ΒΙΒΛΙΟ

Το εύθραυστο της στιγμής, το Ανσλους και το χρήμα

ΣΙΣΣΥ ΑΛΩΝΙΣΤΙΩΤΟΥ

Αυστρία, 1936. Η προσάρτηση της χώρας στη ναζιστική Γερμανία γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από τους Αυστριακούς. Ωστόσο, στο «Ημερήσια διάταξη» του Eric Vuillard, συναντάμε Πάντσερ ακινητοποιημένα λόγω μηχανικής βλάβης, τεχνίτες που δεν έρχονται, τον Χίτλερ να τρέχει και να μη φτάνει στην ώρα του.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ERIC VUILLARD
Ημερήσια διάταξη
μτφρ.: Μανώλης Πιμπλής
εκδ. Πόλις, 2018, σελ. 150

Υπάρχουν καλά και κακά νέα γι’ αυτό το βιβλίο. Αφού, όμως, το έντυπο μέσον δεν παρέχει τη δυνατότητα να ερωτηθείτε άμεσα από πού θέλετε ν’ αρχίσω, θα επιλέξω μόνη μου, αναμειγνύοντας τη δοσολογία και απολαμβάνοντας ταυτόχρονα μία από κείνες τις παλιές στιγμές της δημοσιογραφίας, όταν δεν υπήρχε άλλο μέσον επικοινωνίας με τους αναγνώστες, ει μη μόνον, «οι επιστολές αναγνωστών».

Στο εξώφυλλο του βιβλίου φιγουράρει, κάπως σαν δανδής, ο Gustav Κrupp. Κρατάει σφιχτά τα γάντια του μαζί με κάτι χαρτιά αγνώστου περιεχομένου –που μπορεί η αξία τους να έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι δεν μπορούμε να τα διαβάσουμε– και ένα καπέλο με τον αντίχειρα να φανερώνει τους σφιγμένους μυς. Φοράει ένα ρόλο. Εχει αγωνία; Είναι ευτυχής με τον ρόλο; Δεν ξέρουμε και δεν μας απασχολεί εξάλλου. Η συναισθηματική κατάσταση του Κrupp δεν απασχολεί τον συγγραφέα του αφηγήματος. Και σωστά. Σε 150 σελίδες δεν χωρούν οι αποχρώσεις της Ιστορίας, παρά μόνον οι αποχρώσεις που θέλει να δώσει ο συγγραφέας στην ιστορία του.

Το σίγουρο είναι ότι η φωτογραφία τραβήχθηκε το 1931 από τον Georg Pahl και ότι ο Gustav Κrupp von Bohlen und Halbach, που εκπροσωπεί τη βαριά πολεμική βιομηχανία της Γερμανίας, δεν γεννήθηκε... Krupp. Παντρεύθηκε το 1906 την κόρη κληρονόμο της γερμανικής δυναστείας των Krupp, Bertha, της οποίας ο πατέρας Friedrich είχε αυτοκτονήσει το 1902, όταν οι γερμανικές εφημερίδες αποκάλυψαν την ομοφυλοφιλία του. Ο 32χρονος σύζυγος ήταν επιλογή του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄, ο οποίος θεωρώντας απαράδεκτο να ηγείται μια γυναίκα αυτής της δυναστείας των 400 ετών από το Εσεν, έψαξε ο ίδιος για γαμπρούς και ο Gustav επελέγη εξαιτίας της αποτελεσματικότητάς του ως Πρώσος διπλωμάτης στο Βατικανό. Την ώρα του γάμου και κατόπιν αυτοκρατορικής διαταγής προστέθηκε το όνομα Krupp δίπλα και πριν από το δικό του. Ολοι οι γάμοι απαιτούν κάποιες θυσίες.

Τελικά, αυτός ο Gustav πρωταγωνιστεί στις πρώτες σελίδες του βιβλίου –χωρίς τις παραπάνω γαργαλιστικές λεπτομέρειες– που περιγράφεται η είσοδος 24 εξεχόντων μελών της γερμανικής επιχειρηματικής κοινότητας στο επιβλητικό μέγαρο που δέσποζε στις όχθες του ποταμού Σπρέε, προκειμένου να συσκεφθούν, κατόπιν πρόσκλησης των ναζί, για την οικονομική βοήθεια την οποία θα παρείχαν στην προσπάθεια του Γ΄ Ράιχ υπό την ηγεσία του Αδόλφου Χίτλερ. Η είσοδος και η αναμονή για τον Γκέρινγκ και τον Χίτλερ από τους Opel, Siemens και άλλους «αρχηγούς» γνωστών οικογενειών εκείνη την 20ή Φεβρουαρίου του 1933 περιγράφεται απολαυστικά από τον συγγραφέα, το πόνημα του οποίου σωστά ονομάζεται «αφήγημα» και όχι μυθιστόρημα, αφού (παρόλο που έδρεψε λογοτεχνικές δάφνες, το σημαντικότερο γαλλικό βραβείο λογοτεχνίας, το Goncourt) αναπτύσσεται με βάση ιστορικά γεγονότα για να περιγράψει με ελκυστική, γοητευτική, δημοσιογραφική γραφή «μια» πραγματικότητα.

Τα ιστορικά γεγονότα είναι η σύσκεψη της 20ής Φεβρουαρίου 1933 και η 12η Μαρτίου του 1938, ημέρα του Ανσλους (Anschluss), της προσάρτησης της Αυστρίας στο γερμανικό Ράιχ. Αρκετά μακριά από τη φαντασιακή εικόνα που θέλει τον γερμανικό στρατό να προελαύνει αγέρωχος, στην αφήγηση του Eric Vuillard, συναντάμε Πάντσερ ακινητοποιημένα λόγω μηχανικής βλάβης, τεχνίτες που δεν έρχονται, τον Χίτλερ να τρέχει και να μη φτάνει στην ώρα του και όπως σωστά και ωραία επισημαίνεται στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης: «Η σκωπτική παρουσίαση αυτής της πραγματικότητας είναι αριστουργηματική [...] και αποκαθιστά στην αλληλουχία των γεγονότων το πραγματικό (ευτελές και αξιοθρήνητο) συναισθηματικό της φορτίο, το εύθραυστο της στιγμής. Ο συγγραφέας θέλει να μας θυμίσει ότι τις περισσότερες φορές αυτό που καθιστά κάποιον αήττητο δεν είναι οι περιστάσεις, αλλά η δική μας συναίνεση και οι συμβιβασμοί των ισχυρών».

«Κοινοτοπίες του κακού»

Αυτό είναι το ηθικό δίδαγμα του βιβλίου με το οποίο δύσκολα θα μπορούσε να διαφωνήσει κανείς. Δεν είμαι σίγουρη, όμως, εάν αυτή η άντληση «κοινοτοπιών του κακού» από τη γερμανική –τόσο γοητευτική για τους συγγραφείς– δεξαμενή γεγονότων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συνεισφέρει πλέον κάτι περισσότερο στην, επίσης κοινότοπη, γνώση ότι δεν υπήρξε ποτέ, μέχρι τις μέρες μας τουλάχιστον, πόλεμος που, ξύνοντας ελαφρά την επιφάνεια των επιχειρημάτων που επιστρατεύθηκαν για την κήρυξή του, να μην αποκαλύπτονται οικονομικά οφέλη. Οπως και στο γεγονός της βαρύτητας που αποκτά η ατομική ευθύνη της απόφασης «με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις», η οποία έρχεται μια μοναχική στιγμή και αναλογεί σε όλους στη διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής.

Εν κατακλείδι, διαβάστε το και θα το απολαύσετε. Η ιστορία, όμως, είναι κατά τι πιο περίπλοκη και καθόλου στατική, όπως συμβαίνει με τις περίφημες δημοσιογραφικές ή επιστημονικές «αλήθειες». Και να, ας πούμε, τώρα θυμήθηκα ότι η Γερμανία, τα τελευταία 2-3 χρόνια υποδέχθηκε τον μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων, περισσότερους από ένα εκατομμύριο ανθρώπους και όποιον κατακαημένο μετανάστη ή πρόσφυγα ρωτήσεις, εκεί θέλει να πάει. Διότι το «δεν πρέπει να ξεχνάμε» έχει πάντα δύο πλευρές. Και συχνά στη λογοτεχνία, όπως και στη δημοσιογραφία, επικρατεί ή διαχέεται στο ευρύ κοινό η μία...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ