ΕΛΛΑΔΑ

Περνούν... ΣΥΡΙΖΑ από την αξιολόγηση

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Εκπαίδευση

Με σύμμαχο τις συντεχνίες, οι νοοτροπίες και τα μικροσυμφέροντα των οποίων στιγματίζουν εδώ και δεκαετίες την ελληνική εκπαίδευση, ο υπουργός Παιδείας Κώστας Γαβρόγλου καταργεί την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Με διχαστικό πολιτικό λόγο, ο υπουργός επικρίνει πολιτικά όσους υποστηρίζουν την αξιολόγηση, αφού, παραπλανητικά, τη συνδέει με τυχόν απολύσεις εκπαιδευτικών. Ετσι ενισχύει την εργασιακή ανασφάλεια των εκπαιδευτικών, ελπίζοντας να έχει κομματικά οφέλη. Ωστόσο, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που το 2018 καταργεί με νόμο την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, την ίδια στιγμή που όλοι παραδέχονται –γονείς, μεγάλη μερίδα εκπαιδευτικών, κοινωνία– ότι είναι απαραίτητη για τη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου. Και βέβαια η πλειονότητα των κομμάτων της αντιπολίτευσης ομονοεί ότι η αξιολόγηση δεν πρέπει να συνδέεται με απολύσεις.

Πληροφορίες της «Κ» αναφέρουν ότι τελικά το υπουργείο Παιδείας θα επιλέξει να ψηφίσει εντός της τρέχουσας σχολικής χρονιάς μόνο το νέο σύστημα επιλογής στελεχών εκπαίδευσης –με το οποίο αποκλείει νυν στελέχη εκπαίδευσης που επιλέγησαν πριν από το 2015–, παρουσιάζοντας ως πολιτική εξυπηρέτηση στους περίπου 130.000 εκπαιδευτικούς ότι θα τους αφήσει «ανέγγιχτους» από την... ταλαιπωρία της αξιολόγησης. Ο αντίλογος εστιάζει ότι οι πρακτικές του ΟΟΣΑ ως προς την αξιολόγηση δεν λαμβάνουν υπόψη τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της περιοχής κάθε σχολείου, με αποτέλεσμα η αξιολόγηση να καταλήγει τιμωρητική για τις σχολικές μονάδες και τους εκπαιδευτικούς.

«Υπάρχουν εκπαιδευτικοί που δεν είναι τόσο ικανοί να διδάσκουν. Αντίθετα, θα ήταν πολύ πιο ικανοί σε άλλες θέσεις της εκπαίδευσης, τυχόν διοικητικές. Αυτούς πώς θα τους αξιολογήσει το υπουργείο Παιδείας;», λέει στην «Κ» ο Χαράλαμπος Λεμονίδης, συγγραφέας βιβλίων του δημοτικού και πρόεδρος του τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.

Ωστόσο, στο τελευταίο άρθρο του νέου σχεδίου νόμου για τις νέες δομές υποστήριξης του εκπαιδευτικού έργου, ορίζεται ότι καταργείται Προεδρικό Διάταγμα που υπεγράφη το 2013, και στο οποίο περιγράφεται ο τρόπος αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Βέβαια, υπό την πίεση των αντιδράσεων των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών, το Προεδρικό Διάταγμα 152 δεν έχει εφαρμοστεί έως τώρα στους εκπαιδευτικούς. Πρόλαβαν να αξιολογηθούν οι σχολικοί σύμβουλοι που σήμερα είναι υπό κατάργηση από τον Κώστα Γαβρόγλου, αλλά η διαδικασία ανεκόπη από το πρώτο υπουργικό δίδυμο επί ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, τους Αριστείδη Μπαλτά και Τάσο Κουράκη.

Ευρύτερα, μετά τη μεταπολίτευση, δεν υπήρξε ουσιαστική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών συνοδευόμενη από επιμόρφωση, καταδεικνύοντας την πολιτική αβελτηρία όλων των κυβερνήσεων για το θέμα. «Πέρα από τα κόμματα, υπάρχει ένα “υπερκόμμα”, το οποίο είναι η συντεχνία. Εχω δει να ομονοούν, έστω και με διαφορετική επιχειρηματολογία, συνδικαλιστές από εκ διαμέτρου αντίθετα κόμματα, όταν κινδυνεύουν τα συμφέροντά τους» παρατηρεί στην «Κ» έμπειρο στέλεχος του υπουργείου Παιδείας.

Η αβελτηρία

«Ο φόβος των επιπτώσεων της σύγκρουσης με τις κομματικές συντεχνίες, προκαλεί πολιτική αβελτηρία ως προς την αξιολόγηση. Και αυτό συμβαίνει τις τελευταίες δεκαετίες» παρατηρεί, μιλώντας στην «Κ», ο φιλόλογος Γιάννης Αντωνίου και κεντρικό πρόσωπο στη διαδικασία αξιολόγησης των δασκάλων και καθηγητών που στελέχωσαν τα Πρότυπα-Πειραματικά Σχολεία το 2013 και το 2014.

Τρία είναι τα κλειδιά, σύμφωνα με τον κ. Αντωνίου, για την έναρξη και επιτυχία της αξιολόγησης:

• Η ύπαρξη θεσμικού πλαισίου διαφανούς, αξιοκρατικού, με εχέγγυα που θα πιστοποιούν ότι είναι αδιάβλητο.
• Η ορθή επιλογή ανθρώπων που θα την υλοποιήσουν. Μπορεί μεν να περιγράφονται θεσμικά τα προσόντα τους, ωστόσο έχει σημασία ο αξιολογητής να κερδίσει την εμπιστοσύνη των αξιολογουμένων.
• Η πολιτική αποφασιστικότητα.

«Η βασική λειτουργία της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών θα πρέπει να είναι η ανατροφοδότηση, ο εντοπισμός δηλαδή των όποιων αδυναμιών και αστοχιών με σκοπό τη βελτίωση των εκπαιδευτικών πρακτικών και του ίδιου του εκπαιδευτικού. Με αυτή την έννοια δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει επιστημονικά τη διαδικασία της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Το θέμα, ωστόσο, που τίθεται στην ελληνική εκπαίδευση τα τελευταία χρόνια είναι ότι υπάρχει αρνητική στάση και επιφυλακτικότητα από ένα μεγάλο κομμάτι των εκπαιδευτικών», παρατηρεί ο κ. Λεμονίδης, προσθέτοντας ότι «οι αιτίες της άρνησης συνθέτουν ένα συνεχές με δύο άκρα, από τη δικαιολογημένη έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς του κράτους για πραγματοποίηση της αξιολόγησης με αξιοκρατικούς όρους και διαφανείς προθέσεις, μέχρι το άλλο άκρο της συντεχνιακής άρνησης για καθαρά συνδικαλιστικούς λόγους υπεράσπισης των δήθεν κεκτημένων του κλάδου».

Τα Πρότυπα-Πειραματικά

Επί της ουσίας αρκεί η πολιτική βούληση για να κινηθεί ο πρώτος κρίκος της διαδικασίας. «Με βάση τον νόμο 3966 του 2011, την άνοιξη του 2013 είχε πραγματοποιηθεί η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών των Πρότυπων-Πειραματικών Σχολείων, η οποία συνέβαλε στην ανανέωση του εκπαιδευτικού δυναμικού των “παλαιών” ΠΠΣ κατά 45%. Οι εκπαιδευτικοί των Πρότυπων-Πειραματικών είναι η μοναδική κατηγορία εκπαιδευτικών στην Ελλάδα που αξιολογήθηκαν, και κατά κοινή ομολογία με ιδιαίτερα απαιτητικά κριτήρια. Το καλοκαίρι του 2013 καλύφθηκαν 400 θέσεις εκπαιδευτικών με πενταετή θητεία, ύστερα από αξιολόγηση των περίπου 1.600 που υπέβαλαν αίτηση. Το 2014, με την ίδια διαδικασία, πληρώθηκαν 100 θέσεις εκπαιδευτικών μεταξύ 350 που υπέβαλαν αίτηση», παρατηρεί ο κ. Αντωνίου, τονίζοντας ότι υπήρχε η πολιτική στήριξη για το εγχείρημα από την τότε υπουργό Παιδείας Αννα Διαμαντοπούλου.

«H κατάργηση με νόμο της αξιολόγησης από τη σημερινή κυβέρνηση, κατά τη γνώμη μου, είναι βήμα πίσω σε μια πορεία εκσυγχρονισμού της εκπαίδευσης. Εχω προσωπική εμπειρία, ως επιστημονικός υπεύθυνος σε Πειραματικό Σχολείο. Μετά την κατάργηση της αξιολόγησης οι εκπαιδευτικοί αδρανοποιήθηκαν και το επίπεδο του σχολείου έπεσε κατακόρυφα», λέει ο κ. Λεμονίδης. Και τονίζει: «Η Παιδεία είναι ένα σοβαρό εθνικό θέμα, ο εκσυγχρονισμός και η ανάπτυξή της στη σημερινή κατάσταση της Ελλάδας μόνο με διακομματικό διάλογο και εθνική συνεννόηση μπορούν να επιτευχθούν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ