Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Ο πλανήτης Μπάλα και οι δορυφόροι του

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Νίκος Χουλιαράς, «Χωρίς τίτλο», περίπου 1991-95. Από την έκθεση «Στη νύχτα του χαρτιού. Γνωστά και άγνωστα σχέδια του Νίκου Χουλιαρά». Μουσείο Μπενάκη/Πινακοθήκη Γκίκα. Εγκαίνια: 18 Σεπτεμβρίου, 8 μ.μ. Εως 24/11.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Κ​​άθε Μουντιάλ και κάθε Ολυμπιάδα γίνoνται αφορμή να ξαναδούμε για έναν μήνα τον κόσμο στρογγυλό, με όλες τις ηπείρους του πάνω σ’ έναν χάρτη που συνήθως στενεύει τα πράγματα και περιορίζει το βλέμμα μας. Γίνονται αφορμή να μιλήσουμε για τον κόσμο αυτόν –και βέβαια όχι μόνο για τις αθλητικές του επιδόσεις– και να ενδιαφερθούμε για χώρες οι οποίες σπάνια βρίσκονται στο μενού που ετοιμάζουν και προσφέρουν στο οικουμενικό κοινό οι σεφ της επικαιρότητας.

Οι πλανητικού χαρακτήρα αθλητικές διοργανώσεις, και πρωτίστως οι ποδοσφαιρικές, γίνονται επίσης αφορμή για να τεστάρουμε τη μνήμη μας και να ξαναδούμε τον εαυτό μας με αναδρομική αυστηρότητα ή τρυφερότητα. Και σίγουρα με μελαγχολία. Γιατί δεν νοσταλγούμε την ωραία μπάλα που λέμε ότι παιζόταν άλλοτε (ούτε τα «ωραία φαγητά» του παρελθόντος, τα «ωραία νησιά» κ.ο.κ.)· τον τοτινό εαυτό μας νοσταλγούμε, το φρέσκο βλέμμα του, τη λιγότερη γκρίνια του, τις πολύ λιγότερες διαψεύσεις του, τη μεγαλύτερη όρεξή του.

Απολύτως δικαιολογημένη, λοιπόν, η μελαγχολία. Γιατί ακόμα και κατακτημένος αν υπήρξε ο παρελθών χρόνος, βαθιά γεωργημένος και εξαιρετικά καρποφόρος, δεν παύει να είναι χαμένος. Απλό φαίνεται το «χάσαμε ακόμα μια μέρα» που λέει κάθε σούρουπο ο ήρωας μιας λαϊκής ιστοριούλας, παρά τα κέρδη που του αποφέρει το κατάστημά του, αλλά τη φιλοσοφία του την έχει. Το πριν δεν πουλιέται, αυτό είναι το «ηθικό δίδαγμα». Σε κανένα παζάρι και με κανένα αντίτιμο.

Εννοείται ότι όλες οι συζητήσεις ξεκινούν από τα καθαυτό ποδοσφαιρικά, συμμετέχουν δε σε αυτές ακόμα και άνθρωποι που συνήθως, στην «κανονική» ζωή τους, αδιαφορούν για τα τερτίπια της μπάλας, αν δεν χλευάζουν τη στρογγυλή θεά και τους πιστούς της. Για όποιον λόγο κι αν αρχίζουμε πάντως το κουβεντολόι, για ένα πέναλτι που ήταν - δεν ήταν, για το VAR και την πιθανότητα να το ετυμολογήσουμε στη χώρα μας από το αγαπημένο μας «βαράτε» (τον διαιτητή), για τα λεπτά (περίπου δεκατέσσερα) που πέρασε συνολικά ξαπλωμένος στο χορτάρι ο Νεϊμάρ, σπαταλώντας στον θεατρινισμό το ταλέντο του, για τον Μέσι, που μας άφησε όλους παραπονεμένους, κάποια στιγμή θα περάσουμε φυσικότατα στα πολιτικά. Κι εκεί θα κολλήσουμε. Και μπορεί και να τσακωθούμε, χωρίς να περιμένουμε, βέβαια, να λήξει το παιχνίδι. Ετσι κι αλλιώς, όλες τις τελετές, και τις ιερότερες, τις εκκλησιαστικές, θορυβωδώς τις παρακολουθούμε. Πάππου προς πάππου.

Δεν είναι «ελληνική ιδιαιτερότητα» η αθλητικοπολιτικολογία. Πολιτικότατο φαινόμενο είναι, άλλωστε, το ποδόσφαιρο. Δεν παίζεται σε γυάλα ή σε αποστειρωμένο χώρο. Πολιτική είναι η αρκετά παλιά απόφαση της FIFA να χρωματίζει αντιρατσιστικά τους αγώνες, αφού πολλά γήπεδα, είτε για τα εθνικά πρωταθλήματα μιλάμε είτε για τις διεθνείς διοργανώσεις, λειτουργούν σαν θερμοκήπιο ναζιστικών και ρατσιστικών αντιλήψεων. Πολιτική είναι και η τωρινή απόφασή της να συστήσει στους εικονολήπτες να αποφεύγουν τα σεξιστικών συνυποδηλώσεων ενσταντανέ, με «καυτές γυναικείες παρουσίες» ή απλώς «χαριτωμένες», σύμφωνα με τη στερεοτυπική λεζάντα, που συνηθίζεται δεκαετίες τώρα και στα ελληνικά κανάλια. «Πουριτανισμός», όπως αποφαίνονται όσοι ψιλοτσαντίζονται με τον «δικαιωματισμό» εν γένει, θεωρώντας τον πολιτισμική οπισθοδρόμηση; Ούτε λόγος...

Βεβαίως, αποφάσεις όπως αυτές δεν καθαγιάζουν την πανίσχυρη FIFA, που τα σκάνδαλα είναι η φυσικότητά της. Πολιτική ήταν λοιπόν και η απόφασή της να δώσει το φετινό Μουντιάλ στη Ρωσία, αδιαφορώντας για το χαμηλό επίπεδο της εκεί δημοκρατίας, το δε επόμενο στο Κατάρ της ανύπαρκτης δημοκρατίας και των μεσαιωνικών συνθηκών εργασίας που έχουν επιβάλει οι σεΐχηδες στους μετανάστες που χτίζουν τα στάδια. Η Human Rights Watch πάντως, σε έκθεσή της, είχε καταγγείλει και την κακομεταχείριση όσων εργάζονταν για την κατασκευή των σταδίων στις έντεκα μουντιαλικές ρωσικές πόλεις, και την καταπίεση της ΛΟΑΤ κοινότητας στη Ρωσία, και τη βάναυση φαλκίδευση της ελευθερίας του λόγου.

Οι καταγγελίες αυτές όμως, μολονότι τεκμηριωμένες, δεν άλλαξαν τη γνώμη των αρχόντων του ποδοσφαίρου. Και δεν επηρέασαν τα αισθήματα των οπαδών που συνέρρευσαν στη Ρωσία από κάθε χώρα, βαμμένοι στα εθνικά τους χρώματα και φορώντας «παραδοσιακές» στολές που αδιαφορούσαν για το κιτς, ούτε τα αισθήματα των εκατομμυρίων τηλεθεατών όπου γης – ακόμα και στην καθημαγμένη και κατερειπωμένη (και με ρωσική «συνδρομή») Συρία. Στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία του θεάματος οι ρόλοι είναι μοιρασμένοι και η ανατροπή της διανομής τους μοιάζει κάθε μέρα και πιο δύσκολη, έτσι όπως νέες διαψεύσεις και απογοητεύσεις προστίθενται στις παλιές.

Μονάχα τα τέσσερα μέλη του φεμινιστικού-ακτιβιστικού συγκροτήματος «Pussy Riot» αποπειράθηκαν να τρυπήσουν την μπάλα, εισβάλλοντας στο στάδιο «Λουζνίκι» της Μόσχας, στο 53ο λεπτό του τελικού ανάμεσα στη Γαλλία και την Κροατία. Σαν να το διαισθάνονταν ότι μετά το τέλος του Παγκοσμίου Κυπέλλου ο Βλαντιμίρ Πούτιν θα έλεγε ότι η διοργάνωση κατέρριψε πολλούς μύθους για τη Ρωσία, με την εισβολή τους στον «ναό» κατέρριψαν πράγματι τον μύθο για την παντοδυναμία τής υπό τον Ρώσο πρόεδρο μετα-KαΓκεΜπε. Η κάμερα δεν στράφηκε στο πρόσωπο του Πούτιν την ώρα του επεισοδίου και δεν γνωρίζουμε αν ο πάγος πάνω του έσπευσε να μειώσει ακόμα περισσότερο τη θερμοκρασία του. Είδαμε όμως, σαν μέλη του οικουμενικού χωριού, την εντελώς διαφορετική υποδοχή που επιφύλαξαν στις εισβολείς, μεταμφιεσμένες σε αστυνομικούς, δύο ποδοσφαιριστές, ένας Γάλλος και ένας Κροάτης, μάλιστα αρκετοί έκριναν ότι και μόνο αυτή η διαφορά αρκούσε για να δικαιώσει την επιλογή τους να ταυτιστούν με τη Γαλλία παρά με την Κροατία. Ο Κιλιάν Εμπαμπέ λοιπόν, ο εξαιρετικός δεκαεννιάχρονος Γάλλος, έκανε χαμογελαστός χάι-φάιβ με μία εισβολέα, και με την κίνησή του αυτή ήταν σαν να ’δειχνε ότι εκτός από το ποδόσφαιρο υπάρχουν κι άλλα πράγματα που δικαιούνται να φανούν, να ειπωθούν και ν’ ακουστούν. Αντίθετα, ο Κροάτης Ντέγιαν Λόβρεν, ίσως επειδή παίζει αμυντικός, επέλεξε να κάνει τάκλιν για να βουτήξει μια άλλη εισβολέα.

Τα περί ταυτίσεως με την εθνική μιας ξένης χώρας ίσως ακούγονται βαριά, πάντως δύσκολα παρακολουθείς με πραγματικό ενδιαφέρον μια αναμέτρηση, σε οποιοδήποτε άθλημα, δίχως να αποφασίσεις, έστω με λογικές ακροβασίες και αισθηματικές υπερβολές, ότι είσαι με τον έναν ή τον άλλον. Για παράδειγμα, ήμασταν με τη Γαλλία γιατί πιστεύαμε ότι η συγκρότηση της εθνικής της είναι ένας θρίαμβος των μεταναστών και της ανοιχτής, ανεκτικής κοινωνίας. Στο βάθος του μυαλού μας όμως ο δαιμονάκος της αμφιβολίας μονολογούσε ότι και το 1998, επί Ζιντάν - Τουράμ - Καρεμπέ, τα ίδια πιστεύαμε. Στην εικοσαετία που πέρασε η Γαλλία δεν έπαψε να έχει τους πολλούς λεπενιστές της και τους πάμπολλους κοινωνικά αποκλεισμένους της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ