Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Τα ρεκόρ που μπορεί να γίνουν μπούμερανγκ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Πολλά χρόνια τώρα, η πολιτεία και μεγάλο τμήμα της κοινωνίας έχουν προσανατολιστεί προς τη μετατροπή της Ελλάδας σε ένα κινηματογραφικού τύπου σκηνικό, ελκυστικό για τους τουρίστες και το βαλάντιό τους. Σαν να έχουν αποδεχτεί πως η χώρα μόνο σαν καρτ ποστάλ μπορεί να υπάρχει, ανίκανη να προκόψει σε οποιονδήποτε άλλον τομέα. Αλλά όπως ένας τόπος δεν είναι απλώς τοπίο, αφού εμψυχώνεται και παίρνει νόημα, όμορφο ή άσχημο, από τους ανθρώπους που τον κατοικούν, έτσι και μια χώρα δεν είναι απλώς καρτ ποστάλ. Κάτι υπάρχει πίσω από την αστραφτερή, δελεαστική επιφάνεια. Κι αυτό το κάτι δεν μένει άθικτο όταν τα ρεκόρ τουριστικής προσέλευσης καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο, κι εμείς δηλώνουμε ενθουσιασμένοι, έχοντας στο μυαλό μας τα έσοδα. Και βάζουμε στόχο στις καμπάνιες μας το επόμενο ρεκόρ, από τα είκοσι εκατομμύρια στα είκοσι πέντε, κι έπειτα στα τριάντα κι ακόμα παραπάνω· και από τον τρίμηνο τουρισμό στον τετράμηνο, στον εξάμηνο, στον τουρισμό όλου του έτους. Μια χώρα σερβιτόρα;

Τίποτε όμως δεν δίνεται δωρεάν. Καλά είναι τα δολάρια, τα ευρώ, τα ρούβλια, τα γουάν, οι λίρες, αγγλικές και τουρκικές, γι’ αυτούς που τα εισπράττουν, για να τα ξαναεπενδύσουν στις επιχειρήσεις τους και να τις διευρύνουν, να προικίσουν τα παιδιά τους, αλλά και για να τα κάνουν καγιέν, καταθέσεις στο εξωτερικό (πάντα υπάρχει τρόπος) ή ταξίδια στην Ταϊλάνδη· ο καθένας κατά τον τρόπο του και με τις προτεραιότητές του. Καλά είναι λοιπόν τα λεφτά, κι όσο πιο ξεκούραστα τόσο καλύτερα (δέκα και δεκαπέντε ευρώ, εκατό και εκατόν πενήντα στη Μύκονο, για μια ομπρέλα και μια ξαπλώστρα σε παραλία υποτίθεται δημόσια). Δεν δίνονται όμως μόνο έναντι της αμμουδιάς, της χωριάτικης, του ηλιοβασιλέματος και των αρχαίων λειψάνων. Θα πρέπει ο τόπος να οδηγηθεί στην εξάντληση, στον κορεσμό, όπως ήδη συμβαίνει σε κάποια νησιά, και όσοι τον κατοικούν να συμβιβαστούν με την εξαλλοίωσή του, με τη φθορά της δικής τους ψυχής και με τον ρόλο του υπηρετούντος που είναι υποχρεωμένος να ανέχεται ακόμα και τις προσβλητικότερες απαιτήσεις των εξυπηρετουμένων, και τις πιο έκνομες και επικίνδυνες προτιμήσεις τους. Ας παρακάμψουμε τις ζώνες εθιμικής εξαχρείωσης στη Ζάκυνθο, την Κρήτη, την Κέρκυρα κι όπου αλλού, κι ας αναρωτηθούμε απλώς αν οι φιλόνομοι Ευρωπαίοι επισκέπτες μας, που αφήνουν τα δεκάχρονα και δωδεκάχρονα παιδιά τους να οδηγούν τις γνωστές γουρούνες στα νησιά, σε δρόμους και σε παράδρομους πυκνής κυκλοφορίας, θα σκέφτονταν κάτι τέτοιο στην αυστηρή πατρίδα τους.

Αλήθεια, πόσο Μύκονος είναι πια η Μύκονος της «επώνυμης» και αλαζονικά επιδεικνυόμενης χλιδής, ένα νησί στο οποίο συχνάζουν, ανάμεσα σε διάσημους αθλητές, ηθοποιούς και μοντέλα, διάσημοι ή ημιδιάσημοι πολιτικοί και δημοσιογράφοι, σκαφάτοι μάλιστα, που τον υπόλοιπο χρόνο παραδίδουν δωρεάν στον λαό, από τη Βουλή και από τις εφημερίδες ή τα κανάλια, μαθήματα οικονομικής αυτοσυγκράτησης και χρηστής συμπεριφοράς; Πόσο Νάξος θα παραμείνει η Νάξος, οποιαδήποτε Νάξος, όταν η μπουλντόζα θα σαρώσει και τις τελευταίες αμμοθίνες, για να υψωθούν ενοικιαζόμενα ή εστιατόρια πάνω στο κύμα; Πόσο Σαντορίνη θα είναι σε λίγο η Σαντορίνη, όταν η μοναδικότητά της θα έχει τσαλακωθεί από την υπερβολική δόμηση, την υπέρ τσιμέντου και πισίνας κατάχρηση και του τελευταίου ανοιχτού χώρου;

Ειδικά για τη Σαντορίνη, αντιγράφω από το ρεπορτάζ της Θεοδώρας Βασιλοπούλου στην «Καθημερινή» της 30ής Αυγούστου, όπου αναδεικνύονται πληγές που αρχίζουν σιγά σιγά να ανοίγουν ακόμα και στα πιο ολιγοσύχναστα μέχρι πρότινος νησιά: «Πλήγμα για την ποιότητα ζωής των κατοίκων, το περιβάλλον αλλά και τη δημοφιλία της ξακουστής σε όλο τον κόσμο Σαντορίνης ενδέχεται να αποτελέσει η εκρηκτική άνοδος του τουρισμού, που απειλεί πλέον να αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά του νησιού. Η υπερβολικά πυκνή δόμηση, που αγγίζει το 11%, όταν ο μέσος όρος στην Ελλάδα βρίσκεται στο 1%, η υπερκατανάλωση νερού λόγω αυξημένης ζήτησης και η συσσώρευση σκουπιδιών σε σημείο μη διαχειρίσιμο προβληματίζουν τοπικούς φορείς και μόνιμους κατοίκους και προκαλούν δυσαρέσκεια ακόμα και μεταξύ των ίδιων των τουριστών, που στριμώχνονται στα σοκάκια της Οίας για μια φωτογραφία με φόντο το ηλιοβασίλεμα».

Ομορφο είναι το ηλιοβασίλεμα της Σαντορίνης, δεν ξέρω όμως αν είναι το «ωραιότερο του κόσμου», όπως φημίζεται. Δεν θα μπορούσα να το εξακριβώσω ποτέ άλλωστε, όπως και κανένας άλλος πιστεύω. Γενικότερα, είναι μάλλον αστείο να κατασκευάζονται δήθεν αντικειμενικοί κατάλογοι αξιολόγησης και βαθμολόγησης (το ωραιότερο νησί της Γης, η πιο όμορφη παραλία της Μεσογείου, η πιο όμορφη χώρα της οικουμένης, η νοστιμότερη γραβιερόπιτα του κόσμου κ.ο.κ.) σε πράγματα στα οποία τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο τον έχει η προσωπική ματιά, η ακρότατη υποκειμενικότητα, το ατομικό γούστο, το συναίσθημα: εκεί όπου ένιωσες όμορφα, εκεί και το ομορφότερο, το καλύτερο, το άριστο. Για να μη μετρήσουμε τον σωβινισμό και τον τοπικισμό, που δρουν ασυγκράτητοι στις περιπτώσεις όπου τα αριστεία απονέμονται κατόπιν διαδικτυακών δημοσκοπήσεων.

Πέρυσι, τέλη Μαΐου-αρχές Ιουνίου, όταν τα μεγέθη της Σαντορίνης είναι ακόμα κοντά στο ανθρώπινο μέτρο, δεν ένιωσα τόσο όμορφα όσο θα ’θελα ή όσο μού είχαν προαναγγείλει παρακολουθώντας το ηλιοβασίλεμα από κάποια γωνιά της Οίας. Και δεν έφταιγε ο ήλιος κι ο ουρανός ούτε η θάλασσα και τα άλλα νησιά. Εφταιγε το ότι πίσω από τους ηλιοπαρατηρητές, ούτε καν στα δέκα μέτρα, μαζί μ’ ένα σωρό άλλα σκουπίδια σε κάποιον ακάλυπτο χώρο, μια ανάσα ωστόσο από το πολύβουο κέντρο, βασίλευε μια λεκάνη τουαλέτας. Σίγουρα δεν την είχε πετάξει τουρίστας εκεί. Από κάποια ανακαίνιση θα ’χε περισσέψει. Θερμοπαρακαλούσα από μέσα μου τον Απόλλωνα να δώσει εξαιρετική παράσταση ο ήλιος, να μαγνητίσει τους ξένους, από την Απω Ανατολή κυρίως, ώστε να μην προσέξουν τη λεκάνη, να μην την απαθανατίσουν κι αυτήν. Γυρνώντας στην Αθήνα άρχισα να λέω στην κόρη μου την ιστορία της λεκάνης. Πριν προλάβω να πω το «πού», «ξέρω», μου είπε, «στην Οία, πάνω από το πάρκινγκ. Την είδα κι εγώ θρονιασμένη πέρυσι». Ελπίζω να έχει πια μεταφερθεί σε αρμοδιότερο μέρος.

Τα σκουπίδια που περισσεύουν, το νερό που λείπει, ο αέρας που εμποδίζεται από την υπερδόμηση να κάνει τη συνηθισμένη του δροσιστική βόλτα, και αναγκάζεσαι έτσι να χρησιμοποιείς κλιματισμό νύχτα σε νησί. Αν συνεχίσουμε να αδιαφορούμε για τη φέρουσα ικανότητα της χώρας συνολικά και κάθε θερέτρου ειδικά, ίσως τα ρεκόρ γίνουν μπούμερανγκ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ