Αν ο Λαζάρου δεν υπήρχε, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε. Αυτό σκεφτόμουν καθ’ όλη τη διάρκεια της 5ωρης συνέντευξής μας. Ναι, καλά διαβάσατε, πέντε (5) ώρες διήρκεσε η συνέντευξη. Όπερ σημαίνει άλλες τόσες, κι άλλες τόσες η απομαγνητοφώνηση, 9.732 λέξεις ανεπεξέργαστο υλικό. Στο τέλος της κουβέντας μας, του λέω ότι πάμε για βιβλίο. Γελάνε και τα μουστάκια του, κυριολεκτικά. Έχει πολλά να πει, έχει κάνει πολλά, έχει σχέδια και όνειρα που ούτε σχολιαρόπαιδο δεν έχει. 

Γιατί θα έπρεπε να τον εφεύρουμε; Γιατί είναι από μόνος του ένα μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία της σύγχρονης ελληνικής μαγειρικής. Μια κινητή εγκυκλοπαίδεια των ψαριών, ο μάγειρας που έκανε τα δευτερότριτα ψάρια πρώτα, που έκανε την πεσκανδρίτσα σταρ, που ξέρει την καταγωγή της συναγρίδας απλώς κοιτάζοντας τη μούρη της. Αυτή η ορμή της ανακάλυψης δεν έχει σταματήσει ποτέ, και μάλιστα έγινε μόδα την οποία ακολουθούν πολλοί. Είναι επίσης ο μάγειρας που εφηύρε μαγειρικές για τα ψάρια, που άνοιξε νέους δρόμους. Λίγες μέχρι τότε οι συνταγές, πέρα από τη σχάρα και το τηγάνι. Δεν σας έπεισα; Γιατί είναι ένας από τους λίγους σπουδαίους σεφ-πατρόν που έχει η Ελλάδα. Άφθαστος περιποιητής, η όρασή του μάλλον είναι 360°, ξέρει ανά πάσα στιγμή τι συμβαίνει στην κουζίνα, στη σάλα, παντού. Γιατί κρατάει ακμαίο ένα μαγαζί που φέτος γίνεται 30 χρονών, κι αν αυτό δεν είναι μια σπανιότητα στη χώρα, δεν ξέρω τι είναι. Γιατί έχει βγάλει μαγείρους ένα σωρό. 

Ακόμη: γιατί είναι συναρπαστικός συνομιλητής. Ακούγοντάς τον να αφηγείται ιστορίες από τη δουλειά και τη ζωή του, αναρωτιέσαι: Μα είναι δυνατόν να τα ’χει ζήσει ένας μάγειρας όλα αυτά; Σε παρασύρει, με παρέσυρε, και ναι, αν περιμένετε να διαβάσετε μια αγιογραφία, πετύχατε διάνα. Δηλώνω αποτυχημένος ως ψύχραιμος δημοσιογράφος. Α, και για κάτι ακόμα, προσωπικό. Γιατί ξέρει απέξω κι ανακατωτά τον Πειραιά, την πόλη του, την πόλη μας. Εκεί γεννήθηκε, μεγάλωσε, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, εκεί άνοιξε το «Βαρούλκο», το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά του (τα άλλα τρία είναι «κανονικά» παιδιά), εκεί επέστρεψε πριν από μερικά χρόνια. Από τον Πειραιά ξεκίνησε η κουβέντα μας. 

Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς

Με την πρώτη φράση του λυνόμαστε στα γέλια: «Γεννήθηκα στον Πειραιά, δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς και δεν θα το ήθελα κιόλας». Η μοίρα τα ’φερε έτσι και η Δεληγιώργη, ο δρόμος στον οποίο γεννήθηκε, ήταν αυτός στον οποίο «ανδρώθηκε» το «Βαρούλκο». Ο μικρός Λευτέρης ήταν ο διάολος της γειτονιάς. Από τις πρώτες αναμνήσεις του, μια... γαστρονομική: «Θυμάμαι ότι νιάνιαρο κουβάλαγα τη “λουλού” (σ.σ. μεγάλο σφυρί) και πήγαινα στα βοτσαλάκια του Παρασκευά (πλαζ στην Καστέλλα με χοντρά βότσαλα) και έσπαγα πέτρες. Όλοι έλεγαν “ήρθε το μουρλό, το παλαβό του Γιώργου”. Όμως εγώ τις έσπαγα για να βγάζω πετροσωληνάκια». 

Ο πατέρας του μάγειρας και καραβομάγειρας. Το καλοκαίρι σε τουριστικά βαπόρια, τον χειμώνα σε ταβέρνες. Αριστερός, βιοπαλαιστής, αγνός άνθρωπος, έτσι μου λέει, σύμβολο για τον Λευτέρη. «Φάνταζε τεράστιος. Έχω ένα χαρτί που λέει: “Συνελήφθη στο βουνό σαν μάγειρας του ΕΛΑΣ και εξορίστηκε στη Μακρόνησο”». Τον καθόρισε με τον τρόπο του, με τη ζωή του, με τα έργα του, όχι με λόγια και διδαχές. Όπως καθοδηγούσαν τα παιδιά τους οι παλαιοί γονείς. 

(Μου βάζει παγωμένη ζιβανία, έρχεται ο πρώτος μεζές, οι πίκρες και οι χαρές θέλουν παρέα και τραπέζι. Ελέγχω αν είναι στο on το μαγνητοφωνάκι.)

Το πρώτο μεροκάματο

«Ο θείος ο Μήτσος ήταν 130 κιλά και δεν μπορούσε να ανέβει τη Δεληγιώργη. Ποιος τον βοηθούσε; Ο ανιψιός του ο Λευτέρης, με το αζημίωτο φυσικά. Τον κουβάλαγα μέχρι την Τζαβέλλα και, αφού τον ανέβαζα και έπαιρνα ένα πενηνταράκι, κατέβαινα και έπαιρνα τον άλλο θείο. Εκεί καραδοκούσε ο ξάδερφός μου. Του πάταγα δυο τρεις δαγκωνιές, μη μου φάει τον πελάτη. Και έτσι έβγαζα άλλο ένα πενηνταράκι. Διαλυμένος όπως ήμουν, πήγαινα στον Παβέα και αγόραζα ένα μικρό λουκούμι και τα χύμα μπισκότα πτι μπερ Παπαδοπούλου. Και έκανα ένα μπισκοτολούκουμο. Αυτό ήταν η ανταμοιβή μου.

»Πήγαινα μετά στο καφενείο του Μπουρνάκη, όπου έπαιζε πρέφα ο πατέρας μου με άλλους τρεις, και κόλλαγα τη μούρη μου στην τζαμαρία για να με δουν. Γιατί στην πρέφα έπαιζε στοίχημα το λουκούμι, δεν ήταν τζόγος, ένα μεγάλο λουκούμι στο χαρτί κέρδιζαν. Έχανε-κέρδιζε ο πατέρας μου, το λουκούμι εγώ το έτρωγα, πώς να μη με λυπηθούν οι άλλοι τρεις με τη μούρη κολλημένη στο τζάμι. Και μετά έφευγα βολίδα για σουβλάκι από τον Αρμένη στη Βασ. Γεωργίου, μια και το φαγητό στο σπίτι ήταν σκέτη δυστυχία, είχαμε τρελαθεί στο όσπριο. Πόσο όσπριο να φάμε; Είχε ένα κόλπο ο Αρμένης: αφού τύλιγε το κεμπάπ και έβαζε γιαούρτι μέσα, την τελευταία στιγμή πριν στο δώσει το έλουζε με μία κουταλιά κοκκινιστό κιμά που μοσχομύριζε κανέλα και μπαχάρι. Σε έπιανε ανατριχίλα. Μετά μου λένε πώς έγινα μάγειρας. Μα τι θα γινόμουν; Ασπριτζής;»

Τα σαλιγκάρια 

Τη μητέρα του την αναφέρει λιγότερο στην κουβέντα μας. Τον ρωτάω σχετικά. «Ήταν γυναίκα τρυφερή, με κατανόηση, πάντα δίπλα μας, ο αφανής ήρωας. Η οικογένεια διοικήθηκε από τη μαμά χωρίς να γίνεται αντιληπτό από τον μπαμπά. Μητριαρχική οικογένεια». Στο σπίτι ποιος μαγείρευε; «Η μαμά, αλλά όταν ήταν ο μπαμπάς, αναλάμβανε εκείνος. Το φαΐ βέβαια που έκανε στο σπίτι δεν ήταν για μας, μας έβαζε ένα πιατάκι, αλλά το υπόλοιπο πήγαινε στην ταβέρνα. Εγώ κουβάλαγα την κατσαρόλα. Η ταβέρνα τότε τι ήταν; Ένα μπακάλικο, γραβιέρα και ελιές από το βαρέλι, κονσέρβα καλαμαράκια καλιφορνέζικα και έβγαινε μετά η κατσαρόλα, ας πούμε με τα σαλιγκάρια. Κοκκινιστά, με κρεμμυδάκι, άνηθο, ντομάτα φρέσκια. Στο μαγαζί έτρωγα πολλά από αυτά που άφηναν. Πείνα και λαιμαργία μαζί. Ανάγκη γεύσης. Όταν είχαν πιει τα κρασιά τους οι μεγάλοι, άρχιζαν τις ιστορίες. Αυτό εμένα με τρέλαινε. Ιστορίες από τον πόλεμο, από τον Εμφύλιο, το αντάρτικο, τη Μακρόνησο. Δεκαετία του ’60 και η Ελλάδα ανέβαινε». Είχε πίκρα και γλύκα η ζωή στον Πειραιά, έτσι την περιγράφει. 

Θυμάται κι άλλα από την πόλη: το καφενείο του Τσέγκου, όπου μπορούσες να φας τον ωραιότερο τσίρο, λιαστό, με ελάχιστο αλάτι και ψημένο στο καμινέτο του οινοπνεύματος. Άνηθο, ξιδάκι και λίγο λάδι. «Δεν την έχω πετύχει ακόμα αυτή τη γεύση». Το καπηλειό του κυρ Σπύρου, θαμμένο 8 μέτρα κάτω από τον δρόμο, αλλά και το ραφείο του Τσακίρη, την Τρούμπα, την περιοχή Λαμαρίνες πίσω από του Παπαστράτου. Ένας ζωντανός χάρτης της πόλης είναι.

(Εν τω μεταξύ, οι μεζέδες συνεχίζουν να έρχονται στο τραπέζι, λουκούλλεια συνέντευξη.)

 

 

Στα καράβια, στην Ιταλία

Στο γυμνάσιο, ένα καλοκαίρι μπάρκαρε με τον πατέρα του. Η δουλειά σκληρή και ο κυρ Γιώργος δεν του χαρίστηκε. Το τι σκορδοκρέμμυδα καθάρισε, το τι λαμαρίνες μεγαλύτερες από το μπόι του έτριψε, δεν λέγεται. «Ο σεβασμός που έδειχναν οι άνθρωποι στον πατέρα μου με γοήτευσε. Ήταν σεβαστός. Και κάπως έτσι κλείδωσε στο μυαλό μου». 

Το ’67 οι χουντικοί συλλαμβάνουν τον πατέρα του. «Τον είδαμε δύο μήνες μετά, στον Αυλώνα. Ύστερα τον άφησαν. Του είχαν πάρει όμως το ναυτικό φυλλάδιο». Τον Αύγουστο του ’68 πεθαίνει. Ο Λευτέρης ήταν 15 χρονών, τρίτη γυμνασίου. 

Δεν τον χωρά ο τόπος. Τετάρτη γυμνασίου, μπαίνει σε ένα καράβι για την Ιταλία. Με οτοστόπ φτάνει στη Νάπολη και πιάνει δουλειά λαντζιέρης σε εστιατόριο. Τον πιάνουν οι καραμπινιέρηδες και τον στέλνουν πίσω. Ξαναγυρνάει στο ίδιο μαγαζί, ξαναπιάνει δουλειά. Ο ιδιοκτήτης Κύπριος, τον συμπαθεί. Τον στέλνει σε μια άλλη τρατορία που είχε στην Ιταλική Ριβιέρα. Κοσμογονία. Ρουφάει γνώσεις και εμπειρίες για κάμποσους μήνες. Τον ξαναπιάνουν. Την επόμενη φορά θα μείνει μέχρι το 1971. Πριν γυρίσει, θα στείλει λεφτά και θα αγοράσει το απολυτήριό του. 

Ο αγαπημένος των σκαφάτων

Στρατιωτικό κάνει μες στη χούντα. Από το τέλος της θητείας του μέχρι το ’82 δουλεύει μάγειρας σε σκάφη. Στην αρχή δεν τον πολυεμπιστεύονται, αφήνει μουστάκι για να πείθει για μεγαλύτερος και πιο έμπειρος. Δεν το έχει ξυρίσει έκτοτε. 

Στα σκάφη κάνει ασυνήθιστα πράγματα. Το πρωί δεν φτιάχνει πρωινά, ψωμιά με βούτυρα και τα τοιαύτα. «Δέκα και μισή υπήρχαν πάνω στο τραπέζι ούζο, ρακή, ταραμοσαλάτες, τσιροσαλάτες, ρέγκες. Λίγο ο μπαμπάς, λίγο η Ιταλία, λίγο ο Πειραιάς με τα ταβερνάκια του, το Ατλαντίς, τον Πορφύρα, τον Μπελαμή και τον Τσαγκούνη στην Τρούμπα, βασισμένος σε αυτά, έφτιαξα και εγώ το δικό μου στυλ. Ξεκινούσα από τις 9 και έψηνα χταπόδι σε μια αυτοσχέδια ψησταριά. Ανοιχτά τα φινιστρίνια, έρχονταν έξω όλοι ορεξάτοι. Έπιναν το πρώτο ουζάκι και σιγά σιγά λύνονταν. Στη 1 τούς είχα ψαρόσουπα. Έτσι άρχισα να γίνομαι ο αγαπητός σεφ των σκαφάτων. Γύριζαν στη χώρα τους και έλεγαν στους φίλους τους, αν πας διακοπές με την τάδε εταιρεία, ζήτα τον μάγειρα με το μουστάκι». Ένα ατύχημα το ’82 τον κάνει να σταματήσει από τα σκάφη. Δουλεύει σε ταβέρνες και εστιατόρια για μερικά χρόνια. Το 1987 ανοίγει το «Βαρούλκο». 

Το πρωτο «Βαρουλκο»

Διστόμου και Κουντουριώτου γωνία, μικρό και απομονωμένο το πρώτο «Βαρούλκο». «Νονός» του ο Βαγγέλης Γερμανός. Έπαιζε κασέτα με τα τραγούδια του και ένα έλεγε: «Ξαπλώνω στο κατάστρωμα / πέφτει μια ήσυχη βροχή / ήσυχη σαν θλιμμένη κούκλα / σαν στοιχειωμένη στα πανιά / και στα βαρούλκα». «Σταμάτα-ξεκίνα η κασέτα, έμεινε το Βαρούλκο». Γρήγορα έπεσε σύρμα ότι ο Λαζάρου που μαγείρευε στα σκάφη άνοιξε εστιατόριο και κάνει τα... δικά του. Το όνομά του ήταν γνωστό στον εφοπλισμό, οι πρώτοι πελάτες εξασφαλισμένοι. H σεζόν τελειώνει, η επόμενη σε λίγο ξεκινά και ο Λαζάρου είναι άφραγκος. Ακριβό το σπορ της εστίασης. Τέλη Αυγούστου ανοίγει την πόρτα του μαγαζιού και βρίσκει σημειώματα χειρόγραφα με ονοματεπώνυμα και αριθμούς τηλεφώνων. «Πότε ανοίγεις;» Παίρνει ένα ένα τα τηλέφωνα. Και όμως.

Σιγά σιγά δημιουργεί πιάτα που συζητιούνται. Αχνιστή πεσκανδρίτσα, ταλιατέλες με γαρίδες, σπανάκι, φέτα και ρετσίνα, παέγια, λαχανοντολμάδες με κιμά καραβίδας. Σύντομα το μαγαζί των 40 θέσεων γίνεται δημοσιογραφικό, πολιτικό, καλλιτεχνικό στέκι. Υπάρχουν βράδια που βολεύουν τους πελάτες όπως όπως, οι σερβιτόροι δεν χωρούν να περάσουν, τα πιάτα βγαίνουν από την κουζίνα και περνάνε από τραπέζι σε τραπέζι στα χέρια των πελατών. 

Το δεύτερο και το τρίτο

Το 1994, το «Βαρούλκο» μετακομίζει στο σπίτι της γιαγιάς του Λαζάρου στη Δεληγιώργη, «για να χωράνε όλοι οι φίλοι, και οι φίλοι των φίλων». Νέα πιάτα, νέες καινοτομίες. Φέρνει από το περίπτερο της γειτονιάς από το σαββατόβραδο τις κυριακάτικες για τους πελάτες του. Φτιάχνει το προσωπικό κελάρι των εκλεκτών φίλων του «Βαρούλκου»: αγοράζει σπάνια κρασιά μόνο γι’ αυτούς, στις ποσότητες που θέλουν, τα κλείνει σε θυρίδες και τους δίνει τα κλειδιά. Φέρνει από την Ιταλία καράφες μετάγγισης του κρασιού, τις βάζει στη βιτρίνα προς πώληση. «Δεν έβγαζα λεφτά, έχτιζα σχέσεις». 

Το 2002, εκεί που μαγειρεύουν μπαίνει κάποιος κλοτσώντας την πόρτα της κουζίνας. Είναι ο Jean de Grylleau (κατά κόσμον Γιάννης Γρυλλιωνάκης), ο περίφημος σεφ του Πεντελικόν, ο οποίος φωνάζει: «Ξέρεις τι έχεις κάνει; Έχεις αστέρι Μισλέν και εσύ δουλεύεις ακόμα;». Σπάει μια σαμπάνια και καταβρέχει το μαγαζί. Το πρώτο αστέρι Μισλέν σε εστιατόριο με ελληνική κουζίνα. 

Σε λίγο ξεκινούν τα ολυμπιακά έργα, χάος στον Πειραιά. Το «Βαρούλκο» ανεβαίνει στην Πειραιώς. Πιο σοφιστικέ, πιο ώριμο. Το ίδιο και ο δημιουργός του, ο οποίος επανεφευρίσκει τον εαυτό του. Θυμάμαι το σλόγκαν «Η ανάσταση του Λαζάρου», ένα κόνσεπτ πέντε πιάτων με κρέας. Πρωτότυπα, ακραία πιάτα, όπως το ριζότο με γίδα και σοκολάτα, ο πατσάς σε ποτήρι του μαρτίνι. 

Το 2013 το «Βαρούλκο» επιστρέφει στον Πειραιά. Μερικά χρόνια πριν είχαν αρχίσει τα προβλήματα στο κέντρο της Αθήνας. «Μεγάλες επιχειρήσεις είχαν αρχίσει να κλονίζονται. Το υπουργείο Εργασίας στην Πειραιώς με την Κούνεβα και όλες οι κινητοποιήσεις και τα προβλήματα δημιούργησαν θέμα και σ’ εμένα. Οπότε εκ των πραγμάτων έπρεπε να μετακινηθώ. Ή το “Βαρούλκο” θα κατέρρεε ή θα έπρεπε να αντιδράσω. Η αντίδραση για μένα ήταν να γυρίσω σπίτι μου». Δύσκολος ο Πειραιάς, πώς να σηκώσει ένα αστεροστολισμένο εστιατόριο; Το Τουρκολίμανο τον προβλημάτιζε: «Πίστευα ότι η περιοχή είχε μολυνθεί. Όταν όμως ο κύβος ερρίφθη και αποφάσισα να κατέβω, άρχισα να κάνω τις δικές μου μετρήσεις και να αφουγκράζομαι τη γειτονιά. Σκέφτηκα λοιπόν ότι η κληρονομιά μου μπορούσε να ανατρέψει την εικόνα, και τελικά δικαιώθηκα». 

 


Ο Λευτέρης Λαζάρου με την ομάδα του στο «Βαρούλκο». 

 

Το τώρα, το αύριο

Μέσα στα κάπιταλ κοντρόλ φτιάχτηκε το «Βαρούλκο». Το τρίπατο τέλειωσε, αν και όλο κάτι φτιάχνεται πάντα. Επένδυση μεγάλη, πέντε είναι οι συνέταιροι, αλλά πρέπει και η τηλεόραση και οι διαφημίσεις να βοήθησαν. Χώρος σεμιναρίων στον πρώτο, δύο σάλες απέναντι, δίπλα στη θάλασσα, το μεσημέρι χαλαρό φαγητό, το βράδυ το γκουρμέ. Πριβέ συνεστιάσεις, εκδηλώσεις ένα σωρό. Στην ταράτσα το καλοκαίρι φιλοξενήθηκε το Mary Pickford του Θάνου Προυναρού, τελειωμό δεν έχουν τα κόνσεπτ που μπορούν να φέρουν κόσμο στο μαγαζί. Και νέα πιάτα, αυτό το καλαμάρι με την ταραμοσαλάτα, την πίκλα σινάπι και τα ζελεδάκια ούζου, τι πιάτο! Από τα καλύτερά του, δίπλα στο καλαμάρι πέστο, στη μαύρη σούπα, στη φάβα με το χταπόδι και τη Μαυροδάφνη, στο κριθαράκι με ψάρι (πιάτο με το οποίο έβγαλε όλα τα ιταλικά ρύζια από το μενού του). 

Σωστός μπίζνεζμαν, αλλά και αειφόρος μάγειρας, βλέπει τι μπορεί να βγάλει από τις ψαρούκλες που παίρνει στο μαγαζί, πώς να τις αξιοποιήσει, πόσες μερίδες θα του βγουν, πώς θα τις πουλήσει και πόσο. Η καλή πρώτη ύλη και η εμπνευσμένη οικονομία καθοδηγούν το μαγείρεμα. Και μια είδηση: έχει βαλθεί να φτιάξει την εθνική ομάδα μαγείρων, να συγκεντρώσει τα πρωτοκλασάτα ονόματα του χώρου και να φτιάξει ένα κλαμπ για δράσεις δυναμικές, από την έκδοση βιβλίων μέχρι την εκπροσώπηση της χώρας στο εξωτερικό σε φόρα, διαγωνισμούς, εκθέσεις, κ.λπ. 

(Στο μεταξύ, στο τραπέζι έχει προσγειωθεί ένα καινούργιο πιάτο με φασόλια. Οι ζιβανίες πάνε κι έρχονται.)

Η καυτή μπουγάτσα

Τον περιμένουν για μια φωτογράφιση. Πρέπει να κλείσουμε και όμως συνεχίζουμε. Μου λέει για τον «κατσικοπόδαρο» Μητσοτάκη – έτσι αυτοχαρακτηρίστηκε όταν στα εγκαίνια του «Βαρούλκου» της Πειραιώς έπεσε το ρεύμα και κλείστηκαν με τη Μαρίκα στο ασανσέρ. Για τον Μαντέλα που τον είχαν πάει στο «Βαρούλκο» της Δεληγιώργη και, ενώ στην αρχή είχε ξαφνιαστεί με την τοποθεσία, μετά ενθουσιάστηκε με το φαγητό. Οι ιστορίες δεν τελειώνουν.

Στο κλείσιμο μου περιγράφει μια πολύ δυνατή μνήμη φαγητού από την παιδική του ηλικία, σαν αυτές που μοιράστηκε μαζί μου πριν από λίγες ώρες, μία ακόμη: «Είχαμε πάει στα βοτσαλάκια του Παρασκευά για μπάνιο. Το τελευταίο καφενείο εκεί ήταν του Ξένου προς τις Καμάρες. Εκεί μαζεύονταν όλοι οι αριστεροί του Πειραιά, εκεί έκανε τους μεζέδες ο πατέρας μου. Κυριακή και μου δίνει ένα δίφραγκο. Ξαφνικά μυρίζω το κάρβουνο και αρχίζω την τρεχάλα. Ήταν ο κυρ Νίκος με τις τυρόπιτες. Είχε ένα καρότσι με βιτρίνα γεμάτη τυρόπιτες και μπουγάτσες. Τις έψηνε στο σπίτι του, 700 μέτρα από τον Ξένο. Η βιτρίνα είχε από κάτω μια υποδοχή για κάρβουνα, για να τις κρατάει ζεστές. Ερχόταν και μύρισα το κάρβουνο από μακριά, την κρέμα, και έφυγα βολίδα γιατί μέχρι να φτάσει κάτω είχε ξεπουλήσει. Έπρεπε είτε να τρέξω να τον προϋπαντήσω είτε να περιμένω τη δεύτερη, μπορεί και την τρίτη φουρνιά. Έφυγα βολίδα πάνω στο βότσαλο να τον προλάβω. Και σ’ το λέω τώρα και μου τρέχουν τα σάλια, γιατί η τυρόπιτα αυτή ήταν τρίγωνη και η μπουγάτσα τετράγωνη και την ώρα που την έβαζε στη λαδόκολλα και την άνοιγε δεξιά αριστερά και έβγαινε η κρέμα και έριχνε τη ζάχαρη και την κανέλα, ήμουν στον Παράδεισο. Και έχω στο ένα χέρι μου την τυρόπιτα και στο άλλο την μπουγάτσα, να καραμελώνει η ζάχαρη με τη θερμοκρασία της κρέμας και να μην ξέρω τι να κάνω. Να φάω την μπουγάτσα ή την τυρόπιτα πρώτα; Να δαγκώνω την τυρόπιτα και να κοιτάω λοξά την μπουγάτσα. Και να ξέρω ότι πρέπει να φάω την τυρόπιτα για να φάω την μπουγάτσα και να καίγομαι, αλλά να καίγεται και ο ουρανίσκος μου να φάω την μπουγάτσα. Όταν λοιπόν αυτό το δίφραγκο γινόταν 4 δραχμές, δεν ήξερα τι να πρωτοκρατήσω στα χέρια μου, δύο τυρόπιτες και δύο μπουγάτσες ή τρεις μπουγάτσες και μία τυρόπιτα. Μπερδευόμουν μέχρι να πάω, βασανιζόμουν». 

Ε, μετά από όλα αυτά, τι να γινόταν; Ασπριτζής; ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ