ΒΙΒΛΙΟ

Το μυθιστόρημα των μεταμορφώσεων

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

HANS JAKOB CHRISTOFFEL
VON GRIMMELSHAUSEN
Σιμπλίκος Σιμπλικίσιμος
μτφρ.: Γιάννης Κοιλής
εκδ. Εξάντας, σελ. 864

Ο​​ «Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος» είναι το χρονικά πρώτο σπουδαίο γερμανικό μυθιστόρημα. Γράφτηκε το 1668 από τον Hans Jakob Christoffel von Grimmelshausen, σε μια γλώσσα που σήμερα διαβάζεται δύσκολα ακόμη και από τους Γερμανούς, και είναι ένα ρευστό, καλειδοσκοπικά μεταβαλλόμενο κείμενο του ύστερου μπαρόκ, εμπνευσμένο από τα γεγονότα και τη φρίκη του Τριακονταετούς Πολέμου ο οποίος ρήμαξε τη Γερμανία μεταξύ 1618 και 1648. Ο περιπετειώδης Σιμπλικίσιμος «ήγουν η βιογραφία ενός παράξενου τυχοδιώκτη ονόματι Μελχιώρ Στέρνφελς εξ Φούκσχαϊμ», όπως διαβάζουμε στην περιγραφή του βιβλίου από τον συγγραφέα του, παρουσιάζει έναν ήρωα που υπόκειται αδιάκοπα σε αλλαγές, κινούμενος μεταξύ τόπων και γλωσσών, φαντασίας και γεγονότος, πολλών επαγγελμάτων και ενασχολήσεων, «άλλοτε παρατηρητής της μωρίας του κόσμου, άλλοτε αδίστακτος πολεμιστής, τυχοδιώκτης και ερωτύλος, άλλοτε ευλαβής αναχωρητής», καθώς σημειώνει ο χαλκέντερος μεταφραστής Γιάννης Κοιλής στο σημείωμά του.

Η πολιτικοϊστορική έμπνευση των πρωτεϊκών του μεταμορφώσεων είναι προφανής: η βαθιά απορρύθμιση της θρησκευτικής και εθνικής ταυτότητας στη διάρκεια του Τριακονταετούς Πολέμου. Είναι ένας πόλεμος οδυνηρός, που διαπερνά κάθε σελίδα, λεπτομερειακά αφηγημένος σε όλη του τη βιαιότητα και τη φρίκη, στόχος των επιθέσεων του συγγραφέα, επιθέσεων τόσο έντονων που είναι φορές που το βιβλίο μοιάζει με πραγματεία περί πολέμου και συνάμα μια ηχηρή έκκληση για ειρήνη. Αυτή η διάσταση εξάλλου του έργου –παρούσα στα περισσότερα απ’ όσα έγραψε ο Γκριμελσχάουζεν– είναι που έκανε τον αντιναζί Γερμανό συνθέτη Καρλ Αμαντέους Χάρτμαν (1905-1963) να γράψει το γνωστό, ομώνυμο, λυρικό του έργο, τον Μπέρτολτ Μπρεχτ να βασίσει το θεατρικό του έργο «Μάνα Κουράγιο» σε ένα από τα 10 βιβλία του Σιμπλικικού Κύκλου, το «Η αλήτισσα Μάνα Κουράγιο», και τον Γκίντερ Γκρας να δανειστεί στοιχεία από τον Σιμπλίκιο για να συνθέσει τη μορφή του Οσκαρ Ματσεράτ, του παρανοϊκού νάνου που πρωταγωνιστεί στο «Τενεκεδένιο ταμπούρλο» του.

Γράφοντας σε μια μεταιχμιακή εποχή, ταλαντευόμενος ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο, το καλό και το κακό, το λογικό και το παράλογο, ο Γκριμελσχάουζεν επινόησε έναν ήρωα έρμαιο της τύχης, χωρίς σταθερή ταυτότητα, και έγραψε μιαν Οδύσσεια στο έδαφος της αμφιθυμίας. Γιατί ο Σιμπλίκιος δεν υφίσταται μία και μόνη αφύπνιση ή μεταστροφή, αλλά μια πολλαπλότητα μεταστροφών. Περνάει από όλους τους ρόλους, μεταμορφώνεται, αλλάζει. Πέφτει και ξανασηκώνεται· σαν τον Φοίνικα, αναγεννάται από τις στάχτες του. Μπαίνει στη ζωή αθώος και αδαής, ένα δεκάχρονο παιδί, σημαδεμένο από τον πόλεμο, αλλά «απλοϊκό και αγνό, ευθύ και τίμιο, σεμνό, μετρημένο, αθώο, ντροπαλό», γίνεται «κακιασμένος, ψεύτης, υποκριτής» και, τέλος, κλείνοντας τους λογαριασμούς του με τον κόσμο, με έναν απαισιόδοξο αποχαιρετισμό που θυμίζει τον «Εκκλησιαστή», καταλήγει στον αναχωρητισμό, μέσω του οποίου εισέρχεται και στη γραφή, με την ελπίδα να ανασυγκολλήσει, δι’ αυτής, τον τραυματικά κατακερματισμένο εαυτό του.

Πολύσημο, θυμόσοφο, σατιρικό και ειρωνικό, φαρσικό και κωμικό, πολύ συχνά μαύρο και δυσοίωνο, το θεμελιώδες αυτό έργο της γερμανικής λογοτεχνίας βρήκε στο πρόσωπο του Γιάννη Κοιλή έναν τολμηρό μεταφραστή που «εποίησε γλώσσα» για να αποδώσει το δυσπρόσιτο ιδίωμα του Γκριμελσχάουζεν. Και παρότι πεποιημένη, άλλοτε λόγια και άλλοτε λαϊκή, χωραΐτικη θα τη λέγαμε χρησιμοποιώντας μια λέξη του Σωτήρη Δημητρίου, με απόηχους από τον Μακρυγιάννη αλλά και τα ιερά κείμενα, η γλώσσα του μεταφράσματος ξεπηδά ολοζώντανη σε κάθε σελίδα, κάνοντας την ανάγνωση ενός τόσο παλαιού κειμένου πραγματική απόλαυση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ