ΒΙΒΛΙΟ

Αχρονες αφηγήσεις

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ
Τσότσηγια & Ω’μ. Δύο νουβέλες
εκδ. Κίχλη, σελ. 140

Α​​ν το παραμύθι «υφαίνει από την αρχή τον κόσμο στο σχήμα της επιθυμίας», όπως τόσο ωραία έγραψε κάποτε η ερευνήτρια Μαρίνα Γουόρνερ, ο μύθος δημιουργεί από το τραχύ νήμα της ανάγκης έναν ιστό σημασιών, «ένα πανί που πάνω του έχει κεντηθεί ο κόσμος» και που μέσα του ψάχνει να βρει τη θέση και τον δρόμο του ο άνθρωπος. Στο διάσελο αυτής της διαδρομής, οι ιστορίες του Μιχάλη Μακρόπουλου γεφυρώνουν επιθυμία και ανάγκη, φαινόμενο και ουσία, θεϊκό και ανθρώπινο. Συγγραφέας που δουλεύει εξορυκτικά για να αδράξει το νόημα των πραγμάτων, ο Μακρόπουλος συνδυάζει τραχύ ρεαλισμό, ποιητική φαντασία, λυρική θέρμη και πάνω απ’ όλα μαστορική χρήση της γλώσσας για να χτίσει τα ουσιαστικά περιπετειώδη αφηγήματά του. Τον λογοτεχνικό μικρο-μεγάκοσμό του διαπερνά η μουσική της προφορικότητας· η σποραδική χρήση λέξεων του πωγωνίσιου ιδιώματος επιστρατεύεται από τον συγγραφέα για να χρωματίσει με απροσδόκητες τονικότητες τη γλώσσα του, εντείνοντας έτσι την ανοικείωση και τη συναρπαγή.

Η πρώτη νουβέλα με τίτλο «Τότσηγια» (τόση δα, Τοσοδούλα) είναι μια ιστορία για τη μοίρα της γυναίκας σ’ έναν ανδρικό, ακατέργαστο, βίαιο κόσμο. Ενα έντρομο κορίτσι από τους Αγίους Σαράντα περνάει τα σύνορα, παντρεύεται χωρίς καλά καλά να το καταλάβει έναν άξεστο χήρο αγρότη με δύο γιους και υποτάσσεται στον ρόλο της υπηρέτριας· αντέχει τον πόνο –είτε τον προκαλεί ένα κοινό οικιακό ατύχημα είτε ο βάναυσος ξυλοδαρμός από τα αρσενικά–, δεν βαρυγκομάει στον κόπο, αποσύρεται από το σώμα της όταν την πλησιάζει ερωτικά ο δυνάστης της, φτιάχνει ένα μυστικό βασίλειο στο μαγεριό της. Εκεί φέρνει στον κόσμο την κορούλα της, ένα μωρό ούτε σπιθαμή, την τέλεια τοσοδούλα της, κι εκεί την κρύβει να μην την πάρουν μυρωδιά οι Δράκοι του σπιτιού, οι αγριάνθρωποι που διαφέντευαν τη ζωή της.

Μόνο όταν μάνα και κόρη καταφέρουν να αποδράσουν από το σπίτι-φυλακή θα βρει το κοριτσάκι το μπόι που αντιστοιχεί στην ηλικία του.

Από αυτό το άρτιο κατασκευαστικά παραμύθι, ο αναγνώστης οδηγείται στη δεύτερη νουβέλα, τον κατά τον συγγραφέα «μύθο» με τον τίτλο «Ω’μ», ένα αφήγημα που μεταστοιχειώνει θαυμάσια ανθρωπολογικές παρατηρήσεις σε λογοτεχνική ύλη, μολονότι μάλλον επιταχύνεται και συμπυκνώνεται υπερβολικά προς το τέλος. Ενας άνθρωπος της παλαιολιθικής εποχής εγκαταλείπεται από τους συντρόφους του σε μιαν έρημη σπηλιά, καθώς έχει σπάσει το πόδι του και είναι ανήμπορος να τους ακολουθήσει. Σπρωγμένος από την ανάγκη, ο Ω’μ (πρώτη άναρθρη εκφορά της λέξης Homo, άνθρωπος) δεν θα υπερβεί απλώς τις έτσι κι αλλιώς εξασθενημένες φυσικές δυνάμεις του σε αναζήτηση τροφής, αλλά θα ονειρευτεί, θα δει το ένστικτό του να μεταλλάσσεται σε συναίσθημα, θα ψηλαφήσει το επέκεινα. Αλλά, κυρίως, θα συνειδητοποιήσει ότι ονομάζοντας τον εαυτό του, εγκαθίσταται μέσα στο σώμα του, γίνεται ο εαυτός του: «Το όνομά του ήταν αυτός, και, με το που το φώναξε, μπορούσε πια να αναμετρηθεί με την έρημη σπηλιά, με τον κρύο χειμώνα». Οταν στο τέλος του χειμώνα οι σύντροφοί του θα επιστρέψουν και έκπληκτοι θα τον βρουν ζωντανό, έχει έρθει η στιγμή, μέσα από τις λέξεις, τα πράγματα να αποκτήσουν σάρκα και τα αισθήματα υπόσταση. Στιγμή θαυμαστή και έκθαμβη: ο ανεξιχνίαστος βόμβος γίνεται έναρθρος λόγος, το εξελικτικό άλμα συντελείται, το χέρι που ακοντίζει, ακονίζει την πέτρα, συλλέγει την τροφή κεντρίζει τη γλώσσα και προκαλεί το μυαλό να σκεφτεί. Ο άνθρωπος των σπηλαίων γίνεται καλλιτέχνης: με τη ζωγραφική καλεί «να βγουν στο φως μέσα απ’ την πέτρα ζώα και κυνηγοί, και ακίνητοι να κυνηγήσουν και ασάλευτα να κυνηγηθούν», με τη μουσική κλείνει μέσα σ’ ένα κόκαλο «τις πολλές φωνές του αγέρα». Η τέχνη ξορκίζει τη μοναξιά και τον φόβο του θηριόμορφου ανθρώπου, του θανάτου, οι λέξεις αρμολογούνται για να ενώσουν τους ανθρώπους και να εξημερώσουν τον φόβο της ετερότητας, οι μύθοι ερμηνεύουν παραμυθητικά το αίνιγμα του κόσμου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ