Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ευκλείδης Τσακαλώτος
Μιλφέιγ με 40 πόδια

Π​​ότε μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι μια σαρανταποδαρούσα κόβει το νήμα – ότι, πάει, επιτέλους, βγαίνει από το μακρύ τούνελ των μνημονίων; Οταν αρχίσουν να ξεμυτίζουν τα μπροστινά της πόδια ή όταν έχουν πια ξεθαλαμώσει και τα τελευταία από τα πισινά;
Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, που του αρέσουν τα φιλοσοφικά παράδοξα, θα αναγνώριζε αυτή την ασυγχρονία μεταξύ του εντόμου και των μελών του ως μια πολύ γόνιμη αλληγορία. Η χώρα, την οικονομία της οποίας διευθύνει εδώ και δυόμισι χρόνια ο Τσακαλώτος, είναι άλλωστε ένα «μιλφέιγ» από παράλληλους ιστορικούς φλοιούς – από φάσεις που συμπίπτουν χωρίς να συγχρονίζονται.

Είναι, σύμφωνα με την ορθόδοξη συριζαϊκή ανάλυση, μια χώρα υπό νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση και ταυτόχρονα γραφειοκρατική και υπερφορολογημένη. Είναι μια χώρα «πειραματόζωο» του μετανεωτερικού καπιταλισμού και ταυτόχρονα δέσμια αρχαϊκών πελατειακών εθισμών – που υπαγορεύουν τη διανομή «ζεστού» χρήματος στους ψηφοφόρους. Είναι μια οικονομία που παράγει υπερχειλή πλεονάσματα χωρίς να αναπτύσσεται. Φορέας ίσης, πολύποδης ποικιλίας είναι άλλωστε και ο ίδιος ο υπουργός. Ελευθεριάζων χαριτολόγος και δογματικός μαρξιστής. Εφαρμοστής του μνημονίου και ταυτόχρονα ηγέτης της αντιμνημονιακής εσωκομματικής αντιπολίτευσης. Κήρυκας της ταξικής πολιτικής, που επιλέγει «συνειδητά» η κυβέρνηση, και την ίδια στιγμή θύμα του καταναγκασμού των δανειστών και του ΔΝΤ.
Ελληνας που μετανάστευσε στην Ελλάδα και οξφορδιανός που επέλεξε να πολιτογραφηθεί ως ΠΑΟΚτσής, ο Τσακαλώτος ενσαρκώνει ιδανικά την κυβέρνηση της τούμπας. Μια κυβέρνηση που κινείται ταυτόχρονα σε διαφορετικά ρεύματα χρόνου. Που δεν μπορεί να φύγει από αυτό που ήταν. Ούτε μπορεί να φτάσει σε αυτό που έγινε.

Τα μπροστά πόδια πάνε πίσω και τα πίσω μπροστά.

Βίκυ Σταμάτη
Παραμύθι χωρίς δόντια

Α​​ν δεν υπήρχε η Βίκυ Σταμάτη, θα ήταν πολύ εύκολο να την επινοήσουμε. Δεν θα χρειαζόταν τίποτε πιο ευφάνταστο από τη συγκόλληση των πιο μπανάλ στερεοτύπων, τα οποία η ίδια μοιάζει ορκισμένη να επιβεβαιώνει. Στερεότυπα για το πώς μπορεί να παντρευτεί κανείς τη μοίρα του και πώς μπορεί να την αποκηρύξει, μόλις τη βρει χρεοκοπημένη – παραμένοντας και στον πρώτο και στον τελευταίο σταθμό μοιρολατρικά ανεύθυνος.

Σε ποινικές υποθέσεις με τέτοιο, ιστορικά σπάνιο, πολιτικό βεληνεκές μια κάποια διαπόμπευση είναι αναπόφευκτη. Ωστόσο, στην περίπτωση της Σταμάτη, η κατακραυγή των άλλων δεν ξεχωρίζει από τον αυτοεξευτελισμό. Η πειστικότητα του θρήνου της μάνας, που κινδυνεύει να στερηθεί ξανά το παιδί της, καταστρέφεται από τις φιλάρεσκες πόζες στα glossy εξώφυλλα. Ο οίκτος για την τσακισμένη κατάδικο καταργείται από το σηκωμένο δάχτυλο ενός τσαμπουκά που προβάλλει πάλι αμεταμέλητος. Ισως εκεί να οφείλεται και το ανεξάντλητο συμβολικό κεφάλαιο της υπόθεσης Τσοχατζόπουλου – ενός πολιτικού εγκλήματος που διαρκώς αναγεννάται αφηγηματικά, πότε ως δράμα, πότε ως φάρσα και πότε ως σαπουνόπερα. Ισως η σκανδαλιστική του δύναμη να οφείλεται στο γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές του δεν έχουν τίποτε το τερατώδες, τίποτε το αλλότριο. Είναι κοινότατοι αυτουργοί που διέπραξαν κοινότατες πράξεις σε ασυνήθιστα μεγάλη κλίμακα.

Ο Ακης και η Βίκυ –ο Ακης πλέον χωρίς τη Βίκυ– προσφέρουν κοινωνική υπηρεσία ως ιδανικοί στόχοι όχι μόνο της οργής, αλλά και της χλεύης.

Στόχοι ρηχοί, ασωφρόνιστοι, χωρίς το ηθικό βάθος που θα τους επέτρεπε να χρησιμεύσουν ως θύματα εξιλασμού. Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς, χωρίς δόντια. Και η γυναίκα του, που θα γινόταν πρώτη κυρία, ζαλισμένο αντιείδωλο. Σύμβολο μιας κατάρρευσης που, σαν να συνέβη αλλού σε άλλους, μέλλει να μείνει ασυνείδητη. Η έσχατη κυρία της Μεταπολίτευσης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ