Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Το δέρμα του χρόνου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣTAΣEIΣ

Τη ζωή που μας έχει γραφτεί τη ζούμε σαν να μην είμαστε δεσμώτες του χρόνου. Σαν να είμαστε αθάνατοι. Και σαν να είναι αθάνατοι και όσοι συναπαρτίζουν τον κόσμο μας. Αγαπιόμαστε και τσακωνόμαστε σαν να ’χουμε αιώνια ανοιχτό τον καιρό μπροστά μας. Αναβάλλουμε, χρονοτριβούμε, προγραμματίζουμε για το καλοκαίρι ή την επόμενη άνοιξη σαν να ’χουμε την απόλυτη κυριότητα του βίου μας και σαν να μην υπόκεινται στη μοιραία φθορά οι άνθρωποί μας. Είναι το στρατήγημά μας αυτό. Ξέρουμε ότι μόνο τον εαυτό μας ξεγελάμε. Αλλά ξέρουμε επίσης ότι δίχως αυτό το τέχνασμα, που έτσι το παραλάβαμε κι έτσι θα το παραδώσουμε, όλα θα ήταν πιο δύσκολα. Ισως αφόρητα.

Αφόρητο είναι, δηλητήριο, να συνειδητοποιείς πως δεν θα ξαναμιλήσεις πια μ’ έναν φίλο με τον οποίο μοιράστηκες πολλά, όμορφα και στενάχωρα, παραμυθητικά και απογοητευτικά· δεν θα του ξαναπείς τον καημό σου ή κάποιο ανέκδοτο, δεν θα σου ξαναπεί για τον Σολωμό ή τον Λασκαράτο, δεν θα σε κεράσει το τελευταίο του εύρημα από τη φιλιστορική αναδίφησή του στις παλιές σελίδες. Με τον Μιχάλη, τον Μιχάλη Κατσίγερα, μοιράστηκα πολλά, όπως πολλοί στην εφημερίδα, πάνω από τρεις δεκαετίες. Μοιράστηκα τις γνώσεις του, το ταλέντο του, το μεράκι του να δίνει νόημα στην παραγνωρισμένη δουλειά του συντάκτη ύλης, το κεφαλονίτικο σπίρτο του, που το έβγαζε πειραχτική βόλτα στους διαδρόμους και στα γραφεία ή το σκηνοθετούσε κάποτε σε θεατρικούς καβγάδες με τον Αντώνη Καρκαγιάννη, λυτρωτικά εκτονωτικούς. Μοιραστήκαμε τις δυσκολίες να χωρέσουμε σ’ έναν τόμο, διαλέγοντας και ξαναδιαλέγοντας, μια αυτός - μια εγώ, κάποια από τα καθημερινά και κυριακάτικα γραπτά του Καρκαγιάννη. Κι έπειτα, πάνε κιόλας πέντε χρόνια, την αγωνία του με τη συμβολή του για τον Σολωμό, κοινό αγαπημένο, στη σειρά «Ελληνες Ποιητές» της «Κ». Την αγωνία του αυτή, το άγχος του, το μετέφραζε σε δουλειά ο Μιχάλης, σε ακόμα περισσότερη δουλειά. Σε ψάξιμο, όχι σε αδράνεια. Το άγχος του ήταν το καύσιμό του.

Ασχολούμενος, σαν φιλόπονος Φιλίστορας, με τον παρελθόντα χρόνο, κοινωνικό, πολιτικό, καλλιτεχνικό, ιστορικό εντέλει, ο Μιχάλης κέρδισε ένα μέτρο για τα ανθρώπινα που μάλλον λείπει από πολλούς μας. Ψηλαφώντας τριμμένες σελίδες, ψηλάφησε ουσιαστικά το δέρμα του χρόνου. Είδε «μεγάλους» να μικραίνουν ταχύτατα και «αναντικατάστατους» να αντικαθίστανται εύκολα. Δεν έγινε κυνικός. Είπαμε, Κεφαλονίτης ήταν. Δηλαδή σαρκαστής. Ο σαρκασμός του δεν είναι το μόνο που θα μας λείψει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ