε μανιχαϊκή παγίδα. Οποιος πιανόταν να είναι μη κομμουνιστής, αναθεματιζόταν ως απολογητής του ναζισμού.

Η Νέα Δημοκρατία πιάστηκε στην παγίδα. Το ομολογούν ιδιωτικώς και κάποια στελέχη της. Πιάστηκε στις συμπληγάδες ενός διλήμματος που επανέρχεται με διαφορετικές αφορμές: Τι πρέπει να κάνει η αντιπολίτευση όταν η κυβέρνηση ρίχνει στην αγορά ένα θέμα «εκτός θέματος»; Πρέπει να απαντήσει, συντελώντας στον αντιπερισπασμό; Ή πρέπει να κάνει ότι δεν άκουσε;

Η απάντηση είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αυτό προσπάθησε να κάνει το κόμμα με την καλοζυγισμένη γραπτή του ανακοίνωση της περασμένης Κυριακής – διά της οποίας «ούτε εξίσωνε ούτε εξάγνιζε» τον κομμουνισμό. Αυτό έκαναν τις τελευταίες ημέρες και τα στελέχη του κόμματος, από τον Κώστα Αχ. Καραμανλή μέχρι τον Αδωνι Γεωργιάδη. Είχε όμως μεσολαβήσει ένα τριήμερο κατά το οποίο η Ν.Δ. έπεσε στη δίνη που είχαν προκαλέσει τα κοινωνικά δίκτυα και τα εμπρηστικά πρωτοσέλιδα.

Είναι δύσκολο να πει κανείς ποιος παρέσυρε ποιον. Τα αντισύριζα αντανακλαστικά ορισμένων στελεχών που αναφέρονται στο δεξιότερο άκρο της γαλάζιας βάσης λειτουργούν ταυτόχρονα με τους μιντιακούς ακτιβιστές που τροφοδοτούν τους ψευτοεμφυλίους στην ψηφιακή δημόσια σφαίρα. Δημιουργείται, έτσι, ένα περιβάλλον όπου δεν μπορεί να επιβιώσει το σύνθετο επιχείρημα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και οι όψιμες δηλώσεις, ότι ο «κομμουνισμός και ναζισμός δεν πρέπει να συμψηφίζονται», θεωρήθηκαν από κάποιους ενδοτικές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρει συνεχώς το επιχείρημα ότι έχει τάχα «ριζοσπαστικοποιηθεί» η Δεξιά. Οτι –όπως δεν κουράζονται να λένε τα στελέχη του– η Νέα Δημοκρατία δεν τιμά την καραμανλική παράδοση, που οδήγησε στην ολοκλήρωση της δημοκρατικής νομιμότητας με τη συμμετοχή της Αριστεράς.

Στην πραγματικότητα, συμβαίνει το αντίθετο. Δεν άλλαξε η Δεξιά τόσο, όσο έχει αλλάξει η Αριστερά. Η κυβερνώσα σήμερα Αριστερά δεν μπορεί να συγκριθεί ούτε με εκείνη που, μεταπολιτευτικά, βρήκε με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τρόπο θεσμικής συνεννόησης. Ούτε με την άλλη, με την οποία, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, συγκυβέρνησε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης.

Για να σταθεί, η σημερινή Αριστερά έχει ανάγκη από μια ψεκασμένη Δεξιά στη συμπολίτευση. Και από την καρικατούρα μιας εμφυλιακής παλαιοδεξιάς στην αντιπολίτευση. Την πρώτη την έχει δεδομένη. Τη δεύτερη προσπαθεί διαρκώς να την εκμαιεύσει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ