ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο ψυχίατρος, παιδοψυχίατρος Αθανάσιος Αλεξανδρίδης ασχολείται με τα παιδιά και τους ενήλικες εδώ και 40 χρόνια. Δουλεύει με παιδιά που έχουν υποστεί σεξουαλική, φυσική ή ψυχολογική κακοποίηση, αλλά και με ενήλικες που υπήρξαν θύματα στο παρελθόν. Η πρόσφατη έκδοση του τελευταίου του βιβλίου «Παιδικοί φόβοι» από τις εκδόσεις Ικαρος –είναι υπεύθυνος της Ψυχαναλυτικής Σειράς– σε συνδυασμό με αρκετά περιστατικά παιδικής κακοποίησης εντός της ελληνικής οικογένειας, που είδαν το φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα, στάθηκε η αφορμή γι’ αυτή τη συζήτηση. Το πρώτο ερώτημα δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από το γιατί οι άνθρωποι, στις μικρές κοινότητες κυρίως, ενώ συχνά υποψιάζονται τι συμβαίνει, επιλέγουν τη σιωπή.

– Γιατί δεν μιλάνε;
– Θα σας πω μια περίπτωση με την οποία ασχολήθηκα: ενός πατέρα που κακοποιούσε σεξουαλικά τα παιδιά του – μόνο τα αγόρια. Το ήξεραν στο χωριό, γιατί όταν πήγαινε στο καφενείο κι έπινε λίγο παραπάνω, του ξέφευγαν διάφορα. Μάλλον τον παρότρυναν κιόλας για να διηγείται «γαργαλιστικά» πράγματα και να «κάνουν χάζι».

Κανείς από όσους τον είχαν ακούσει δεν έκανε ποτέ καμιά επίσημη αναφορά. Κάποια στιγμή η αστυνομία τον συνέλαβε για άσχετο λόγο και τέθηκε υπό κράτηση. Μόνο τότε η σύζυγός του αισθάνθηκε ασφαλής και τον κατήγγειλε. Ενώ διερευνούσαμε με ανάθεση από την Εισαγγελία την υπόθεση, με πήρε τηλέφωνο ένας παράγων της κοινότητας και με κατηγόρησε ότι μαγαρίζω το χωριό του. Μάλιστα, μου είπε ότι μαζί με άλλους χωριανούς θα κατέθεταν στη δίκη πως οι κατηγορίες προς τον πατέρα, ότι κακοποιούσε σεξουαλικά τα παιδιά του, ήταν αναληθείς.

Οι άνθρωποι δεν θέλουν να εμπλακούν. Υπάρχει ο μηχανισμός της άρνησης. Ακούμε το σκανδαλώδες, σκανδαλιζόμαστε με όλες τις έννοιες της λέξης, και μετά κάνουμε ότι δεν το έχουμε ακούσει. Το θέμα της σιωπής είναι πολύ μεγάλο, γιατί αν κάνεις μια καταγγελία αναλαμβάνεις μια ευθύνη, εμπλέκεσαι. Και δεν ξέρεις τι θα αντιμετωπίσεις. Από τον ίδιο τον δράστη, από τους συγγενείς του ή από άλλους όπως ο συγκεκριμένος άνθρωπος που θεώρησε ότι αυτή η καταγγελία αποτελούσε μομφή για όλο το χωριό και με μια έννοια ήταν, γιατί, όπως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις, γνώριζαν. Με τη σιωπή τους θα απέκρυπταν τη συνενοχή τους ως γνωρίζοντες.

– Πώς μπορεί να σπάσει η σιωπή;
– Στα δημοτικά διαμερίσματα, στα σχολεία και στις διάφορες συλλογικότητες θα έπρεπε να γίνονται σεμινάρια και βιωματικά εργαστήρια. Να θίγονται αυτά τα θέματα μαζί με τα συμπληρωματικά τους, όπως είναι τα του στιγματισμού, του αποκλεισμού και του εκφοβισμού. Είναι επίσης σημαντικό να γίνεται, μετά τη δίκη, δημόσια συζήτηση στον τόπο όπου συνέβη ένα τέτοιο γεγονός. Κάτι τέτοιο θα βοηθήσει και στην κατανόηση της βαρύτητας του γεγονότος αλλά και στην κάθαρση. Παράλληλα, πρέπει να υπάρχει η νομική δυνατότητα, λόγω του αποτρόπαιου της πράξης, και χωρίς επώνυμη καταγγελία να διερευνάται μια πιθανή τέτοια υπόθεση.

– Πόσο σημαντικό είναι να δοθεί τέλος όσο το δυνατόν νωρίτερα σε μια τραυματική κατάσταση;
– Eχουμε έναν γενικό κανόνα που έχει προκύψει από την κλινική εμπειρία και την έρευνα: όσο έγκαιρα βάλουμε το παιδί σε θεραπευτικές συνθήκες, τόσο λιγότερες θα είναι οι απώλειες. Μπορεί να φτάσουμε σε πλήρη επανόρθωση του τραύματος ή σε τραύμα που δεν θα διαχυθεί στο σύνολο της προσωπικότητας. Oταν έχουμε ένα παιδί σε μικρή ηλικία, στην ηλικία του νηπιαγωγείου μέχρι και τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, το οποίο για μεγάλο διάστημα έχει υποστεί κακοποίηση, σεξουαλική ή και μόνο σωματική, είναι πολύ πιθανό να έχει σοβαρά ψυχικά προβλήματα για όλη του τη ζωή. Αντιθέτως, ένα παιδί ηλικίας 10 ετών και πάνω, προέφηβος ή έφηβος, οπωσδήποτε θα φέρει σοβαρά τραύματα, αλλά ίσως η δομή της προσωπικότητάς του δεν θιγεί τόσο πολύ. Δεν θα έχει γίνει το ρήγμα στα θεμέλια του οικοδομήματος. Βεβαίως, πάντα εξαρτάται από τον βαθμό της βίας και τη διάρκεια άσκησής της. Δυστυχώς, υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο η βλάβη είναι μη αναστρέψιμη.

– Τα παιδιά μιλούν γι’ αυτό που τους συμβαίνει;
– Κάθε παιδί είτε με τρόπο λεκτικό, είτε με τη συμπεριφορά του, όπως εκρήξεις επιθετικότητας ή αντιστρόφως απόσυρση και απάθεια, είτε με ένα είδος σωματοποίησης, όπως κεφαλαλγίες, κοιλιακά άλγη, άσθμα, δερματίτιδες, δίνει κάποια σημάδια. Το θέμα είναι αν οι παιδίατροι, οι γενικοί γιατροί, οι δάσκαλοι έχουν τα εργαλεία, είναι ενημερωμένοι και μπορούν να υποψιαστούν το πρόβλημα.

– Πιστεύετε ότι είναι;
– Οι περισσότεροι δεν είναι κατάλληλα ενημερωμένοι. Κάποιοι είναι αρκούντως «υποψιασμένοι», αλλά η γενική τάση όλων είναι να κάνουν τους «ανυποψίαστους». Διότι δεν αισθάνονται ότι υπάρχει η δομή μέσα στο σύστημα, της εκπαίδευσης για παράδειγμα, όπου θα μπορούσαν να απευθυνθούν, να βρουν στήριξη. Αν υπήρχε ένα σύστημα ενημέρωσης και υποστήριξης των εκπαιδευτικών, θα ήταν αρκετοί αυτοί που θα αναλάμβαναν δράση. Ομοίως οι παιδίατροι. Χρειάζονται, όμως, υποδομή, νομικό πλαίσιο και χρόνος ώστε να μπορέσεις να έρθεις σε επικοινωνία με ένα παιδί και να καταλάβεις τι συμβαίνει.

– Χρησιμοποιούμε κάποια κλισέ όταν μιλάμε για περιπτώσεις παιδικής κακοποίησης. Οπως ότι αν κάποιος την έχει υποστεί θα κάνει το ίδιο. Τι ισχύει;
– Τα πράγματα δεν είναι γραμμικά, ότι δηλαδή κάποιος που υπέστη βία σε υψηλό βαθμό, όπως σεξουαλική κακοποίηση, θα επαναλάβει αυτή τη μορφή της βίας ή κάποια άλλη, όπως φυσική, ψυχολογική ή ηθική κακοποίηση. Ανήκει βέβαια σε ομάδα υψηλού κινδύνου. Αυτό που σχεδόν πάντα ισχύει είναι πως ένα μεγάλο τραύμα στην παιδική ηλικία ή στην αρχή της εφηβείας κλονίζει τη δημιουργία της ψυχοσεξουαλικής και κοινωνικής ταυτότητας του ατόμου. Και το κάνει να μην μπορεί να διαχειριστεί την επιθετικότητά του.

Τα άτομα που υποβλήθηκαν σε αυτές τις καταστάσεις νιώθουν ότι δεν τα είδαν ως προσωπικότητες που πληγώνονται, ντρέπονται ή πονάνε, αλλά ως άψυχα πράγματα, μια καρέκλα που πάνω της ξεσπά κανείς την επιθετικότητά του, ένα κρέας που πάνω του ξεσπά κανείς τη διέγερσή του. Πολλές φορές σε τέτοιες καταστάσεις «αδειάζουν» το μυαλό τους για να μην εγγράψουν, να μη βιώσουν ολοκληρωτικά την κρίση. Αν εκτεθούν στη συνέχεια της ζωής τους σε παρόμοιες συνθήκες, ίσως κάποιοι, με ξανά «άδειο το μυαλό τους», μηχανικά, ενεργητικά ή παθητικά, επαναλαμβάνουν το τραύμα.

– Πώς αντιμετωπίζονται τα παιδιά όταν η υπόθεση φτάσει στο δικαστήριο;
– Παλαιότερα, οι διαδικασίες της ανάκρισης ήταν πολύ άσχημες. Υπήρχαν συνήγοροι των θυτών που ήθελαν τα μικρά παιδιά να παραστούν στο δικαστήριο, τα πίεζαν πάρα πολύ, ασκούσαν ηθικούς εκβιασμούς λέγοντας «πρόσεχε τι λες γιατί θα στείλεις τον πατέρα σου για πάντα στη φυλακή και δεν θα τον ξαναδείς ποτέ». Δίναμε μάχη για να μην πάνε τα μικρά παιδιά στο δικαστήριο, για να μη θυματοποιούνται ξανά και ξανά. Είναι το ίδιο θέμα που έχουμε με τις γυναίκες που βιάζονται και των οποίων οι ανακρίσεις πολλές φορές είναι μια νέα θυματοποίηση. Αυτό δεν έχει αλλάξει ριζικά αλλά τουλάχιστον τα παιδιά εξετάζονται σε δωμάτιο και όχι στην ακροαματική διαδικασία. Αυτό το έχουμε καταφέρει.

O 26χρονος πατροκτόνος της Ζακύνθου δεν πρέπει να γίνει ήρωας


Πάμπλο Πικάσο, «Παιδιά στους κήπους του Λουξεμβούργου», (1901).
 

– Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, στην υπόθεση της Ζακύνθου ο 26χρονος δεν μίλησε για όσα πέρασε στα χέρια του πατέρα του, αλλά μόλις αντιλήφθηκε ότι κάνει το ίδιο και στα ανήλικα αδέλφια του, πήρε ένα όπλο και τον σκότωσε. Τι λειτούργησε σ’ αυτήν την περίπτωση;
– Ισως με την παραβίαση των μικρών αδελφών, αναβίωσε πολλαπλασιασμένο το τραύμα του και αισθάνθηκε ότι τώρα ήταν η στιγμή, η οργή που ένιωθε όταν ήταν μικρός και τον παραβίαζε ο πατέρας του, να ξεσπάσει. Και να δώσει λύση και τέλος στο δράμα.

Μια περίπτωση που ασχολήθηκα στο παρελθόν, ήταν μιας κοπέλας που στην ηλικία των 10 ετών ξεκίνησε να τη βιάζει ο πατέρας της. Μίλησε στη μητέρα της η οποία έκανε ότι δεν άκουσε, κι αυτό συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια. Στα 18 της αντιλήφθηκε ότι ο πατέρας της έκανε το ίδιο και στη δεκάχρονη αδελφή της. Τότε πήρε τη μικρή, έφυγαν από την κοινότητα που ζούσαν και ήρθαν στην Αθήνα. Βρήκε μια δουλειά και ζούσε με την αδελφή της. Πίεσε και τη μητέρα να εγκαταλείψει τον άνδρα αυτόν, εκείνη τις ακολούθησε στην Αθήνα αλλά το ίδιο έκανε και ο πατέρας που πήγε φυσικά να μείνει σε άλλο σπίτι. Το μεγάλο σοκ της κοπέλας αυτής ήταν ότι έπειτα από κάποιο διάστημα η μητέρα τις εγκατέλειψε και πήγε να ζήσει με τον άνδρα της. Το ίδιο δράμα, λοιπόν, μια πιο οργανωμένη προσωπικότητα όπως ήταν η κοπέλα αυτή, μπόρεσε να το διαχειριστεί καλύτερα.

Αν μου επιτρέπεται να πω κάτι για την περίπτωση της Ζακύνθου, είναι ότι θα είναι τραγικό αν ο πατροκτόνος χαρακτηριστεί ήρωας. Καταλαβαίνουμε όλοι πόσο φορτισμένη θα είναι αυτή η δίκη. Πολλοί θα ζητούν την αθώωσή του, όμως σίγουρα, αυτός ο άνθρωπος πρέπει να δικαστεί, για να αντιληφθεί μέσα από την ακροαματική διαδικασία το τι έπραξε και, με ελαφρυντικά, να καταδικαστεί. Και μετά; Εδώ τίθεται ένα τεράστιο ζήτημα που αφορά την εγκληματολογία και τη σωφρονιστική. Κατά τη γνώμη μου, αυτός ο άνθρωπος πιθανότατα δεν είναι εγκληματική φύση. Δεν θα ξανακάνει έγκλημα. Σκότωσε για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο, έναν πολύ συγκεκριμένο άνθρωπο. Πρέπει να μπει στη φυλακή; Αυτές οι περιπτώσεις θα έπρεπε, πιστεύω, αφού γίνει πλήρης ψυχιατρική και ιατροδικαστική εκτίμηση της επικινδυνότητάς τους, να βρίσκονται εκτός φυλακής, κάτω από επιτήρηση και κοινωνική υποστήριξη, να κάνουν μια κοινωφελή εργασία και συγχρόνως να τους προσφέρεται ένα θεραπευτικό πλαίσιο στο οποίο θα μπορέσουν να μιλήσουν και ίσως να τροποποιήσουν τα τραύματά τους. Εχουμε δει τέτοια προγράμματα να λειτουργούν αποτελεσματικά σε κάποιες προηγμένες χώρες, αλλά γενικά η κοινωνία θέλει να είναι τιμωρητική.

– Η επιστημονική εμπειρία τι έχει καταγράψει για τη στάση της μητέρας σε μια οικογένεια όπου υπάρχει ενδοοικογενειακή βία;
– Υπάρχουν δύο περιπτώσεις. Στην πρώτη η σεξουαλική καταπίεση των παιδιών συμβαίνει εν αγνοία της μητέρας και όταν εκείνη το ανακαλύπτει, το χρησιμοποιεί αμέσως για να διαλύσει μια οικογένεια η οποία φυσικά βρίσκεται σχεδόν υπό διάλυση. Η δεύτερη είναι η περίπτωση όπου είναι γνωστό στη μητέρα και το καλύπτει για να κρατήσει μέσα στην οικογένεια τον άνδρα γιατί πιστεύει ότι αν φύγει θα καταστραφούν η ίδια και η οικογένεια. Αυτό τις περισσότερες φορές έχει υλική βάση, οικονομική. Μια περίπτωση που είχα δουλέψει ήταν ενός παιδιού στην αρχή της εφηβείας που έκανε καταγγελία και η μητέρα στην αρχή στήριξε την κόρη και η αστυνομία συνέλαβε τον σύζυγο και πατέρα. Μερικές μέρες μετά, η μητέρα πίεσε το παιδί να αναιρέσει την καταγγελία και όταν τη ρώτησα γιατί, μου απάντησε «ποιος θα μας θρέφει; Ποιος θα φέρνει το μεροκάματο στο σπίτι;». Αυτό δείχνει ότι πρέπει να υπάρχουν έτοιμες δομές, έτοιμοι ξενώνες, διαθέσιμα επιδόματα, ένα ταμείο έτσι ώστε οικογένειες με πολύ μεγάλες δυσκολίες να βρίσκουν άμεσα υποστήριξη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ