ΒΙΒΛΙΟ

Στίλβοντα εφήμερα που θα συνθλιβούν, μα δεν θα χαθούν

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΑΜΠΟΥΣΗΣ
Πούρα γεμιστά
Σελίδες 188, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Β​​όρεια Ελλάδα, Δράμα, γύρω μέρη. Πρόσωπα ανθρώπων και οι μικροϊστορίες τους. Χιούμορ και μαζί μελαγχολία –μια ήπια μελαγχολία που δεν ξεπέφτει ποτέ σε αισθηματολογία– για όσα στίλβοντα εφήμερα θα συνθλίψουν άλλοτε ο χρόνος, άλλοτε το σιδερένιο χέρι της «προόδου», άλλοτε οι αναπάντεχες απώλειες: ιδού ο κόσμος των αφηγημάτων του Δραμινού Βασίλη Τσιαμπούση.

Κι όμως, επειδή το παρελθόν περιέχεται πάντα μες στο παρόν, τίποτα δεν χάνεται, τίποτα δεν στραγγίζει οριστικά από χαρά, όσο κι αν η φθορά είναι αμετάκλητη· στην πεζογραφία του συγγραφέα, από τα πρώτα κιόλας βιβλία του, ο χρόνος του παρόντος διαλέγεται κάποτε με τον χρόνο του παρελθόντος, όχι για να τον προικίσει με μια σύγχρονη ματιά, όπως αναπόφευκτα συμβαίνει με όλους τους ιστορικούς μυθιστοριογράφους, ούτε για να ιστορικοποιήσει το τώρα, όπως γίνεται με όλους τους συγγραφείς της ιστορικής μεταμυθοπλασίας, αλλά για να δημιουργήσει τον αμοιβαίο κατοπτρισμό παρελθόντος και παρόντος που επιτρέπει την επικοινωνία τους και –γιατί όχι;– τη συγχώνευσή τους.

Δύο από τα αφηγήματα της συλλογής, πάντως, ξεφεύγουν από το γνωστό κλίμα του συγγραφέα και διεκδικούν και πέρα από αυτό την προσοχή μας. Το ένα δίνει και τον τίτλο στη συλλογή: στα «Πούρα γεμιστά», υπό το πρόσχημα της επιστολής ενός συνταξιούχου φαρμακοποιού προς τον αφηγητή, με την οποία τον εγκαλεί ότι διαστρέβλωσε τα ιστορικά γεγονότα αποδίδοντας στο Τσώρτσιλ προθέσεις που δεν είχε (στο αφήγημα διαβάζουμε ότι ο Τσώρτσιλ κράτησε μεταπολεμικά την Ελλάδα στο δυτικό στρατόπεδο για να μη χάσει την πρόσβαση στα αγαπημένα πούρα του), ο Τσιαμπούσης θέτει το ζήτημα της διάζευξης αλήθειας και αληθοφάνειας στη λογοτεχνία, πιστότητας στα γεγονότα και επινόησης, για να τονίσει ότι η λογοτεχνία δεν είναι επ’ ουδενί Ιστορία, δεν λογοδοτεί στην ιστορική πραγματικότητα, αλλά μονάχα στον εαυτό της. Μπορεί ο συγγραφέας να αυθαιρετήσει, να εκτραπεί, να αυτοσχεδιάσει, να χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν τα ιστορικά πρόσωπα, τις ιδιομορφίες και τις έξεις τους μέσα στο σχήμα που προκρίνει, αρκεί αυτό το σχήμα να είναι πειστικό, υποστηρίζει ο Τσιαμπούσης. Πέρα από γεωπολιτικές ή άλλες εκτιμήσεις, μια τόσο παρορμητική, παράτολμη, ναρκισσιστική προσωπικότητα όσο αυτή του Ουίνστον Τσώρτσιλ νομιμοποιείται λογοτεχνικά για κάθε λογής αποκοτιές – ή τουλάχιστον αυτό συνάγει η χιουμοριστική ματιά του συγγραφέα. Και για να θυμηθούμε τον Φίλιπ Ροθ: «Οι χαρακτήρες των έργων του και οι καταστάσεις στις οποίες εμπλέκονται πρέπει να κριθούν στη βάση του αν ανταποκρίνονται στο φάσμα των ηθικών πιθανοτήτων του ρόλου τους».

Το δεύτερο αφήγημα είναι το «Μητέρα μουσική», ένα τρίπτυχο που παρακολουθεί τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται ο άνθρωπος με την τέχνη των ήχων: ένα παιδί που λοιδορείται ως παράφωνο από τον δάσκαλο της μουσικής, αλλά εξελίσσεται στον πιο συγκινητικό ψάλτη της εκκλησίας· ένα ορφανό που παίζει επίμονα τρεις νότες στη φυσαρμόνικά του, σαν να συνδέεται έτσι με τη νεκρή του μητέρα· μια κουφή, άλλοτε καλλικέλαδη και φιλόμουση γηραιά θεία, που βάζει το χέρι στο ηχείο του ραδιοφώνου για να συλλάβει κάτι από τους ρυθμούς που άλλοτε τη δονούσαν. Ο Τσιαμπούσης δεν μιλάει εδώ μόνο για την εγγενή ανθρώπινη μουσικότητα αλλά και για τη θεμελιώδη λειτουργία της τέχνης που είναι να δρα ως καταλύτης για την εξύψωση του ανθρώπου, για την ικανότητα της μουσικής να παρασύρει προς την πλήρη έξαρση, κατά την οποία το άτομο σμίγει, χάνοντας τη συνείδησή του, με μιαν άμεση αλήθεια. Aνίκανη να μιμηθεί την πραγματικότητα, η μουσική υψώνεται πάνω από τη φύση σε έναν ιδεώδη κόσμο. Αυτό που συνθέτες και μουσικολόγοι δυσκολεύτηκαν τόσο να αρθρώσουν ο Βασίλης Τσιαμπούσης μας το δίνει με μια άγια απλότητα και βαθιά ενσυναίσθηση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ